Χρῖστος Χριστοβασίλης «Διηγήματα Θεσσαλικὰ»

1. ΤΟ ΤΟΠΙΟ

Ἦταν Μάϊος τοῦ 1879, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ἐπήγαινα νὰ ἐπισκεφθῶ τοὺς θεόρατους βράχους τῆς Καλαμπάκας.

᾽Εκεῖ φιλόθρησκοι ἄνθρωποι, ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια, ἔστησαν τὶς ἱερὲς φωλιές τους, ἀφοῦ ἐχωρίσθηκαν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὰ μεγάλα ἀξιώματα, ποὺ εἶχαν σ’ αὐτόν.

῎Ημαστε μία συντροφιὰ περισσότεροι ἀπὸ δέκα μὲ ἀρχηγὸ τὸ μητροπολίτη τῆς Λαρίσης. Εἴχαμε σκοπὸ νὰ περάσωμε μία νύκτα ψηλὰ στὸν πιὸ μεγαλόπρεπο καὶ στὸν πιὸ φοβερὸ βράχο, ποὺ ἔχει πλάσει ἡ φύσις στὸν κόσμο!

Φαίνεται γίγαντας τῶν γιγάντων ἀνάμεσα στοὺς γιγάντιους ἀδελφούς του ποὺ σχηματίζουν τὸ σύμπλεγμα τῶν βράχων, τὰ Μετέωρα.Τόσο ξεχωρίζει ὁ βράχος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους!.

Στὴν κορυφή του βρίσκεται τὸ μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, ποὺ μόνο ἀπὸ ὅλα τ’ ἄλλα εἰκοσιτέσσερα μοναστήρια, ὅσα εἶναι ἐκεῖ πέρα, λέγεται Μετέωρα.

Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν εἰδοποιημένος ἀπὸ τὸ πρωΐ πὼς θὰ ἐπηγαίναμε καὶ μᾶς ἐπερίμενε.

Πρὶν φθάσωμε στὴ ρίζα τοῦ βράχου, μοῦ ἐφαινόταν τὸ ἀνέβασμα παιγνιδάκι. Ὅταν ὅμως ἐφθάσαμε ἐκεῖ καὶ εἶδα,τὸ φοβερὸ ὕψος, ποὺ χωρίζει τὴν κορυφὴ ἀπὸ τὴ ρίζα του, καὶ περιεργάσθηκα τὸ δίκτυ, τὸ καραβόσχοινο ποὺ τὸ κρατεῖ, τὴν ἀνεμόσκαλα μὲ τὰ ἑκατὸ καὶ περισσότερα σκαλιά, μ’ ἔπιασε λιποψυχία.

Καὶ δὲν εἶναι τὸ ὕψος μόνον ποὺ προξενεῖ φόβο, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγριωτάτη ὄψις τῆς φύσεως. ᾽Εκεῖ πέρα εἶναι ὅλα σκυθρωπὰ καὶ φοβερά. Τίποτε δὲ γελάει. Νομίζει κανεὶς πὼς ὅλα τὸν φοβερίζουν καὶ πὼς ὅλα ἐπιβουλεύονται τὴ ζωή του.

Ἀγριώτερη φύσις πουθενὰ στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει.

Πελώριοι βράχοι ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο, ποὺ ἡ κορυφή του ὑψώνεται διακόσια πενῆντα μέτρα καὶ περισσότερα ἀπὸ τὴ ρίζα του, ὣς τὸ μικρότερο. Ἀληθινὸ δάσος ἀπὸ βράχους!

Μόλις λίγος οὐρανὸς κι αὐτὸς γεμᾶτος ἀπὸ ὄρνια, ποὺ ἔχουν ἐκεῖ γῦρο τὶς φωλιές τους.

Εἴχαμε μαζευθῆ ὅλοι οἱ λαϊκοὶ τῆς συντροφιᾶς κάτω ἀπὸ τὸ βράχο τῶν Μετεώρων. Περιμέναμε τὸ μητροπολίτη, ποὺ εἶχε ξεπεζεύσει ἀπὸ τ’ ἄλογο πολὺ μακριὰ κι ἀνέβαινε μὲ ὅλα τὰ γεράματά του τ’ ἀνηφορικὸ μονοπάτι.

Τὸ δίκτυ ἦταν κατὰ γῆς. Οἱ καλόγεροι, ποὺ θὰ ἐγύριζαν τὴν ἀνέμη, στὴ θέσι τους. Δὲν ἔλειπε παρὰ νὰ φθάσῃ ὁ Σεβασμιώτατος, γιὰ ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἀνέμη νὰ γυρίζῃ καὶ νὰ τρίζῃ, τὸ σχοινὶ νὰ μαζεύεται καὶ νὰ σηκώνεται τὸ δίκτυ στὸν ἀνήφορο ἔχοντας μέσα του μία ζωὴ ἓτοιμη νὰ χαθῇ, ἂν κοπῇ τὸ σχοινὶ ἤ χαλαρωθῇ ἡ ἀνέμη.

ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

2. Η ΑΝΑΒΑΣΙΣ

Τέλος ἦλθεν ὁ μητροπολίτης.῾Η καρδιά μου ἄρχισε νὰ κτυπᾷ τὶκ – τὰκ μὲ πολλὴ βία.Τὰ ποδάρια μου ἔτρεμαν σὰν νὰ εἶχε γίνει τὸ σῶμά μου δέκα φορὲς βαρύτερο.

῾Ετοιμαζόμουν νὰ παραμερίσω, νὰ κρυφθῶ, νὰ ἐξαφανισθῶ, νὰ φύγω, γιὰ νὰ μὴ μὲ διατάξῃ ὁ μητροπολίτης νὰ μπῶ πρῶτος ἐγὼ στὸ δίκτυ, γιατὶ εἶχα μάθει πὼς στὸ ἀνέβασμα τῶν Μετεώρων ἀνεβαίνουν πρῶτα οἱ μικρότεροι στὴν ἡλικία κι ὕστερα οἱ μεγαλύτεροι.

Δὲν ἦταν μόνον ὁ φόβος, ποὺ ἤθελα νὰ μὴν ἀνεβῶ πρῶτος, ἀλλὰ γιατὶ θὰ ἔχανα καὶ τὸ λαμπρὸ θέαμα τοῦ ἀνεβασμοῦ, ποὺ τὸ ἀπολαμβάνουν μόνον ὅσοι μένουν τελευταῖοι.

Εἶναι περιττὸ νὰ εἰπῶ πὼς ὁ μητροπολίτης θ’ ἀνέβαινε τελευταῖος.

᾽Εκεῖ ποὺ εὑρισκόμουν παραμερισμένος καὶ προσπαθοῦσα νὰ μὴ φαίνωμαι, ἀκούω τὴ φωνὴ τοῦ μητροπολίτη:

᾽Εμπρός! μέσα ὁ νεώτερος.

– ῎Ω, ποὺ νὰ πάρῃ ἡ ὀργή! εἶπα μέσα μου καὶ μ᾽ ἔπιασε τρεμούλα. Ν’ ἀρνηθῶ; ἡ φιλοτιμία μου δὲν τὸ ἐπέτρεπε. Τί νὰ κάμω; ᾽Εμπρὸς γκρεμὸς καὶ πίσω ρέμμα.

Ὅλη ἡ συντροφιὰ εἶχε τὰ μάτια ἐπάνω μου καρφωμένα. Τέλος ἔκαμα τὴν ἀνάγκη φιλοτιμία, ἐπροχώρησα λίγα βήματα, ἔκλεισα τὰ μάτια μου καὶ ἐκάθισα μέσα στὸ δίκτυ ὠχρός, ἄφωνος, σὰν ν’ ἀνέβαινα τὶς βαθμίδες τῆς λαιμητόμου.

Ὅλο τὸ αἷμά μου ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχε μαζευθῆ στὴν καρδιά μου. ῎Ηθελα νὰ φωνάξω, νὰ πεταχθῶ ἔξω ἀπὸ τὸ δίκτυ.

Ἀλλὰ τὰ πόδια μου δὲν εἶχαν δύναμι νὰ κινηθοῦν καὶ ἡ φωνή μου ἀπὸ τὸ φόβο μου εἶχε πνιγῆ μέσα στὰ στήθη μου.

Ἔξαφνα τὸ σχοινὶ ἐτραβήχθηκε ἀπότομα. ῎Ενοιωσα ἕνα βίαιο τράνταγμα κι εὑρέθηκα κρεμασμένος στὸ κενό. Ἄρχισα νὰ σηκώνωμαι τὸν ἀνήφορο.

Πάει πιά! Μοῦ ἐφάνηκε πὼς ἤμουν πεθαμένος καὶ πὼς εἶχα ἀφήσει τὸ σῶμά μου στὴ γῆ κι ἀνέβαινε ἡ ψυχή μου στὸν οὐρανὸ μὲ τὴ σκάλα τοῦ ᾽Ιακώβ.

Ὅσο ἀνέβαινα, τόσο ἐμεγάλωνε στὸ πνεῦμά μου ὁ φόβος τοῦ κινδύνου. Ἄκουα καθαρώτερα τὸ ἀδιάκοπο τρίξιμο τῆς ἀνέμης καὶ τοὺς συντρόφους μου κάτω ποὺ ἐμιλοῦσαν γιὰ μένα, καὶ μοῦ ἐφαίνετο σὰν νὰ μοῦ ἔψαλλαν τὸν ἐπικήδειο.

῾Η ἀνέμη ἐξακολουθοῦσε νὰ τρίζῃ, τὸ σχοινὶ νὰ μαζεύεται, τὸ δίκτυ ν’ ἀνεβαίνῃ κι ἐγώ ἐξακολουθοῦσα τὴν ἐναέρια πορεία μου στὸν ἀνήφορο.

Μέσα στὸ νοῦ μου εἶχε γεννηθῆ ἡ ἰδέα πὼς εἶχα πεθάνει καὶ πὼς τὸ σῶμά μου εἶχε μείνει κάτω στὴ γῆ καὶ ἡ ψυχή μου ἀνέβαινε στὴν οὐράνια κατοικία της, ἀνάμεσα ἀπὸ πλῆθος ἀστεριῶν, ἀστέρι κι αὐτὴ μικροσκοπικό.

Κι ἐνῷ ἔτρεχα,«τρὰπ» συγκρούομαι μ’ ἕνα σκληρὸ σῶμα.

Στὴ στιγμὴ ἀνοίγοντας τὰ μάτια μου εἶδα πὼς ἤμουν ἐπάνω στὰ Μετέωρα μέσα στὸ δίκτυ σὰν ψάρι. Πέντε ἓξι καλόγεροι κατεγίνοντο νὰ μὲ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὰ σχοινιά.

Μόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ δίκτυ, ἐκάθισα μία στιγμὴ σ’ ἓνα κάθισμα. Πόσο ἀνακουφίσθηκα! ῎Επειτα ἐτράβηξα πρὸς τὸ μοναστήρι ἔχοντας ὁδηγὸ ἕνα καλογεροπαίδι.

῾Η ψυχή μου ἐφούσκωνε μέσα μου κι ἐπαρακάλεσα τὸ καλογεροπαίδι νὰ μὲ ὁδηγήσῃ στὴν πιὸ ψηλὴ κορυφὴ τοῦ  βράχου. Μοῦ ἔδειξε μὲ τὸ χέρι κι ἐτράβηξα ἴσα πάνω.

 

3. ΤΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ

᾽Εστάθηκα ἐκεῖ σὰ στήλη κι ἔφερα γῦρο τὰ μάτια μου.

῾Η ἡμέρα ἦταν ἀσυννέφιαστη, καθάρια, σωστὴ ἀνοιξιάτικη ἡμέρα. Ὁ ἥλιος ἔγερνε πρὸς τὸ βασίλεμμά του πίσω ἀπὸ τὰ χιονοσκέπαστα κορφοβούνια τῆς Πίνδου, ποὺ ἐχάνονταν μέσα στὰ οὐράνια ὕψη.

Δυτικὰ ἐξαπλωνόταν ὁ καταπράσινος κάμπος τῶν Τρικκάλων. Ἀνατολικὰ ἄνοιγε ἡ κοιλάδα τοῦ Πηνειοῦ.

Μεσημβρινὰ ἐφαινόταν ἡ ὀροσειρὰ τῶν Ἀγράφων μὲ χιλιάδες γραμμὲς καὶ μυριάδες ὑψώματα, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὰ στενὰ τῆς Πόρτας καὶ πάει νὰ λούσῃ τὰ πόδια της στὸ Αἰγαῖο.

Ἀνατολικὰ ἄσπριζαν τὰ Φάρσαλα μὲ τὴ φυσική τους ἀκρόπολι κι ἔδειχναν τὶς μυτερές τους κορυφὲς τὸ Πήλιο κι ὁ Κίσσαβος, ποὺ ἔφερναν μικρὸ στεφάνι ἀπὸ χιόνι. Ὀρεινὰ ἁπλωνόταν ἡ ὀροσειρὰ τῶν Χασιῶν.

Ἀπ’ αὐτὴ τὴ λαμπρὴ εἰκόνα ἔλειπαν μόνο ὁ Ὃλυμπος καὶ τὰ στενὰ τῶν Τεμπῶν, γιὰ νὰ εἶναι ἀκέραιο στὸ μάτι τοῦ παρατηρητοῦ τὸ Θεσσαλικὸ πανόραμα, ποὺ τ’ ἀγκάλιαζε μὲ τὶς χρυσοπόρφυρες ἀκτῖνές του ὁ ἣλιος κι ἔστελνε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πίνδου τὸ πιὸ στερνὸ φίλημα ἐκείνης τῆς ἡμέρας στὰ κορφοβούνια τῶν Ἀγράφων, τῆς Γκούρας,τοῦ Πηλίου καἵ τοῦ Κισσάβου.

Ὁ πατέρας τῆς ἡμέρας ἀκούμπησε τὸ κάτω του τόξο στὸ κεφάλι τῆς Πίνδου κι ὅλα τὰ κορφοβούνια ἄρχισαν νὰ παίρνουν τὰ χρυσοπόρφυρα χρώματα, νὰ ἰσκιάζουν τὰ λακκώματα καὶ νὰ γιγαντεύουν οἱ ἡλιακὲς ἀκτῖνες καὶ οἱ ἴσκιοι.

Τὰ σύννεφα, ποὺ παραστέκονται στὴ δύσι, ἐχρυσώθηκαν λίγο λίγο κι ἔγιναν πελώρια χρυσᾶ κομμάτια, σὰν χρυσᾶ νησιὰ μέσα σὲ ἀργυρᾶ θάλασσα. Κι ὅσο ὁ ἥλιος κατέβαινε ἀργὰ ἀργά, τόσο τὰ χρώματα στὰ σύννεφα, στὰ κορφοβούνια καὶ στὸν οὐρανὸ ἄλλαζαν, ἄλλαξαν.

Καὶ τὴ στιγμή, ποὺ ἔπεσε πίσω ἀπὸ τὸ βουνὸ κι ἄρχισαν νὰ ξερροδίζουν καὶ τὰ ψηλότερα κορφοβούνια, ἡ ντροπαλὴ ῾Εσπέρα ἐπρόβαλε δειλὰ ν’ ἀνάψῃ πρῶτα ἕνα ἕνα κι ὕστερα πολλὰ πολλὰ μαζὶ τὰ καντήλια τῆς οὐράνιας ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὑποδεχθῇ τὴν πανέμορφη Νύκτα.

᾽Ημποροῦσα νὰ καθίσω ἐκεῖ ὅλη τὴ νύκτα κουβεντιάζοντας μὲ τ’ ἀστέρια, ἂν δὲν ἐρχόταν τὸ γνωστὸ καλογεράκι νὰ μοῦ εἰπῇ:

– Ὁρίστε μέσα, σᾶς περιμένουν.

Αὐτὸ μπροστὰ κι ἐγὼ πίσω ἐμπήκαμε στὴν αἴθουσα τῆς ὑποδοχῆς τοῦ μοναστηρίου, ὅπου ὁ δεσπότης καὶ ἡ ἄλλη συντροφιὰ ἔπαιρναν τὸ ὀρεκτικό τους κουβεντιάζοντας, ἐνῷ ὁ περιποιητικὸς ἡγούμενος ἑτοίμαζε τὸ τραπέζι τοῦ φαγητοῦ ἐπιστατῶντας ὁ ἴδιος σὲ ὅλα.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ε´ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ.ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ – Δ.ΔΟΥΚΑ – Δ.ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ -Ν.ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1957

Εἰκόνα «ἔργο τοῦ  Μπουτσελάκου» ἀπὸ royalgallery  

violet flower smiley