αφιερωμένο στην μητέρα μου καλή της ώρα

Τρέχουν τα χρόνια μαμά, «μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος» λέει ένας πολύ αγαπημένος στίχος.

Το αγαπούσες κι εσύ αυτό το παλιό τραγούδι!

Λες και ήταν χθες, τότε που πιασμένες σφιχτά από το χέρι, δίναμε την άγρια μάχη με το θάνατο που καραδοκούσε να σε πάρει.

Η μάχη ήταν άνιση αλλά είχες μάθει να αγωνίζεσαι μέχρι το τέλος!

Από το προηγούμενο βράδυ είχε αρχίσει το αιώνιο ταξίδι σου για τους ολάνθιστους κήπους του ουρανού, μα δεν το είχα καταλάβει.

Ξημέρωνε, με φώναξες και μου είπες: «Μην ανοίξεις αυτή τη ντουλάπα μέχρι να φύγω…»

«Γιατί μαμά τι έχει μέσα αυτή η ντουλάπα; Και πού θα πας;»

«Εμένα θέλει παιδί μου, μη φοβηθείς είμαι έτοιμη, πάω στους δικούς μου, έχουμε τόσα να πούμε!»

Παλέψαμε παλικαρίσια την επόμενη μέρα, αντισταθήκαμε με όλο μας το είναι, αλλά όπως πρόλαβες και μου είπες, πριν σβήσει η αγαπημένη σου φωνή «τέλειωσε το λαδάκι μου παιδί μου… στέγνωσε… να προσέχεις… την ευχή μου νάχεις!»

Και νωρίς το απόγευμα εκείνης της Δευτέρας άφησες το χέρι μου, με πόνεσε αυτό μαμά μ’ ακούς;

Ψέλλισες αδύναμα «το παιδί μου Παναγία μου, σε ευχαριστώ Κυρά μου» και παραδόθηκες κατάκοπη στην αιώνια γαλήνη και επιτέλους ξεκουράστηκες.

Ολόκληρη η ζωή σου ένας σκληρός αγώνας προσφοράς κι αγάπης.

Δεν κρατούσες τίποτα για σε σένα, όλα τα μοίραζες απλόχερα γύρω σου, παλιά, καινούργια κι έλεγες «δεν θα τα πάρω μαζί μου, όλα εδώ θα μείνουν. Ένα σάβανο κι έξω απ’ τη πόρτα!»

Δεν πρόλαβες να τελειώσεις το σχολείο σε πρόλαβε ο πόλεμος.

Κι όμως έμαθες ολομόναχη να γράφεις, να διαβάζεις και να κάνεις αριθμητικές πράξεις στο χαρτί με το μολύβι, πάντα με τον δικό σου μοναδικό αλάθητο τρόπο.

Τα γράμματά σου στο χαρτί δυσνόητα, αλλά έμαθα να σε διαβάζω με τα μάτια της καρδιά μου.

Θυμάμαι κάποτε μια «μορφωμένη» γειτόνισσα, που δεν αγωνίστηκε ποτέ στη ζωή της γιατί τα βρήκε όλα έτοιμα, όταν σε έβλεπε γυρνούσε υποτιμητικά την πλάτη της και μέσα από τα σφιχτά της χείλη σε αποκαλούσε πικρόχολα «αγράμματη!»

Μια μέρα τη σταμάτησες στο δρόμο και της είπες «έχεις δίκιο δεν είμαι σπουδαγμένη, είμαι αγράμματη, αλλά αντί να με ρωτήσεις το λόγο, με κρίνεις και αυτό είναι αμαρτία!»

Δεν ξέρω τι να πρωτογράψω για σένα μαμά;

Ήσουν και θα είσαι πάντα για μένα όσο ζω, ένα πυκνογραμμένο ανοιχτό βιβλίο, με απλές αράδες «δυσνόητες» μόνο για τους «μορφωμένους» γεμάτο αλήθειες, που προσπαθώ να ακολουθώ στη ζωή μου.

Κάθε φορά που ανοίγω το στόμα μου να αρθρώσω μία λέξη …είναι σα να μιλάς εσύ, σχεδόν ακούω τη φωνή σου!

Δύσκολος αυτός ο μήνας σημαδεμένος (Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011 ώρα 16:15’), πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια, απίστευτο πως κυλάει ο καιρός, τρεχούμενο νεράκι!

Δεν κλαίω πια συχνά μαμά, μόνο σήμερα λιγάκι, δεν άντεξα το ‘θελε και η μέρα, μη με μαλώσεις.

Θυμάμαι τα λόγια σου στις τελευταίες στιγμές « μην κλαις παιδί μου είναι αμαρτία να κλαίς, πρέπει να χαίρεσαι για μένα!»

Ναι μαμά χαίρομαι για σένα και τα κατάφερα, δεν πολυκλαίω πια, να μόνο κάτι στάλες αραιά και που βαραίνουν τα μάτια μου, κάθε φορά που μπαίνω φουριόζα στο δωμάτιό σου για να σε καλημερίσω!

Ακόμα ξεχνιέμαι! Μα αφού σε νιώθω δίπλα μου!!

Περνούν τα χρόνια μαμά και πλαταίνει ο δρόμος όλο και περισσότερο μέχρι να σε ανταμώσω!

Καλή αντάμωση μαμά!

Η μικρή σου…

Μέλια.

Εικόνα έργο του christian schloe από: agonistica

Κείμενα αφιερωμένα στην μητέρα μου ΕΔΩ

pink rose smiley

.

.