Ἀχιλλέας Παράσχος

Χριστέ, σέ τοῦτα τ’ ἄπιστα καταραμένα χρόνια

πού δέν πιστεύουν τίποτε, οὔτ’ ἀγαποῦν κανένα,

πού φῶς μᾶς ὁδηγεῖ τυφλό καί μᾶς παγώνουν χιόνια,

ἐγώ πιστεύω κι ἀγαπῶ ὁλόψυχα Ἐσένα.

Πιστεύω σάν τή μάννα μου, πιστεύω σάν παιδάκι.

Πίνω τ’ ἀθάνατο νερό κι ἀφήνω τό φαρμάκι.

Δέν ἔγινα τόσο σοφός ἀκόμα, γιά νά σβύσω

μονάχος τήν ὑστερινή ἐλπίδα, καί νά τρέχω

εἰς τούς πιθήκους, εὐγενεῖς προπάππους νά ζητήσω.

Πατέρα, τόν θεόπλαστο Ἀδάμ, ἀρκεῖ νά ἔχω.

Ἄς χαίρωνται τήν ὑψηλή αὐτή καταγωγή τους

καί τήν ἐλπίδα ἄς σβύσουνε μέ τή σοφή πνοή τους.

Πιστεύω! Νά τά φῶτα μου: Τό Εὐαγγέλιό μου.

Διαβάζω μ’ ἄδολη καρδιά καί βρίσκω τό Θεό μου.

Καί ποιό σκοτάδι, ποιά νυχτιά αὐτό δέν ἐξορίζει;

Σάν ἥλιος κάθε του ψηφίο καί γράμμα μέ φωτίζει.

Βλέπω, ἀκούω τό Θεό σέ κάθε του σελίδα

καί πιάνω μέ τά χέρια μου, τήν πιάνω τήν ἐλπίδα!


Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΚΙΒΩΤΟΣ
ΠEPIOΔIKH EKΔOΣIΣ KATHXHTIKΩN ΣXOΛEIΩN
IEPAΣ MHTPOΠOΛEΩΣ MEΣΣHNIAΣ
ΤΕΥΧΟΣ 44 – ΙΟΥΝΙΟΣ 2014

Εἰκόνα ἀπὸ:taringa

violet flower smiley