Λίτσα Απαλάκης

Σὰν κουβαλᾷς στὴν πλάτη σου κάμποσα χρόνια, ὁ ὕπνος σου τὸ βράδυ εἶναι μᾶλλον λιγοστός.

Κι ἂν κάποια φορὰ τὴ νύχτα συμβεῖ μάλιστα νὰ ξεσπάσει καὶ κάποια μπόρα, γίνεται ἀκόμη πιὸ λίγος.

Ξαγρυπνᾷς ἀκούγοντας τὸ τραγούδι τῆς βροχῆς, κι ὅταν αὐτὸ σταματήσει, προσπαθεῖς, μὲ τὴ βοήθεια μουσικῆς ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο, νὰ κερδίσεις λίγο ὕπνο. Καὶ μπορεῖ νὰ σὲ βρεῖ τὸ χάραμα, κι ἐσὺ νὰ εἶσαι ἀκόμη ξύπνιος.

Ἕνα τέτοιο πρωινό, τὰ μάτια μου ἄνοιξαν ἀπὸ μιὰ ἡλιαχτίδα, ποὺ εἶχε «γλιστρήσει» ἀπὸ τὸ παντζούρι.

Αὐτὴ μέ «συμβούλευσε» νὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ νὰ πάω μιὰ βόλτα. Τὴν ἄκουσα, γιατὶ ἔνιωθα μᾶλλον καλά. Ἐγὼ συνήθως «ἀκούω» ὅ,τι μοῦ προτείνει κάποιος,ἂν αὐτὸ μὲ συμφέρει, βέβαια…

Σ η κ ώ θ η κ α λοιπὸν γρήγορα, ἄνοιξα τὸ παράθυρο καὶ εἶδα τὸν ἥλιο ὅτι εἶχε ἀνέβει. Τὸ κρυαδάκι ὅμως, μολονότι ἦταν Μάης, ἔτσουζε.

Ξέρετε δὰ τώρα τὸν καιρὸ τῆς Ἀθήνας.

Ντύθηκα καλά, ἔφαγα κάτι καὶ ξεκίνησα γιὰ τὴ βόλτα, σκεφτόμενη ὅτι, σήμερα ποὺ ὁ οὐρανὸς ἦταν φωτεινός, καλὰ θἆταν νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας. Κι ἄρχισα νὰ βαδίζω ἀργά, γιατί, ἂν ὁ ἄνθρωπος περπατᾷ γρήγορα, δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ πολλὰ πράγματα.

Περπατοῦσα μάλιστα καὶ προσεκτικά, γιὰ νὰ μὴ γλιστρήσω καὶ πέσω, ὃ μὴ γένοιτο, γιατὶ οἱ δρόμοι ἦταν γεμάτοι νερὰ ὕστερα ἀπὸ τὴ χθεσινὴ μπόρα. Πήγαινα ὅμως ἀπὸ τὸν ἥλιο, γιατὶ ἦταν μιὰ παρηγοριὰ στὸ πρωινὸ ἀγιάζι, κι ἂς ἦταν «μὲ δόντια», ὅπως λένε. Ἡ βόλτα μου δὲν θἆταν καὶ πολὺ μακρινή, γιατὶ τὴν εἶχα συνδυάσει καὶ μὲ κάτι ψώνια, κάπου στὴ γειτονιά μου.

Ξέρετε, στὴ γειτονιά μου ὑπάρχουν κάμποσα ἐρειπωμένα ἀρχοντικά, ποὺ ὁ πανδαμάτωρ χρόνος ἔχει χαράξει πάνω τους τὴ φθορά. Σὲ μιὰ σχισμὴ τῆς μάντρας ἑνὸς τέτοιου ἀρχοντικοῦ, τὸ μάτι μου ἔπεσε σὲ ἕνα ἀνθάκι ποὺ εἶχε φυτρώσει ἐκεῖ, καὶ τὸ ρώτησα: «Τί κάνεις ἐσὺ αὐτοῦ; πῶς βρέθηκες ἐκεῖ;».

Ἐκεῖνο μὲ κοίταξε καὶ μοῦ φάνηκε ὅτι μοὔκλεισε τὸ μάτι, καθὼς τὸ ἀεράκι ποὺ φύσαγε κούνησε τὰ πεταλάκια του.

«Ξέρω καὶ γώ; Κάποιος ἀέρας, ὡς φαίνεται, μ’ ἔφερε ἐδῶ μικρὸ σποράκι καὶ κούρνιασα. Ὥσπου ἦρθε ἡ ἄνοιξη, καὶ μιὰ ἀχτῖνά της μ’ ἔφερε στὴ ζωή», μοῦ ἀπάντησε.

«Καὶ δὲν φοβᾶσαι τὸν ἄσχημο καιρό;», τὸ ξαναρωτῶ.

«Δὲν βαριέσαι», μοῦ ἀπαντᾷ· «ἄλλωστε ἡ δική μου ζωὴ εἶναι τόσο μικρή. Ἴσως μάλιστα κάποιος περαστικὸς μὲ κόψει, ἔτσι γιὰ νὰ κάνει κάτι, καὶ μοῦ στερήσει καὶ τὸ λίγο ποὺ θὰ εἶχα ἀκόμα νὰ ζήσω. Πάντως, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ μοῦ μίλησες, ποὺ μὲ πρόσεξες. Νἆσαι καλά!».

Τὸ κοίταζα καὶ δὲν χόρταινα νὰ τὸ καμαρώνω, τόσο ὄμορφο ποὺ ἦταν, μὲ τὰ μεταξένια, ροδαλὰ πεταλάκια του.

Δὲν πρόλαβα ὅμως νὰ χαρῶ περισσότερο τὴν ὀμορφιά του, κι ἄρχισε νὰ φυσᾷ ἀέρας, ποὺ ὅλο καὶ δυνάμωνε καὶ τὸ ταρακουνοῦσε. Τὸ κοίταζα λυπημένα.

Καθὼς τὸ ἀγέρι δυνάμωνε, τὸ τσάκισε, καὶ πρὶν τὸ πετάξει κάτω, ἐκεῖνο πρόλαβε νὰ μοῦ πεῖ: « Ἂν θέλεις, σὲ παρακαλῶ, ὅταν πέσω, μάζεψέ με καὶ πάρε με νὰ μὲ θυμᾶσαι, κι ἐγὼ θὰ ξέρω ὅτι κάποιος μ’ ἔχει κοντά του»...

Ἔσκυψα καὶ τὸ πῆρα, πρὶν προλάβει ὁ ἀέρας νὰ τὸ ἀπομακρύνει, καὶ κρατώντας το τρυφερὰ τοῦ εἶπα: «Μὴ στενοχωριέσαι, καλό μου, θὰ σὲ βάλω στὸ ἀγαπημένο μου βιβλίο καὶ θὰ κρατῶ τὴν ἀνάμνησή σου σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς καρδιᾶς μου».

Ὁ ἥλιος χάθηκε κι ἄρχισε νὰ ψιλοβρέχει. Τάχυνα τὸ βῆμά μου, νιώθοντας μιὰ χαρμολύπη μέσα μου…

ΚΟΥΒΕΝΤΟΥΛΑ ΜΕ ΕΝΑ ΑΝΘΑΚΙ

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

«Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΟΣ»
έτος 61ο – Μάιος – Ἰούνιος 2015 – Ἀρ. 609

Εικόνα από:forwallpaper

violet flower smiley