Μιά φορά, μετά ἀπό μία πολύωρη καί κουραστική ἡμέρα ἐργασίας, γύρναγα γιά τό σπίτι μου μέ τά πόδια. Ἐκεῖ πού περπάταγα ὅλο κούραση καί μέ μυαλό βυθισμένο σέ σκέψεις, ξαφνικά σβήνουν τά φῶτα!

Ὁλική διακοπή ρεύματος! Δέν ἔβλεπες τίποτα! Οὔτε φεγγάρι εἶχε οὔτε ἀστέρια. Ἀμέσως ἄρχισα νά πνίγομαι, σκοτάδι παντοῦ!

Νύχτα καί φόβος ἄρχισαν νά μέ κυριεύουν! Τί θά κάνω; Τώρα; Δέν βλέπω τίποτα! Τό φοβᾶμαι τό σκοτάδι! Ποῦ θά πάω;

Πῶς θά φτάσω σπίτι μου; Πῶς ἄργησα ἔτσι ἐγώ; Ὁ δρόμος ἦταν μοναχικός καί ἔρημος.

Δέν ὑπῆρχαν σπίτια τριγύρω, καί ἀπό ἐκεῖ δέν περνοῦσε κανείς. Νά γύρναγα πρός τήν συνοικία ἦταν ἀδύνατον, εἶχα κάνει ἤδη πάνω ἀπ’ τή μισή διαδρομή. Ἔπρεπε νά προχωρήσω.

Τό ἀποφάσισα! Μέ μισή καρδιά συνέχισα τό δρόμο μου, προσπαθώντας νά μήν παραπέσω πουθενά.

Ἔπρεπε νά περπατάω σέ μία νοητή εὐθεία, στό κάτω κάτω ἄν ξέφευγα θά τό καταλάβαινα ἀπ’ τ’ ἀγκάθια, τίς πέτρες καί τούς θάμνους δεξιά κι ἀριστερά τοῦ δρόμου.

Θεέ μου, βοήθησέ με νά προχωρήσω, δές, λέω ἀπό μέσα μου, λίγο σκοτάδι ἔκανε καί φοβήθηκες! Σέ θάμπωσαν τά φῶτα καί τώρα δέν βλέπεις ποῦ πατᾶς!

Τώρα πού ἔσβησαν τά φῶτα καί μέ τό φόβο ἀπ’ τό σκοτάδι οἱ σκέψεις μου ἄλλαξαν….

Ἄχ ἑαυτέ μου πῶς φοβᾶσαι! Κοίτα πῶς ἔνοιωσες γιά δυό τρεῖς λάμπες πού ἔσβησαν καί δέν ξέρεις ποῦ πᾶς…

Ἔτσι θά εἶναι ἄραγε τό σκοτάδι στήν ψυχή μας ὅταν κάνουμε ἀσεβεῖς καί ἀπρεπεῖς πράξεις, ὅταν μιλᾶμε ἄσχημα, ὅταν δέν ἀφήνουμε τά λόγια του Χριστοῦ νά φωλιάσουν μέσα μας, νά μᾶς γλυκάνουν, νά μᾶς φωτίσουν.

Θἆ ’ναι ἔρημα καί σκοτεινά! Ὅπως ὁ ἄνθρωπος βασανίζεται καί τυραννιέται, ὅταν δέν βλέπει ποῦ πάει, ἔτσι εἶναι καί ἡ ψυχή του, ὅταν παραγκωνίζεται καί παραμελεῖται.

Σβήνουμε ἀπό μέσα μας τό φῶς τό ἀληθινό καί φωλιάζουμε τό εὔκολο, τό πρόσκαιρο, τό ψεύτικο! Καί τά φῶτα πού ἔσβησαν φτιαχτά ἦταν, ψεύτικα, ἀληθοφανῆ, λογικό δέν ἦταν νά πάθουν μία βλάβη; Ἕνα μπλακάουτ!
Γιατί ὄχι καί τώρα;

Τήν ἡμέρα καί τόν ἥλιο, ὅμως, δέν τούς γελᾶς. Ἔτσι εἶναι, ἔτσι ἀκριβῶς! Σκοτάδι στό δρόμο, σκοτάδι καί στήν ψυχή μου, ὅταν κάνω πώς δέν ξέρω καί πώς δέν βλέπω, πώς δέν ἄκουσα καί πώς δέν μπορῶ. Πῶς τολμῶ καί βιώνω αὐτό τό σκοτάδι;

Μέ τί καρδιά καταστρέφω στήν ψυχή μου, ὅ,τι πιό ὄμορφο καί ἁγνό ἔχω μέσα μου; Νά πᾶς νά χαζολογᾶς μπορεῖς, νά πᾶς νά βοηθήσεις δέν μπορεῖς!

Νά ἀσχολεῖσαι καί νά χλευάζεις τούς γύρω σου μπορεῖς, γιά νά βοηθήσεις τόν δίπλα σου ὅμως δέ σέ νοιάζει. Συγγενή τόν ἔχεις; Νά πᾶς γιά βόλτα μπορεῖς! Γιά νά πᾶς ἐκκλησία δέν μπορεῖς;

Δέν μπορεῖς, δέν μπορεῖς….. Μπορεῖς! Μπορεῖς!

Μπορῶ! Ναί, Θεέ μου, μπορῶ…. Ἀκόμη καί στό σκοτάδι μπορῶ νά συνεχίσω. Ἐγώ ἔχω τό φῶς μέσα μου.

Ἔχω τό Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτό μέ καθοδηγεῖ καί μοῦ δείχνει ποιός δρόμος εἶναι ὁ σωστός, τί νά ἀκολουθήσω, κι ἄν ἀκόμη χαθῶ κι ἄν ἀκόμη ξεστρατίσω καί πάλι θά βρῶ τό δρόμο μου, ἡ Θεία Χάρις δέν μᾶς ἀφήνει ποτέ.

Τό ἀκοῦς ἑαυτέ μου; Ποτέ!

Καθώς συνέχιζα τό δρόμο μου, εἶδα στό βάθος ἕνα ἰσχνό φῶς. Νά το τό φῶς! Μέ περιμένει!

Ἄχ τί χαρά! Δέν χάθηκα!

Αὐτό εἶναι τό δικό μου φῶς τό ἐπίγειο, πού μέ ὁδηγεῖ στήν ἀγάπη καί τή θαλπωρή τῆς οἰκογένειάς μου, στή φωλιά καί τήν ἀσφάλεια. Μέ τό ἄλλο φῶς, τό Ἅγιο θά ὁδηγήσω τήν ψυχή μου στήν ἀγαλλίαση, τήν ἀγάπη καί τήν προστασία τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς ἔχουμε τή λάμπα, ἐμεῖς καί τό διακόπτη, ἐμεῖς ἔχουμε τή μέρα, ἐμεῖς καί τόν ἥλιο, ὅπως τή νύχτα καί τό σκοτάδι κι ἐμεῖς τήν ἀπόφαση γιά τό πῶς θά βαδίσουμε.

Δρόμος φωτισμένα σκοτεινός.

Δ.Κ.

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΚΙΒΩΤΟΣ
ΠEPIOΔIKH EKΔOΣIΣ KATHXHTIKΩN ΣXOΛEIΩN
IEPAΣ MHTPOΠOΛEΩΣ MEΣΣHNIAΣ

ΤΕΥΧΟΣ 44 – ΙΟΥΝΙΟΣ 2014 

Εἰκόνα ἀπὸ: candeia.jor.br

violet flower smiley