Κάποτε οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν καθετί που τους χάριζε η φύση.. Τότε που ζούσαν σε αυτή, τότε που ήταν ένα με αυτή.. που ανήκαν σ’αυτό που λέμε ευρύτερο οικοσύστημα..

Τότε που δεν υπήρχαν σκουπίδια στον πλανήτη, γιατί καθετί είχε τη χρησιμότητά του, το ρόλο του.. τίποτα δεν ήταν άχρηστο (εξάλλου αυτός δεν είναι κι ο ορισμός τους σκουπιδιού; «καθετί άχρηστο, απόρριμα» γράφει και το λεξικό).

Η φύση, λοιπόν, δεν είχε λόγο να δημιουργήσει «άχρηστα», να δημιουργήσει «σκουπίδια». Τώρα, το τί λόγο είχαμε εμείς να το κάνουμε, σηκώνει μεγάλη κουβέντα.

Κάποτε, λοιπόν, στο χωριό πετούσαν τα «σκουπίδια» τους στη φύση.. αλλά τότε «σκουπίδια» ήταν τίποτα φλούδια από φρούτα, κανένα τσόφλι από καρπό και άλλα σχετικά, που μόνο «άχρηστα» δεν ήταν, αφού σχηματίζαν ένα ωραιότατο φυσικό λίπασμα και ποτίζαν με ζωή τον επόμενο καρπό που θα ξεφύτρωνε στα απομεινάρια τους.

Σήμερα, υπάρχουν κάποιοι στο χωριό που ακόμα πετούν τα σκουπίδια τους στη φύση.. πλαστικά περιτυλίγματα, συνθετικά σακουλάκια, μπογιατισμένα κονσερβοκούτια κι όλα τα σχετικά.. Το πλαστικό σακουλάκι από το κρουασάν αντικατέστησε τα κουκούτσια από τα τζάνερα..

Τα τζάνερα σαπίζουν πάνω στα δέντρα, καθώς κανείς δε μπαίνει στον κόπο να τα μαζέψει να τα κάνει μαρμελάδα για το πρωινό, αφού πλέον το πρωινό φυτρώνει σε πλαστικά σακουλάκια, κι όχι στη φύση. Κοινώς φυτρώνει μέσα σε μελλοντικά σκουπίδια (καθετί άχρηστο δεν είπαμε είναι ο ορισμός;).

Η μεγάλη δυστυχία είναι, πως δεν κυκλοφορεί μονάχα η βρώση μας τυλιγμένη σε πλαστικά μελλοντικά απορρίματα με αμφιβόλου ποιότητας περιεχόμενο τεχνητής μυρωδιάς και γεύσης και συνθετικής αφής, αλλά και η πνευματική μας τροφή ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουνε μπει στο χορό και τα συναισθήματα κι η ίδια η αγάπη..

Εκεί να δεις περιτύλιγμα, άρωμα τεχνητό, γεύση συνθετικής σοκολάτας τόσο τέλεια διαμορφωμένη που ξεγελά και τον πιο εκπαιδευμένο γευσιγνώστη, κι εμφάνιση αα’! Κι αρχίζουν να σερβίρονται και τα συναισθήματα σε σακουλάκια.. με ημερομηνία λήξεως (άλλοτε καθαρή, άλλοτε δυσδιάκριτη, άλλοτε και εκ προθέσεως αλλοιωμένη), με βλαβερές συνέπειες για τα δόντια (παλιά θά’σπαγες κανά δόντι από κανένα σκληρό μύγδαλο, τώρα σαπίζει από το υλικό.. εννοείτε τη διαφορά;), μ’εκείνη τη μυρωδιά του χημικού συντηρητικού να πλανιέται στον ουρανίσκο(ακόμα και στην πιο απολαυστική μπουκιά), μπουκιές με τεχνητό άρωμα κεράσι ή βερίκοκο (ανάλογα τα γούστα ή την περίσταση) συσκευασμένες σε απορρίματα φανταχτερά, ενυπωσιάκα ή ακόμη και ιδιαίτερα προσεγμένα και διακριτικά που, τσακ, τα κουβαριάζεις στη χούφτα σου και τα πετάς στον κάλαθο των αχρήστων… και στη βιτρίνα, σε περιμένουν τα επόμενα..

Κι ας επανέλθω στο τότε.. τότε που ο άνθρωπος δεν είχε την πολυτέλεια να αναλώνει το χρόνο του πλάθοντας σκουπίδια και ξετυλίγοντας σακουλάκια.. τότε που εργαζόταν απ’το ξημέρωμα ως τη μαύρη νύχτα για να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή επιβίωση (σε αντίθεση με το σήμερα που «δεν έχει την πολυτέλεια» να αναλώνει το χρόνο του κουβεντιάζοντας με τα παιδιά του, πίνοντας κρασάκι παρέα με ένα φίλο ή φυτεύοντας ένα γιασεμί στο μπαλκόνι του γιατί.. εργάζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ για να εξασφαλίσει περισσότερα πλαστικά σακουλάκια τροφής, πνεύματος και συναισθημάτων…).. ας επανέλθω στο τότε, λοιπόν.. κι ούτε καν στο «τότε» των περασμένων αιώνων, αλλά στο «τότε» κάνα-δυο γενεών πριν.. που, τουλάχιστον στην επαρχία, ο άνθρωπος ήταν ακόμη κομμάτι, «μέρος», της φύσης που τον περιέβαλλε..

Κι εδώ κολλάνε τα κουκούτσια από βερίκοκο.. μιας και, καθώς, τίποτα, δεν πήγαινε χαμένο.. τα κουκούτσια τούτα, χρησίμευαν στο να παρασκευαστεί το πατροπαράδοτο λικεράκι που σερβίραν στον καλεσμένο, συντροφιά με το γλυκό του κουταλιού.

Κι επειδή, αυτές τις μέρες, το έφτιαξα κι εγώ με τα κουκούτσια της βερικοκιάς μου, ας παραθέσω τη συνταγή.. για τον όποιο τυχόν ενδιαφερόμενο.. Κι ας αναφέρω επιπλέον ότι τα συστατικά τούτου του «άχρηστου» κουκουτσιού έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες και θεωρούνται ιδιαίτερα ωφέλημα για τον οργανισμό και τη μακροζωϊα (αν και η υπερβολική και αλόγιστη κατανάλωση τους μπορεί να αποβεί τοξική).

Η συνταγή συναντάται με διάφορες παραλλαγές. Θα περιγράψω την πιο απλή. Βάση για το λικέρ μπορεί να αποτελέσει το κονιάκ, το τσίπουρο (θα συνιστούσα χωρίς γλυκάνισο σε αυτή την περίπτωση) ή ακόμη και η βότκα.

Εγώ προτίμησα το κονιάκ. Πάντως χρειαζόμαστε ενάμιση λίτρο αλκοολούχας βάσης για 150 περίπου κουκούτσια βερίκοκου και γύρω στο μισό κιλό ζάχαρη (προσωπικά χρησιμοποιώ λιγότερη γιατί δεν το προτιμώ να γλυκίζει). 

Καταρχάς, μ’ένα σφυρί (ή με κάποιο εξειδικευμένο εργαλείο) σπάμε τα κουκούτσια του βερίκοκου για να αφαιρέσουμε τον πυρήνα τους, ο οποίος και μας ενδιαφέρει. Ένας πυρήνας με όψη, άρωμα και γεύση μικροσκοπικού πικραμύγδαλου.

Τούτα τα «αμυγδαλάκια» παρέα με καμιά δεκαριά ολόκληρα κουκούτσια, θα τα τοποθετήσουμε σε ένα γυάλινο δοχείο, μαζί με το κονιάκ και τη ζάχαρη. Θα σφραγίσουμε το βάζο και θα το αφήσουμε κάτω από τις ακτίνες του ήλιου για κανένα μήνα, ανακατεύοντας το μείγμα κάθε τόσο (ακόμη και μια φορά τη βδομάδα) ώστε να μην κρυσταλλώσει η ζάχαρη.

Τέλος θα το σουρώσουμε και θα είναι έτοιμο για να τρατάρουμε όποιον περάσει το κατώφλι μας για να μας αποθέσει την ανθρώπινη καλημέρα του…

Πηγή: Φιρίκι 

Εικόνα από: ezidri-master

violet flower smiley