Κανείς δέν τόν περιμένει… Κανείς δέν τόν καλεῖ. Κι ὅμως ἔρχεται «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί». (Θεσ. Α΄ 5,2).

Καί παίρνει τό παιδί ἀπό τήν κούνια καί τήν ἀγκαλιά τῆς μάνας. Τόν ἔφηβο ἀπό τό μαθητικό θρανίο. Τό σύζυγο ἀπό τό στεφάνι.

Τόν κουρασμένο γέροντα ἀπό τό στρῶμα τῶν γηρατειῶν.

Ἐκεῖνος ἔρχεται…

Πότε ἀπό μιά ἀρρώστεια. Πότε ἀπό ἕνα ἀτύχημα. Πότε ἀπό μιά ἀνθρώπινη ἀφορμή. Πότε ἀπό μιά μυστηριώδη καί ἀνεξήγητη… αἰτία.

Κι ὅταν ἔλθη ἀρχίζομε τά δάκρυα καί τά «γιατί»

Κλαῖμε τό ἀγαπημένο πρόσωπο. Κλαῖμε τήν ὕπαρξη πού χάθηκε, τά ὄνειρα πού σβήσανε. Κλαῖμε γιατί μᾶς ἔλειψε ἡ συντροφιά. Κλαῖμε γιατί χάσαμε τό στήριγμα κάι τήν ἀπαντοχή μας.

Κλαῖμε γιατί χάσαμε τήν ἀγάπη. Κλαῖμε τήν ἀνθρώπινη μοίρα.

Γιατί κόπηκε τό νῆμα; Γιατί δέν ὁλοκληρώθηκε ἡ πορεία; Γιατί σταμάτησε ἡ δημιουργία; Γιατί δέν τελείωσε ὁ ἀγῶνας; Γιατί ἡ ζωή πῆρε πίσω αὐτό πού μᾶς ὑποσχέθηκε;

Γιατί δέν ἀπάντησε ὁ Θεός; Τί ἔγιναν οἱ προσευχές καί τά τασίματα; Γιατί τό σύμπαν ἐγκαταλείπει τούς δικαίους στήν ὥρα τῆς ἀγωνίας των;

Ὁ ἄνθρωπος στεκει ἀνίσχυρος μπροστά στό μυστήριο τοῦ θανάτου.

Καί ὁ Θεός συχνά σωπαίνει στίς ὧρες τοῦ πόνου, ὅπως καί τότε πού ἀκούστηκε πάνω ἀπό τό Σταυρό ἡ κραυγή τοῦ Θείου Πόνου: «Ἠλί – Ἠλί λαμά σαβαχθανί: Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλειπες;» (Ματθ. κζ΄46).

Ὑπάρχει μιά σιωπῶσα ἀγάπη πού δέν ἀπαντᾶ εἰς τούς θρήνους τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς: Ἀπαντᾶ ὅμως μετά τρεῖς ἡμέρες θριαμβευτικά στήν αὐγή τῆς «μιᾶς τῶν Σαββάτων».

Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι τόσο θριαμβευτική: Ἀνάστασις καί Νίκη.

«Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περί τῶν κεκοιμημένων ἵνα μή λυπῆσθε καθώς καί οἱ λοιποί οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα» (Θεσ. Α΄ 4,13).

Πραγματικά ὅσοι δέν ἔχουν ἐλπίδα τῆς αἰωνιότητος, συντρίβονται ἀπό τόν θάνατο τῶν ἀγαπημένων ὑπάρξεων καί μένουν ἀπαρηγόρητοι καί θλιβεροί.

Ὁ θάνατος μπορεῖ νά μαράνῃ ὅλα τά ἄνθη μπορεῖ νά σβύση ὅλα τά ὄνειρα τῆς ζωῆς καί νά μεταβάλη τήν καρδιά μας σ’ ἕνα θλιβερό νεκροταφεῖο.

Ὅμως ἐκεῖνοι πού μποροῦν σ’ αὐτές τίς σκοτεινές στιγμές νά σταθοῦν ὀρθοί καί νά κάμουν τήν ὁμολογία: «προσδοκῶ Ἀνάστασιν νεκρῶν», ἐκεῖνοι μποροῦνε νά παρηγορηθοῦνε καί ν’ ἀκούσουνε τό γλυκύτατο λόγο: «οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει» Λουκ. (η΄ 52).

Τόν εἶπε ὁ Ἀρχηγός τῆς Ζωῆς καί τοῦ Θανάτου. Ἐκεῖνος πού νίκησε τό θάνατο, ἡμέρωσε τόν πόνο κι ἔστρωσε μ’ ἐλπίδα τούς δρόμους τῆς ζωῆς.

Ὑπάρχει μιά γαλάζια ἐλπίδα, ἡ ἐλπίδα τῆς πίστης, πού σκίζει τό σκοτάδι τοῦ θανάτου καί προμηνύει τή Μεγάλη Αὐγή.

Μακάριοι ὅσοι κρατοῦνε τήν ἐλπίδα αὐτή κρυμμένη μέσα στήν καρδιά των καί κάνουνε τόν πόνο των ἀγάπη καί θυσία.

Μιά ἀγάπη πού θά ἀνάβη τό καντῆλι καί θά ψάλλη τό Μνημόσυνο πάνω ἀπό τόν τάφο. Αὐτό τό ἱερό προσκλητήριο τῆς ἀγαπημένης ψυχῆς μπροστά στό Θρόνο τῶν Οἰκτιρμῶν καί τοῦ Ἐλέους.

Μιά ἀγάπη πού θά ἀγρυπνᾶ πάντα καί θά στέλνη δῶρα καί χαιρετίσματα μέ τό ταχυδρομεῖο τῆς φιλανθρωπίας.

Μιά ἀγάπη πού θά γίνεται Μυροφόρα καί παρηγορήτρα, σκουπίζοντας τά δάκρυα τῶν ἄλλων.

Μιά ἀγάπη πού θά ζώνεται τ’ ἄρματα τοῦ «νεκροῦ ἀδελφοῦ» καί θά συνεχίζη τή μάχη. Θ’ ἀποτελειώνη τό χρέος μέσα στήν ἀνθρωπότητα, μέσα στόν κόσμο.

«Ἡ ἀγάπη εἶναι πλειό δυνατή κι ἀπ’ τό θάνατο» (Παρ. Σολομῶντος).

«Μακάριοι οὗς ἐξελέξω καί προσελάβου Κύριε».

Κύριε, πᾶρε τούς ἀγαπημένους μας νεκρούς κοντά Σου.

Κοντά στό φῶς καί στήν αἰωνιότητά Σου. Ἐμεῖς ὅσο καί νά τούς ἀγαποῦμε δέν μποροῦμε νά τούς συνοδεύσωμε πέρα ἀπ’ τό χεῖλος τοῦ τάφου.

Πᾶρε τους κοντά Σου, στούς χορούς τῶν ἐκλεκτῶν καί τῶν Ἁγίων Σου. Ἐκεῖ ὅπου «οὔτε πένθος, οὔτε κραυγή, οὔτε πόνος, οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. κα΄5)

Φύλαξέ τους ὡς τήν ὥρα πού θἄρθωμε καί ‘μεῖς καί θά γίνη ἡ Μεγάλη Ἀντάμωση μαζί των. Μαζί των καί Μαζί Σου.

Καί στίς σπασμένες μας καρδιές ἀπό τόν πόνο τοῦ θανάτου νά τίς γλυκάνης, Κύριε, καί νά δέσης τίς ματωμένες  πληγές μας.

Γιατί Σύ Εἶσαι ὁ Μεγάλος Γιατρός καί παρηγορητής. Σύ ἦλθες «ἱάσασθαι τούς συντετριμμένους τῇ καρδίᾳ» (Ἠσαΐας).

Ἀμήν.

† Ὁ Κ. & Σ. Εἰρ

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

«ΧΡΙΣΤΟΣ & ΚΟΣΜΟΣ»
Περιοδική Ἔκδοση  τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάμου & Σελίνου
Τεῦχος 43, Ἀπρίλιος-Μαϊος-Ἰούνιος 2013

Εἰκόνα ἀπὸ: paranormal-news.ru

violet flower smiley