ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

« Περιοδικὸν Νουμᾶς » Παῦλος Νιρβάνας

Διασκευὴ Ν. Α. Κοντοπούλου

Ὁ λαὸς

Εὑρέθηκα κάποτε σ’ ἕνα εὐτυχισμένο λαό. Ὁ λαὸς αὐτὸς ἦταν χαριτωμένος, ἥμερος, ἀγαθός, εἰρηνικός.

Ἐχαιρόταν τὸν ἥλιο, τὸν ἀέρα, τὶς ὀμορφιὲς τῆς φύσεως, χωρὶς τίποτε νὰ τοῦ λείπῃ, χωρὶς τίποτε νὰ γυρεύῃ.

Ὁ κόσμος ἦταν πλασμένος γι’ αὐτὸν ὅσο πιὸ τέλεια ἠμποροῦσε. Καὶ δὲν εἶχε κανένα παράπονο μὲ τὸ Θεό, ποὺ τὸν ἔπλασε, καμμία βαρυγνωμιὰ γιὰ τοὺς νόμους, ποὺ τὸν κυβερνοῦν.

Ὅλα τριγῦρό του ἦσαν τέλεια, ὡραῖα, ἀγαθά˙ καὶ μέσα του ἐβασίλευε ἀπόλυτη γαλήνη τῆς ψυχῆς.

Ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἤξερε ἀπὸ πολέμους κι αἱματοχυσίες. Ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ ἀγάπη ἐβασίλευε στὴν πολιτεία του.

Ποτὲ στὴ ζωὴ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ δὲν ἔτυχε ὁ ἕνας νὰ κλέψῃ τὸ δίκιο τοῦ ἄλλου. Τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ ἦσαν κοινὰ γιὰ ὅλους.

Πλούσιοι καὶ πτωχοὶ δὲν εἶχαν σταθῆ ποτὲ στὸ λαὸ αὐτό. Ὅλοι μαζὶ ἦσαν πλούσιοι ἢ ὅλοι μαζὶ πτωχοί!

Ὅταν εἶχε στέγη ὁ ἕνας, εἶχε καὶ ὁ ἄλλος˙ ὅταν εἶχε τροφὴ ὁ ἕνας, εἶχε καὶ ὁ ἄλλος.

Καὶ πάλι, ὅταν ἡ δυστυχία ἔπεφτε ἐπάνω των, κανένας δὲν ἦταν πιὸ δυστυχισμένος ἀπὸ τὸν ἄλλον˙ καὶ γι’ αὐτό, καὶ στὴ δυστυχία ἀκόμη, ἦσαν ὅλοι εὐτυχισμένοι. Δὲν εἶχε κανένας παράπονο.

Ὁ βασιλιᾶς

Ὁ λαὸς αὐτὸς εἶχε καὶ τὸ βασιλιᾶ του. Ἕνα βασιλιᾶ ξένον ἀπὸ τὴν γενιά του. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐμπόδιζε νὰ εἶναι ὁ καλύτερος βασιλιᾶς τοῦ κόσμου μέσα στὸν καλύτερο λαὸ τῆς γῆς.

Ὁ λαὸς ἐτριγύριζε τὸ βασιλιᾶ του μὲ ἀγάπη κι ἀφοσίωσι. Τίποτ’ ἄλλο δὲν τοῦ ἐζητοῦσε ἀπὸ τὴν ἀγάπη του.

Κι ὁ βασιλιᾶς δὲν ἐζητοῦσε ἀπὸ τὸ λαό του τίποτε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ζητᾷ ἕνας πατέρας ἀπὸ τὰ παιδιά του.

Ἐκρατοῦσε στὸ χέρι του ἕνα ἁπλὸ σκῆπτρο ἀπ’ ἀγριελιὰ καὶ μ’ αὐτὸ ἐκυβερνοῦσε. Ἀλλὰ τὸ σκῆπτρό του ἦταν παντοδύναμο. « Ἐμπρός » ἔδειχνε τὸ σκῆπτρο; Ἐμπρός… « Πίσω »; Πίσω…

Ἐτραβοῦσε ἐμπρὸς ὁ βασιλιᾶς; Τὸν ἀκολουθοῦσε ὁ λαός του. Ἐστεκόταν νὰ ξεκουρασθῇ; Ὁ λαὸς τὸν ἐτριγύριζε μὲ λαχτάρα.

Ἦταν ἕνας βασιλιᾶς, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ χάσῃ τὸ θρόνο του. Γιατὶ ὁ θρόνος αὐτὸς εἶναι θεμελιωμένος ἐπάνω στὴν ἀγάπη.

Ποιοί εἶναι;

Εὑρέθηκα κάποτε ἀνάμεσα σὲ ἕνα λαὸ καὶ ἕνα βασιλιᾶ. Δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε, οὔτε μακρινὸς ὁ τόπος…

Ἦταν κάποιο ἀπὸ τὰ ἀνοιξιάτικα δειλινὰ κι ἦταν ἐπάνω στὴν καταπράσινη πεδιάδα τῶν Ἀθηνῶν: Ἕνας γέρος βοσκὸς ἔβοσκε τὰ πρόβατά του. 

 Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ε’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ – Δ. ΔΟΥΚΑ – Δ. ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ – Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1955

violet flower smiley