(Η Παναγία του Ολύμπου)

Πότε σκαρφαλωμένα στα βουνά! Πότε σπαρμένα σ’ απέραντους καταπράσινους κάμπους! Κι άλλοτε αγκυροβολημένα στα βράχια κάποιας ήσυχης ακρογιαλιάς! Εδώ κι εκεί ερημοκκλήσια. Κατάσπαρτη είναι η ελληνική γη.

Όπου κι αν βρίσκεστε, κάντε έναν περίπατο λίγα χιλιόμετρα. Και μετρήστε, Μετρήστε πόσα ξωκκλήσια θα συναντήσετε.

Μα, ποιος τα ‘χτισε κι είναι τόσα πολλά τα ερημοκκλήσια; Ποιος άλλος! Η πίστη. Η ευλάβεια κάποιων πιστών. Αντίλαλος μιας ευγνωμοσύνης είναι το καθένα.

Τα περισσότερα ονόματα εκείνων, που τα ‘χτισαν, έμειναν άγνωστα σ’ εμάς. Δεν είναι ονόματα τρανών.

Άσπρα, κάτασπρα τα προσπερνάς δεξιά κι αριστερά, καθώς το αυτοκίνητο τρέχει πάνω στο χωματένιο δρόμο.

Στα νησιά η ευγνωμοσύνη των ναυτικών τα τίμησε με τ’ όνομα του αγίου, που έχουν για προστάτη τους. Εδώ, εκεί, άγιο Νικόλα συναντάς.

Και ποια κορφούλα θα μου πείτε, πως γνωρίσατε, χωρίς προφήτη Ηλία; Αμέτρητα είναι αφιερωμένα και στ’ όνομα της Παναγίας μας. Ο λαός μας αισθάνεται να ζει συνέχεια κάτω απ’ τη Σκέπη της.

Έτυχε ποτέ να κάνετε ταξίδι, χωρίς να συναντήσετε στο δρόμο σας Παναγίτσα, Ελεούσα, Γρηγορούσα, ή κάποιο άλλο απ’ τα τόσα ονόματα, που της αποδίδουν; Πολλά ξωκκλήσια είναι τάματα. Κι άλλα είναι όνειρο μιας ολόκληρης ζωής.

Πολλά απ’ όσα συναντάς είναι παλιά, ξεφτισμένα, ξεχασμένα, εγκαταλελειμμένα. Όμως, όπως κι αν είναι, όπου κι αν είναι, είναι οι γέφυρες, που ενώνουν το σήμερα με τ’ αύριο και το χτες. Μοιάζουν με νησίδες πίστης στην πλατιά λεωφόρο της ζωής.

Όλα είναι στο ίδιο μοτίβο της γαλήνης, της ηρεμίας και της  σιωπής. Περνώντας τα σκαλιά μια εκκλησούλας, νιώθεις να ξεκουράζεσαι, παίρνεις δύναμη.

Το ξέρεις. Δεν υπάρχει κανείς να χτυπήσει την καμπάνα. Κανείς δε θα νοιαστεί. Κανένας ψάλτης δε θ’ ανοίξει τα κιτρινισμένα βιβλία να ψάλλει. Ούτε παπάς να λειτουργήσει.

Κι όμως, σαν να τον βλέπεις τον σεβάσμιο γέροντα, να ξεπροβάλλει μεσ’ απ’ την σκονισμένη κι αραχνιασμένη Ωραία Πύλη.

Κι ακούς την τρεμάμενη φωνή του, όπως τότε – ποιος ξέρει τόσα χρόνια- να λέει τούτα τα λόγια: «Άγιασον, Κύριε, τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου Σου». Στείλε δηλαδή, Κύριε, την ευλογία Σου, σ’ εκείνους, που με αγάπη φροντίζουν και περιποιούνται το σπίτι Σου.

Αλήθεια! Είναι μια ευλογία το να φροντίζει κανείς και να περιποιείται το σπίτι του Θεού! Συνήθισες, όμως να τα’ ακούς αυτά τα λόγια στη μεγάλη εκκλησιά της ενορίας σου. Ίσως και να μην ήξερες, τι εννοούν. Αλλά κι αν ήξερες ακόμα, θα σου πέρασε πιθανόν η σκέψη, πως αυτό δεν είναι δουλειά δική σου.

Να, μια μεγάλη ευκαιρία, που σου προσφέρεται, τώρα που βρίσκεσαι μακριά απ’ τα θρανία. Ευκαιρία, για να κάνεις και συ δική σου αυτή την ευλογία!

Οπωσδήποτε κάποιο ξωκκλήσι θα βρίσκεται στην εξοχή, όχι πολύ μακριά απ’ το σπίτι σου. Εγκαταλελειμμένο περιμένει φροντίδα, την αγάπη και το ενδιαφέρον κάποιου. Δηλαδή περιμένει κάποιον ν’ ανοίξει την πόρτα και να στρωθεί στη δουλειά. Και τι δε θα θέλει, καθάρισμα, ξεσκόνισμα, τακτοποίηση…

Κι αν αυτός ο κάποιος είσαι συ και η συντροφιά σου; Τότε, τι ευλογία για σας! Η χαρά, που θα πάρετε, θα είναι πολύ μεγάλη.

Η καθαρή «ερημική εκκλησιά», που άστραψε απ’ τα δικά σας χέρια, ποιος ξέρει πόσες καρδιές περαστικών θα ξεκουράσει! Πόσους θα γαληνέψει και θ’ ανανεώσει. Κι όλοι αυτοί, χωρίς να σας γνωρίζουν, θα σας ευγνωμονούν, γιατί τους ετοιμάσατε ένα χώρο καθαρό για να προσευχηθούν.

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Η Ζωή του Παιδιού
Δεκαπενθήμερο Χριστιανικό Περιοδικό
Έτος 32ον – Αθήναι 6 Αυγούστου 1977
Αριθ. Φυλ 683-684

Εικόνα από:travelyou

violet flower smiley