Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 14534

«Ήταν χαράματα. Δίπλα του μαχόταν ο Ιουστινιάνης. Ο Κωνσταντίνος φώναζε: «Ας πεθάνουμε για την πίστη και για την πατρίδα! Αδελφοί, η νίκη είναι δική μας! Ο Θεός πολεμάει μαζί μας!»

Κι όταν ακούστηκε η απαίσια κραυγή: « -Την πήρανε την Πόλη! -Την πήρανε την Πόλη!» ο Κωνσταντίνος ξεπέζεψε από το λαβωμένο άλογό του και προχώρησε να σταθεί κοντά στους στρατιώτες.

Κι ήταν εκείνη την ώρα η ανακάτωση φοβερή, γιατί οι τούρκοι είχαν πηδήσει τα τείχη, κι είχαν βρει πόρτα ανοιχτή κι είχαν ξεχυθεί από παντού, και οι δικοί μας είχαν έρθει στα χέρια με τους τούρκους.

Μέσα στη φονική μέθη της μάχης, ο Κωνσταντίνος είδε πως ήταν κυκλωμένος.

Ρίχτηκε με ορμή εκεί που γινόταν το πιο φοβερό μακελειό, και σαν απλός στρατιώτης άρχισε να χτυπάει με το σπαθί, όπου έβρισκε, «και το αίμα ποταμηδόν εκ των ποδών και των χειρών αυτού έρρεεν», καθώς λέει ο Δούκας.

Βλέποντας τον χαλασμό, φώναξε τότε: « – Δεν είναι κανένας χριστιανός, να πάρει την κεφαλήν μου! Η Πόλη χάνεται κι εγώ να ζω ακόμα;»

Αλλά τον χτύπησαν τότε καταπρόσωπο και στη ράχη, κι έτσι σωριάστηκε πάνω στα κορμιά των δικών του, κι ήρθαν άλλα κορμιά και τον σκέπασαν, κι έγινε ένα ένα σώμα και ένα αίμα με τους καλούς του συντρόφους, με τους στρατιώτες το, με το λαό του.

… το χρυσό δικέφαλο πουλί, που ήταν ραμμένο στα πέδιλά του, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε.

Δεν άργησε όμως να ξαναφανεί το πουλί, το μυθικό πουλί.

Την ώρα που οι Τούρκοι καίγανε τα πτώματα των Ελλήνων, ήρθε ζυγιάστηκε από πάνω απ’ τον καπνό, από πάνω από τη φλόγα, όχι δικέφαλο πια πουλί, όχι αετός, αλλά ο μυθικός ο Φοίνικας, και χτύπαγε αργά τις πλατιές του φτερούγες»

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

(Θαν. Πετσάλης- Διομήδης, Νέα Εστία, τεύχος 622, 1-6-1953)

violet flower smiley