«Πίστεψα χωρίς καμία αμφιβολία, ότι από το Θεό έχει χάρη να διαβάζει τις καρδιές μας, και ξέρει όλα τα μυστικά μας πάθη και αδυναμίες…»

«Διάβαζα πολύ», μου είπε μια μέρα ο Γέροντας, Ήμουν πολύ μελετηρός. Μυστικώς διάβαζα. Ξέκλεβα χρόνο, όπου μπορούσα.

Έμαθα απ’ έξω το ευαγγέλιο του Ματθαίου, του Λουκά και το μισό του Ιωάννη. Επίσης τους Ψαλμούς.

Μελετούσα τους Πατέρες. Πολύ διάβαζα. Έκανα πνευματική εργασία. Και να ξέρεις ότι εγώ γράμματα δεν ήξερα.

Μόλις της Β΄ Δημοτικού ήμουνα.

Όταν πρωτοπήγα στο Μοναστήρι, μου δίνουν στον εσπερινό το Ψαλτήρι να διαβάσω.

Εγώ άρχισα να συλλαβίζω «Μα-κά-ρι-ος α-νήρ».

Καλά, μου λένε, φτάνει. Θα πάρεις το Ψαλτήρι, θα το διαβάσεις καλά να το μάθεις. Θα διαβάζεις και τα συναξάρια των Αγίων.

Τίποτε άλλο. Διάβαζα αλλά δεν καταλάβαινα. Λεξικά δεν είχα. Π.χ. δεν ήξερα ότι οίκος θα πει σπίτι.

Έτσι εύρισκα την ίδια λέξη και αλλού, και από τα συμφραζόμενα εύρισκα το νόημα των λέξεων.

Απεστήθιζα κομμάτια ολόκληρα και όλη μέρα, καθώς έτρεχα στα βράχια, τα απήγγελλα δυνατά, με νόημα.

Αργότερα έπιασα την Παρακλητική, το Τριώδιο, τά Μηνιαία. Διάβαζα με μανία.»

Καθώς ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε όλα αυτά από τη ζωή του, αισθανόμουν ότι τα λέει έμμεσα για να με παρακινήσει να κάνω το ίδιο, πολύ περισσότερο που εγώ με τη βοήθεια του Θεού έμαθα και πέντε γράμματα, δεν ήμουν αγράμματος.

Κάνοντας αυτήν την σκέψη βεβαιώθηκα και έμεινα πάλι έκπληκτος, για την ικανότητά του να διαβάζει την ψυχή μου και να φωτίζει όλα τα σκοτεινά σημεία της, όταν σε λίγο πρόσθεσε:

«Εκείνο που μου άρεσε απ’ όλα περισσότερο, ήταν ο Τριαδικός Κανόνας κάθε Κυριακή στο Μεσονυκτικό. Όταν τον διάβαζε ο αδελφός, εγώ συγκέντρωνα όλη την προσοχή μου. Και αν καμιά φορά διάβαζε σιγανά ή γρήγορα και δεν καταλάβαινα ή δεν άκουγα, πολύ στενοχωριόμουνα. Τότε αποτραβιόμουνα πίσω και βυθιζόμουνα στην ευχή».

Εγώ, ακούγοντας αυτά, ελέγχθηκα πολύ. Διότι κάθε φορά που διαβαζόταν ο Τριαδικός Κανών, εγώ έλεγα μέσα μου:

Α! αυτός είναι δύσκολος. Δεν τον καταλαβαίνω. Και ώσπου να τελειώσει η ανάγνωσή του, δεν πρόσεχα, εσκεμμένα.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σε τι χάος αγνωσίας βρισκόμουνα ο ταλαίπωρος εγώ.

Πλήν δεν τον διέκοψα, τον άφησα να συμπληρώσει ό,τι ήθελε.
Η καρδιά μου είχε αρχίσει να φωτίζεται σαν να της άνοιξε ένα παράθυρο ο διορατικός αυτός Γέροντας.

Ένιωθα κοντά του απέραντη απλότητα και εμπιστοσύνη.
Πίστεψα χωρίς καμία αμφιβολία, ότι από το Θεό έχει χάρη να διαβάζει τις καρδιές μας, και ξέρει όλα τα μυστικά μας πάθη και αδυναμίες.

από το βιβλίο: «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» – Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Πηγή: Σημεία Καιρών

violet flower smiley