ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ

Τὸ δάσος αὐτὸ τὸ ἔλεγαν τῆς Παναγίτσας, ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κτισμένο.

Ὁ δάσκαλος καὶ τὰ παιδιὰ ἐπῆγαν πρῶτα στὸ ἐκκλησάκι νὰ προσκυνήσουν. Ἔκαμαν τὸ σταυρό τους καὶ ἀσπάστηκαν τὴν εἰκόνα τῆς, Παναγίας.

– Τὸ ἱερό μας ἐκκλησάκι εἶναι ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ ὁλομόναχο, εἶπεν ὁ δάσκαλος.

Τὸ συντροφεύουν τὰ πουλιὰ καὶ τὰ δένδρα. Τοὺς τοίχους του γῦρο – γῦρο τοὺς ἔχει ἀγκαλιασμένους τὸ αἰγόκλημα καὶ ὁ κισσός.

– Καὶ ὅμως τὰ κανδήλια του εἶναι πάντοτε ἀναμμένα. Ποιός νὰ τὰ ἄναψε, κύριε, ἐδῶ στὴν ἐρημιά; εἶπε κάποιο παιδί.

– Τὸ ἐκκλησάκι αὐτὸ τὸ συντηροῦν οἱ τσοπάνηδες, ποὺ ἔχουν ᾽λίγο πιὸ ἐπάνω τὶς καλύβες τους. Ἐδῶ κάπου – κάπου ἐκκλησιάζονται, βαπτίζουν τὰ παιδάκια τους καὶ μεταλαβαίνουν.

Εὑρέθηκα ἐδῶ σὲ μιὰ βάπτισι. Τὴν ἔκαμε κάποιος παπᾶς, ποὺ τὸν ἐκάλεσαν ἀπ’ τὸ χωριό. Οἱ τσοπάνηδες ἀνάβουν καὶ τὰ κανδήλια.

Ὕστερα εἶδαν τὸ δάσος.

Σὰν ἀδελφάκια ἧταν τὰ δένδρα του μαζὶ – μαζί. Χιλιάδες δένδρα, ἀλογάριαστα. Πεῦκα, ὀξυές, πλατάνια. ῾Η Ρηνούλα ἐκοίταζε πιὸ πολὺ τὶς ὀξυές.

– Μοῦ ἀρέσουν οἱ ὀξυές, ἔλεγε.

– Ἐμένα μοῦ ἀρέσουν τὰ πεῦκα, ἔλεγε ὁ Παντελῆς. Εἶναι φουντωτὰ  σὰν ὀμπρέλλες.

Ἅλλα παιδιὰ ἐκοίταζαν τὰ πουλιά, ποὺ ἐκελαδοῦσαν καὶ ἐτρύπωναν στὰ φύλλα.

– Τὸ δάσος αὐτό, παιδιά μου, εἶναι γιὰ τὸ χωριό μας θησαυρός. Ἄν δὲν ἦταν, δὲν θὰ εἴχαμε τόσα νερά. Οὔτε τὴ δροσιά, ποὺ ἔχει τώρα τὸ χωριό μας.

Ὕστερα ὁ δάσκαλος ἐμίλησε γιὰ τοὺς ξυλοκόπους καὶ τοὺς καρβουνιάρηδες.

Ἅμα ἐτελείωσε, ἔβαλε τὰ παιδιὰ καὶ ἐτραγούδησαν καὶ εἶπαν ποιήματα.

Καθένα ἔλεγε ὅποιο ποίημα ἐθυμόταν. Ἡ Θάλεια εἶπε γιὰ τὸ ἐκκλησάκι. Ἡ Ἰσμήνη τὸ τραγούδι τοῦ βουνοῦ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Β΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΒΑΣΙΛ. Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
1963

violet flower smiley