῾Η ῾Οσία Εὐφροσύνη, κατά κόσμον Πρεντισλάβα, ἐγεννήθηκε περί τό 1105 στή Ρωσία. ῏Ηταν θυγατέρα τοῦ πρίγκιπος τοῦ Πολώκ Σβιατοσλάβου Γεωργίου Βσελόντοβιτς, ἀνιψιά τοῦ βασιλικοῦ πρίγκιπος Βσέσλαν Μπραγιασλάβιτς καί ἐξαδέλφη τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος ᾿Εμμανουήλ τοῦ Κομνηνοῦ.

Εζοῦσε μέ τόν πατέρα της στήν αὐλή τοῦ πατρογονικοῦ της θείου Μπόρις Βσεσλάβιτς, στό Πολώκ. ῎Ηδη ἀπό νηπιακή λικία Πρεντισλάβα ἄκουσε τήν κλήση τοῦ Κυρίου. ῎

Ετσι, ὅταν ἔφθασε στήν ηλικία πού οἱ πριγκίπισσες συνήθιζαν νά παντρεύονται (12 χρονῶν), ἄρχισε νά ἀρνεῖται ὅλους ὅσοι τῆς προτείνονταν καί ἀποφάσισε νά ἐγκαταβιώσει σ᾿ ἕνα μοναστήρι πού ἵδρυσε θεία της, μέχρι νά πάρει τήν ἄδεια ἀπό τόν ᾿Επίσκοπο νά μείνει στόν καθεδρικό ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας.

᾿Επειδή ἦταν πολύ μορφωμένη, ἀφιερώθηκε στήν ἀντιγραφή βιβλίων καί μέ τά ἔσοδα βοηθοῦσε τούς ἀναξιοπαθοῦντες καί τούς φτωχούς. ῾Ο ᾿Επίσκοπος ᾿Ηλίας τῆς ἐμπιστεύθηκε τό ναό τοῦ Σωτῆρος μαζί μέ τή γειτονική περιοχή, γνωστή μέ τό ὄνομα Σέλκο. Στήν πράξη τῆς παραδόσεως ἦταν ἐπίσης παρών καί ὁ Μπόρις, ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός τοῦ πατέρα της, πού ἀπέθανε τό 1128.

Αμέσως ῾Οσία ἄρχισε τήν ἀνοικοδόμηση γυναικείας μονῆς στήν ὁποία ἔμελλε νά μονάσουν καί ἀδερφή της Γκορισλάβα ἤ Γκραντισλάβα, πού ἔλαβε τό ὄνομα Εὐδοξία, καί μία ἐξαδέλφη της. ῾Ο παλαιός βιογράφος διέσωσε τήν πνευματική της συνομιλία μαζί τους καί μαζί μέ ἄλλες πού εἶχαν τή μοναχική κλήση. ᾿Αργότερα, ἔβαλε τίς βάσεις γιά τήν κατασκευή μιᾶς ἀνδρικῆς μονῆς ἀφιερωμένης στή Θεοτόκο.

Τήν ἴδια περίοδο, ὅμως, οἰκογένεια περνοῦσε μία δραματική στιγμή. ᾿Αφοῦ ἐδέχθηκε ἐπίθεση ἀπό τούς Πολόφσκυ, φανατικούς ἐχθρούς τῶν Ρώσων, ὁ μεγάλος πρίγκιπας Μστισλάβ ἐζήτησε βοήθεια ἀπό τούς πρίγκιπες τοῦ Πολώκ, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, προτιμοῦσαν νά ἀσκήσουν μία πολιτική παρελκυστική.

᾿Αφοῦ βγῆκε ἀβλαβής ἀπό τή σύγκρουση, ὁ Μστισλάβ ἐτιμώρησε τήν οἰκογένεια τῆς Εὐφροσύνης ἐξορίζοντάς την στήν Κωνσταντινούπολη τό 1130. Μιά ἀδελφή της, ὅμως, ἐνυμφεύθηκε τόν υἱό τοῦ αὐτοκράτορος καί ἔτσι οἱ Ρῶσοι πρίγκιπες ἔγιναν δεκτοί μέ εὔνοια στήν πρωτεύουσα.

Καί γιά νά ἀντικρούσουν τίς φῆμες περί ἀνανδρίας πού τούς ἀποδόθηκε ἀπό τόν Μστισλάβ, συμμετεῖχαν μέ ἀνδρεία σέ ὁρισμένες μάχες κατά τῶν ᾿Αράβων. Μετά τό θάνατο τοῦ Μστισλάβ ὁ ἀδερφός τῆς Εὐφροσύνης Δαβίδ καί ὁ πατέρας της Σβιατοσλάβος ἐπέστρεψαν στό Πολώκ φέρνοντας μάλιστα καί δῶρα ἐκ μέρους τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ τοῦ Κομνηνοῦ.

῾Ο πατέρας της, ἀπό τήν πλευρά του, συνεισέφερε στήν ὑλοποίηση τοῦ ὀνείρου του, νά μεταμορφώσει τήν ξύλινη ἐκκλησία πού Εὐφροσύνη εἶχε κτίσει γιά τό μοναστήρι της σέ πέτρινη. ῾Ο ναός ὀνομάστηκε Σπασγιούρεβιτς Μστισλάβ καί ἀφιερώθηκε στόν Σωτήρα Χριστό.

Οἱ ἐργασίες, ὑπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ ἀρχιτέκτονος ᾿Ιβάν, ὁλοκληρώθηκαν τό 1160, ἔτος τό ὁποῖο ἀφιερώθηκε στή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Μιά ἐπιγραφή πού ἐτοποθετήθηκε σκόπιμα ἐκεῖ ἐδήλωνε μέ ἀρκετά λεπτομερειακό τρόπο τά ἔξοδα πού ἐχρειάσθηκαν. Τόν ἑπόμενο χρόνο καθαγιάσθηκαν ἕνας Σταυρός μέ ἕξι πλευρές, ἔργο τοῦ δασκάλου Λάζαρου Μπογκός.

῾Η ῾Οσία Εὐφροσύνη ἔφερε πάντα μαζί της αὐτό τό Σταυρό πού περιεῖχε λείψανα ῾Ελλήνων ῾Αγίων, ὅπως ἐπίσης καί μία εἰκόνα τῆς ᾿Εφέσου, πού ἀποδιδόταν στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, πού ἦταν μέρος τῶν δώρων τοῦ αὐτοκράτορος. ᾿Αργότερα ἐμπιστεύθηκε τήν πνευματική καθοδήγηση τῆς μονῆς στήν ἀδελφή της Γκορισλάβα, γιά νά πραγματοποιήσει μαζί μέ τόν ἀδελφό της ἕνα προσκυνηματικό ταξίδι στούς ῾Αγίους Τόπους, διερχόμενη ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη.

Στήν ῾Ιερουσαλήμ ἐπισκέφθηκε τό Ρωσικό μοναστήρι τῆς Θεοτόκου καί ἀπό ἐκεῖ ἐπῆγε στόν Πανάγιο Τάφο, γιά νά προσκυνήσει καί ἐκπληρώσει τό τάμα της. Εἶχε σκοπό νά πάει στόν ᾿Ιορδάνη ποταμό, ἀλλά οἱ δυνάμεις της τήν ἐγκατέλειψαν καί γιά εἴκοσι τέσσερις μέρες ἔπρεπε νά παραμείνει κλινήρης στό Ρωσικό μοναστήρι. ᾿

Εκεῖ παρέδωσε τήν ἁγία της ψυχή καί ἐκοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1173. Εἶχε ἐκφράσει τήν ἐπιθυμία νά ἐνταφιασθεῖ στή μονή τοῦ ῾Αγίου Σάββα, ἀλλά οἱ μοναχοί ὑπενθύμισαν ὅτι ἕνα ἄρθρο ἀπό τόν Κανόνα τῆς μονῆς ἀπαγόρευε τήν ταφή γυναικῶν στήν ἐκκλησία τους. Γι᾿ αὐτό ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ ῾Αγίου Θεοδοσίου στήν ῾Ιερουσαλήμ.

Σύμφωνα μέ μία παράδοση πού συμπεριλαμβάνεται στό Πατερικόν τοῦ Κιέβου, μέ τήν ἐπανάκτηση τῆς ῾Ιερουσαλήμ ἀπό τόν Σαλαντίν τό 1187, οἱ Ρῶσοι μοναχοί μετέφεραν τό ἱερό λείψανό της στό Κίεβο, στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ ῾Αγίου Θεοδοσίου, ὅπου ἀναπτύχθηκε μία τοπική τιμή πρός τό πρόσωπό της.

Από τίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰῶνος μ.Χ. οἱ κάτοικοι τοῦ Πολώκ ἐζήτησαν ἐπανειλημμένα τήν ἐπιστροφή τῶν ἱερῶν λειψάνων στήν πόλη τους. Τό 1833, ὁ Γαβριήλ, ᾿Επίσκοπος τοῦ Βιτέμπσκ καί Μογκίλεβ, ἔκανε αἴτηση στόν τσάρο γι᾿ αὐτό τό σκοπό.

Κάτι ἄρχισε νά συζητεῖται περί τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ τό 1871, ὅταν ὁ μητροπολίτης τοῦ Κιέβου ᾿Αρσένιος συναίνεσε στήν ἐπιστροφή τμήματος τῶν ἱερῶν λειψάνων. Τό 1893, ὡστόσο, ὄχι μόνο αἴτηση ἀπορρίφθηκε, ἀλλά ἀπαγορεύθηκε ὁποιαδήποτε ἐπιμονή στό ζήτημα, τό ὁποῖο ἐφαινόταν νά ἔχει φθάσει σέ μηδενικό σημεῖο. ᾿

Αντίθετα τό ζήτημα ἐτέθηκε ἐκ νέου στήν πανρωσική ἱεραποστολική διάσκεψη τοῦ Κιέβου (12-26 ᾿Ιουλίου 1908). ῾Ορίσθηκε μία ἐπιτροπή, ὁποία στίς 29 Μαΐου 1909 ἐξέφρασε ἄποψη ὑπέρ τῆς μετακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων.

᾿Αφοῦ ἐλήφθη συγκατάθεση τόσο τῆς ῾Αγίας Συνόδου, ὅσο καί τοῦ τσάρου Νικολάου Βύ, τόν ᾿Απρίλιο τοῦ 1910, τά ἱερά λείψανα μέ κάθε ἐπισημότητα μετεκομίσθηκαν στό Πολώκ καί τό πρωί τῆς 23ης Μαΐου ἐτοποθετήθησαν στή μονή τοῦ Σωτῆρος τῆς ῾Αγίας Εὐφροσύνης.

Μέ τόν ἐρχομό τῶν Σοβιέτ τά ἱερά λείψανα ἀπομακρύνθηκαν ἐκ νέου καί ἐτοποθετήθηκαν ἀρχικά στό μουσεῖο τοῦ ἀθεϊσμοῦ. Κατά τή διάρκεια τῆς ἐκκενώσεως τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1941 οἱ πιστοί τά ἀνέσυραν καί τά ἐτοποθέτησαν στήν ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου Προστάτιδος τοῦ Βιτέμπσκ.

Τελικά, στίς 23 ᾿Οκτωβρίου 1943 ἐπεστράφησαν στό μοναστήρι τοῦ Πολώκ. Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν εἰκόνα τῆς ᾿Εφέσου, πού ἐφυλασσόταν στό καθολικό τῆς ἀνδρικῆς μονῆς, εἶναι γνωστό ὅτι τό 1239 σύζυγος τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Νέφσκϊυ τήν ἐπῆρε καί τή μετέφερε στήν ἐκκλησία τοῦ Τοροπέτς στό πριγκιπάτο τοῦ Πσκώφ. ῾

Η ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος μέ τό μοναστήρι της, ἀνάμεσα στό 1579 καί τό 1580, παραχωρήθηκε ἀπό τό βασιλέα Στέφανο στούς ᾿Ιησουΐτες. ῞Οταν τό 1656 περιοχή τοῦ Πολώκ ἀνακαταλήφθηκε ἀπό τούς Ρώσους, ὁ ναός παραδόθηκε στούς ᾿Ορθοδόξους.

Μετά ἀπό μικρό χρονικό διάστημα ἐπεστράφη στούς ᾿Ιησουΐτες, μέχρι πού τό 1835, μέ τήν ἐκδίωξη τῶν ᾿Ιησουϊτῶν ἀπό τή Ρωσία, ὁ τσάρος Νικόλαος Αύ τόν παρέδωσε ὁριστικά στούς ᾿Ορθοδόξους. Πέντε χρόνια ὁ ναός μετά ξαναπῆρε ζωή μέ μία γυναικεία μοναστική κοινότητα.

Πηγή: Αποστολική Διακονία

Εικόνες από:derevtsov /ru.wikipedia /spas-monastery.by

violet flower smiley

Advertisements