Ἔξοδος καὶ δοκιμασία

Ἡ γυναίκα ἑτοίμασε μυστικὰ τὴν ἔξοδό της ἀπὸ τὴ χώρα «τῶν πονηρῶν πολιτῶν» σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ γλυκύτατου Νυμφίου της. Τὴν ὁρισμένη νύχτα τῆς φυγῆς δρασκέλισε τὸ κατώφλι της ἀθόρυβα. Ἀνέβηκε σκυφτὴ στὸ γρηγορότερο ἄλογό της, τὸ πιὸ ὑπάκουο ἀπ’ ὅλα, κι ἀόρατη μέσα στὸ πέπλο τοῦ σκοταδιοῦ γλίστρησε βιαστικὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη πόλη τῆς ἁμαρτίας.

Περπάτησε γρήγορα ὁλονυχτὶς κι ὅταν τὸ πρῶτο ρόδινο χαμόγελο ἔσκασε στὴν ἀνατολή, βρισκόταν κιόλας μακριά. Ἀνάσανε μὲ ἀνακούφιση τὴν αὔρα τῆς αὐγῆς, μὰ δὲν σταμάτησε. Βιαζόταν νὰ πορευθεῖ τὸ γρηγορότερο στὸν τόπο ποὺ τῆς ὅρισε ὁ ἀγαπημένος της. Ἐκεῖ ποὺ τὴν περίμενε γιὰ τὴν ὁριστική τους συνάντηση.

Μὰ ὡς ἔστρεψε γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸ βλέμμα πίσω της, ἡ γυναίκα πάγωσε. Τί ἦταν τὸ σύννεφο σκόνης ποὺ ὑψωνόταν ἀπόμακρα; Δὲν ἄργησε καθόλου νὰ μαντέψει. Πλῆθος ὁλόκληρο ἐρχόταν ξοπίσω της καλπάζοντας ξέφρενα. Ναί! Εἶχαν πάρει εἴδηση τὴ φυγή της. Καὶ δὲν θὰ τὴν ἄφηναν νὰ τοὺς ξεφύγει τόσο εὔκολα. Οἱ πιὸ θερμόαιμοι ἀπ’ τοὺς παλιοὺς ἐραστές της ρίχτηκαν ἀμέσως στὸ κατόπι της.

Τράβηξε τὰ χαλινάρια ἀπότομα, σφίχτηκε στὴ ράχη τοῦ ἀλόγου της καὶ χύθηκε σὰν ἀστραπὴ μπροστά. Ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσά τους μεγάλωσε γρήγορα. Τὸ ἠθικό της ἀναπτερώθηκε. Δὲν θὰ ἔπεφτε τόσο εὔκολα στὰ χέρια τους. Γιὰ ἀρκετὴ ὥρα κάλπασε δυνατὰ κρατώντας σταθερὴ τὴν ἀπόσταση ποὺ τοὺς χώριζε. Μὰ καθὼς ἄφηνε πίσω της μιὰ τελευταία χαμηλὴ λοφοσειρά, βαθειὰ ἀπογοήτευση τὴν περίμενε, ἔχοντας στήσει τὸ θλιβερὸ καρτέρι της μπροστά: Ἕνα πλατύ, βαθύ, ἀδιάβατο ποτάμι κατέβαινε ὁρμητικὰ ἀπὸ τὰ δάση τῶν ψηλῶν βουνῶν, ἀφρίζοντας καὶ φράζοντας ἀπελπιστικὰ τὸν δρόμο της.

–  Ποῦ εἶσαι τώρα, Νυμφίε μου ἀγαπημένε; ἔκραξε τότε γεμάτη ἀγωνία. Ἀπὸ παντοῦ μὲ ζώνει ὁ κίνδυνος. «Στενά μοι πάντοθεν»! Χάνομαι, σῶσε με!

Μὰ δὲν φάνηκε νὰ φτάνει στὰ αὐτιὰ κανενὸς ἡ ἀπεγνωσμένη της κραυγή. Καμμιὰ ἀπάντηση δὲν ἦρθε ἀπὸ πουθενά. Ἡ θρηνητική της ἔκκληση ἀτελέσφορη χάθηκε στὸ καταθλιπτικὸ βουητὸ τοῦ νεροῦ. Οἱ διῶκτες της πλησίαζαν ἀμείλικτοι, τὰ πρῶτα βέλη σφύριξαν ἀπειλητικὰ γύρω της. Τὸ πιστό της ἄλογο, ἐξουθενωμένο ἀπ’ τὸ ἀδιάκοπο τρέξιμο, σὲ μιὰ τελευταία ἀπέλπιδα προσπάθεια ἀποτόλμησε ἅλμα θανάτου στ’ ἀφρισμένα νερά. Στὴ δραματική του πάλη μὲ τὸ δυνατὸ ρεῦμα ἕνα βέλος βυθίστηκε ξαφνικὰ στὸ στῆθος του. Βγάζοντας ἀφροὺς καὶ αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα του βούλιαξε στὸν γλιστερὸ βυθό. Μὲ ἀνείπωτη φρίκη ἡ γυναίκα ἔνοιωσε κατάψυχρη τὴν πνοὴ τοῦ θανάτου νὰ τὴν περιζώνει.

Τὴν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή, ἕνα βῆμα μόλις πρὶν τὸ τέλος, μέσα σε ἔσχατη ἀπελπισία και φριχτὸ παραλήρημα τρόμου, ἡ δυνατὴ βοὴ τοῦ νεροῦ τῆς φάνηκε σὰ νὰ ὑψώθηκε σὲ φωνὴ παράξενη καὶ βροντερή, ποὺ τὴν παρότρυνε νὰ παλέψει. Ταυτόχρονα, σὰ νὰ τὴν ὤθησε ἕνα ἀόρατο χέρι. Χωρὶς νὰ καταλάβει τὸ πῶς, βρέθηκε γαντζωμένη ἀπρόσμενα σ’ ἕνα δεντρί, πού, φυτρωμένο καταμεσῆς στὴν κοίτη τοῦ ποταμοῦ, ὕψωνε τὸ λιγνό του κορμὶ πεισματικὰ στὴν ὁρμὴ τοῦ κύματος.

Καὶ πάλι ὁ πολύβουος ρόχθος τοῦ νεροῦ τῆς φάνηκε πὼς μεταπλάστηκε παράδοξα σὲ ἀνθρώπινο λόγο, προτρέποντάς την νὰ σκύψει στὰ ριζὰ τοῦ δεντριοῦ. Μὰ ποιὸς λοιπὸν δαμάζει γιὰ χάρη της τὰ ἄγρια στοιχεῖα τῆς φύσης κι ἔχει τὴ δύναμη νὰ «ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν τῶν ἐχθρῶν» της; Ἔσκυψε σὰν ὑπνωτισμένη καὶ τὸ χέρι της παρευθὺς σκάλωσε σ’ ἕνα σκοινί, ἀπὸ μυστικὸ χέρι βαλμένο κάτω ἀπ’ τὸ νερό, ποὺ οδηγούσε ἀπ’ τὸ δεντρὶ στὴν ἀπέναντι ὄχθη ἀθέατο. Ἡ σωτηρία βρισκόταν ἀνέλπιστα στὰ χέρια της. Κλαίγοντας ἀπὸ χαρά, ἀπορώντας καὶ θαυμάζοντας, ὁδηγήθηκε σὲ λίγες μόνο στιγμὲς στὴν ἀπόλυτη ἀσφάλεια.

Βαδίζοντας μὲς ἀπ’ τὸ πυκνὸ δάσος ἀπομακρύνθηκε γρήγορα ἀπὸ τὰ βλέμματα τῶν ἐχθρῶν της. Τὰ μουσκεμένα ροῦχα της κολλοῦσαν πάνω της καὶ ἔσταζαν ἀπὸ παντοῦ. Κρύωνε στὴν πρωινὴ αὔρα ποὺ ἀνασάλευε τὰ δεντρόκλωνα καὶ ἔτρεμε ὁλόκληρη. Ὁ βαθύτατος συγκλονισμός της πυροδοτοῦσε διαρκῶς μιὰ πρωτόφαντη ταραχὴ μέσα της.

Καὶ τώρα; Πῶς θὰ συνέχιζε τὸ ταξίδι της; Πόσο θὰ ἄντεχε στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόταν; Καὶ ὁ ἀγαπημένος της; Γιατί δὲν φάνηκε πουθενά; Δὲν τῆς ὑποσχέθηκε πὼς θά ’ταν κοντά της κάθε φορὰ ποὺ θὰ τὸν χρειαζόταν; Βρισκόταν σὲ μεγάλη ἀπορία.

Μὰ ἐκεῖ ποὺ τὸ κρυφὸ παράπονο σήκωνε δειλὰ κεφάλι μέσα της καὶ πάλευε νὰ ξεμυτίσει, ἕνα σπιτάκι φάνηκε στὸ ξέφωτο. Πλησίασε διστακτικά, μὰ πρὶν προλάβει νὰ χτυπήσει, ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας πρόσχαρος ἄνθρωπος φάνηκε στὸ ἄνοιγμά της. Τὴν κάλεσε ἀμέσως νὰ μπεῖ, τῆς ἔδωσε ροῦχα στεγνὰ νὰ ἀλλάξει, τὴν ἔβαλε δίπλα στὴ φωτιὰ ποὺ ἔκαιγε νὰ ζεσταθεῖ. Γρήγορα ἔστρωσε τραπέζι καὶ τῆς πρόσφερε νόστιμο, ζεστὸ φαγητό. Ἡ γυναίκα συνῆλθε. Ἔνοιωσε τὴ δύναμή της νὰ τὴν πλημμυρίζει ξανά. Ἡ ψυχή της ζεστάθηκε, ἦρθε στὰ συγκαλά της. Εἰρηνικὴ καὶ χαρούμενη ἔγειρε τὸ κεφάλι καὶ ἀπὸ τὴν κούραση ἕνας ζωογόνος γλυκὸς ὕπνος τὴν ἀγκάλιασε γιὰ λίγη ὥρα δίπλα στὸ τζάκι ποὺ τριζοβολοῦσε. Σηκώθηκε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἀνανεώθηκε. Ἔνοιωσε πὼς μποροῦσε νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι της. Ὁ καλὸς ἄνθρωπος τῆς ἔδωσε ἀρκετὲς τροφὲς καὶ νερὸ γιὰ τὸν δρόμο. Στάθηκε στὴν πόρτα του καὶ τὴν ξεπροβόδισε καλοσυνάτος. Κάτι τῆς θύμιζε, μὰ δὲν μποροῦσε νὰ ξεκαθαρίσει τί. Τὸν εὐχαρίστησε γεμάτη εὐγνωμοσύνη καὶ ἔφυγε.

Ἡ ἀνέλπιστη σωτηρία

Γιὰ ἑφτὰ ὁλόκληρες μέρες βάδισε χωρὶς νὰ τῆς συμβεῖ ἀπολύτως τίποτε. Γιὰ ἑφτὰ μέρες ἡ τροφὴ καὶ τὸ νερὸ δὲν τῆς ἔλειψαν καθόλου. Σὰν κάποιο ἀόρατο χέρι νὰ τὰ φρόντιζε ὅλα καὶ νὰ ἀναπλήρωνε μυστικὰ τὶς προμήθειές της. Τὴν ἕβδομη μέρα ἀντίκρυσε ἐπιτέλους ἕναν τόπο, πού, σύμφωνα μὲ τὶς περιγραφὲς τοῦ ἀγαπημένου της, θά ’πρεπε νά ’ναι σίγουρα ὁ τόπος τῆς συνάντησής τους: Μιὰ ὄμορφη πόλη δέσποζε στὴ μέση μιᾶς καταπράσινης κοιλάδας, μ’ ἕνα μικρὸ ὁλοστρόγγυλο ὕψωμα νὰ ὑψώνεται ἔξω ἀπ’ τὰ τείχη της γυμνό, σὲ σχῆμα ἀνθρώπινου κρανίου. Ἦταν ἡ ἱερὴ πόλη τοῦ Μεγάλου Βασιλέα, ὅπως τῆς εἶπε. Τὸ προκεχωρημένο γνωστὸ σημεῖο ἀπὸ ὅπου καὶ μόνο μποροῦσε κανεὶς νὰ ξεκινήσει γιὰ νὰ φτάσει καὶ στὸ μακρινό του βασίλειο.

Βάδισε γρήγορα πρὸς τὰ ’κεῖ μὲ τὴν ψυχή της νὰ σκιρτάει ἀπὸ χαρά. Ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε ξανὰ τὸν πολυπόθητο Νυμφίο της. Ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες διέκρινε κίνηση. Ἄνθρωποι καὶ ἄλογα πήγαιναν καὶ ἔρχονταν. «Θά ’ναι ἡ βασιλικὴ συνοδεία τοῦ πρίγκιπά μου», σκέφτηκε κι ἀναγάλλιασε. Μὰ ὅταν πλησίασε, ὁπλισμένοι στρατιῶτες ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς ξεπετάχτηκαν καὶ σχημάτισαν κύκλο ἀμέσως γύρω της.

Ξαφνιάστηκε. Τί ὑποδοχὴ ἦταν αὐτή; Δὲν ἔδειχναν καθόλου φιλικοὶ μαζί της. Πρὶν καταλάβει τί γίνεται, πολλὰ δυνατὰ χέρια τὴν ἄδραξαν καὶ στὴ στιγμὴ τὴν ἔφεραν σὲ μιὰ μεγάλη σκηνή, μπροστὰ σὲ κάποιον βαθμοφόρο, ποὺ ἦταν κατὰ τὰ φαινόμενα ἀρχηγός τους.

–  Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; μπόρεσε νὰ ρωτήσει, ὅταν ξαναβρῆκε ἀπὸ τὴν ἔκπληξη καὶ τὴν τρομάρα τὴ φωνή της.

Ὁ ἀρχηγὸς δὲν βιάστηκε καθόλου ν’ ἀποκριθεῖ, καθὼς τὸ βλέμμα του περιεργαζόταν λαίμαργα τὴν ὡραία γυναίκα.

–  Ἐσὺ πρέπει νὰ μᾶς δώσεις τὴν ἀπάντηση σ’ αὐτό, εἶπε τελικά, χωρὶς νὰ ξεκολλήσει τὰ μάτια του ἀπὸ πάνω της. Καὶ θὰ τὴ δώσεις στὸν ἴδιο τὸν ἡγεμόνα μας αὔριο, ποὺ καταφθάνει γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν στὴν πόλη μας. Δὲν ἀνήκεις σ’ αὐτόν; Δὲν εἶσαι ἡ ἐπίσημη ἑταίρα του; Πῶς τόλμησες νὰ τὸν ἐγκαταλείψεις κρυφά; Αὔριο λοιπὸν θὰ δικαστεῖς καὶ θὰ τιμωρηθεῖς σκληρὰ γι’ αὐτό. Ξέρεις καλὰ τὸν ἡγεμόνα μας. Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὰ συγχωρεῖ αὐτά. Δὲν ἐγγυῶμαι πὼς τὸ ὡραῖο κεφαλάκι σου θὰ βρίσκεται στὴ θέση του αὔριο.

Γέλασε χαιρέκακα καὶ πρόσταξε νὰ τὴ ρίξουν ἀμέσως δεμένη χειροπόδαρα στὴ φυλακή, μὲ ἰσχυρὴ φρουρὰ γύρω της. Ἡ θηριωδία τοῦ ἡγεμόνα δὲν τοῦ ἄφηνε περιθώρια νὰ διακινδυνεύσει τὸ κεφάλι του.

Ἡ ταλαίπωρη γυναίκα βυθίστηκε στὴν πιὸ ἀπρόσμενη ἀπόγνωση. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ συμβαίνουν τέτοια ἀπίστευτα πράγματα; Ἡ ψυχή της ράγισε ἀπ’ τὴν ὀδύνη. Ἐκεῖ ποὺ ἔλπιζε ν’ ἀγγίξει τὸ πλέον ἄπιαστο ἀπ’ τὰ ὄνειρά της, βρέθηκε νὰ βιώνει τὴ χειρότερη κόλασή της. Κι ὁ ἀγαπημένος της; Πουθενά! Ποῦ πῆγαν οἱ τόσες ὑποσχέσεις του; Ποῦ βρίσκεται τώρα ποὺ αὐτὴ κινδυνεύει τὸν ἔσχατο κίνδυνο; Ἀποκαμωμένη, ἀνάστατη, μὲ τὴν ψυχή της κομματιασμένη φριχτά, σωριάστηκε στὸ χῶμα τῆς φυλακῆς. Ἔπαψε νὰ ἐλπίζει πιά. Δὲν εἶχε τὴ δύναμη. Καλύτερα ὁ θάνατος, παρὰ μιὰ ἀβάσταχτη τραγωδία δίχως τέλος.

Ὁ χρόνος κύλησε ὀδυνηρά. Ἡ μέρα ἔσβησε, ἡ νύχτα σκόρπισε μαυρίλα παντοῦ. Βαθιὰ μεσάνυχτα. Μὲς στὴν ἀπόλυτη σιγὴ ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἔτριξε ἁπαλά. Ἕνας ἴσκιος πλησίασε τὴν πεσμένη γυναίκα. Μεταξὺ ὕπνου καὶ ξύπνου ἐκείνη ἔνοιωσε κάτι νὰ τὴν ἀκουμπάει στὸν ὦμο. Ἀναταράχτηκε.

–  Σήκω, γυναίκα! ἄκουσε κάποιον νὰ τῆς μιλάει σιγανὰ στὸ αὐτί.

Αὐτοστιγμεὶ τὰ δεσμά της ἔπεσαν στὴ γῆ. Σαστισμένη ἀνακάθησε. Ὁ ἄγνωστος τὴ βοήθησε μαλακὰ νὰ σηκωθεῖ. Τακτοποίησε τὰ ροῦχα της προσεκτικά. Στηρίζοντάς την ἁπαλὰ μὰ σταθερὰ ἀπὸ τὸ χέρι, τὴν ὁδήγησε πρὸς τὴν πόρτα ποὺ ἄνοιξε μόνη της. Βγῆκαν ἔξω καὶ προχώρησαν. Οἱ φρουροὶ βρισκόντουσαν ὅλοι στὶς θέσεις τους ἄγρυπνοι. Τὰ μάτια τους ἀνοιχτὰ δεκατέσσερα. Μὰ δὲν φαίνονταν νὰ βλέπουν ἢ νὰ προσέχουν τίποτε. Ὁ ἄγνωστος μὲ τὴ γυναίκα πέρασαν σὰ νά ’ταν ἀόρατοι δίπλα τους. Διέσχισαν ἕνα δρόμο, ἔστριψαν σ’ ἕναν ἄλλο καὶ μετὰ περπάτησαν πρὸς τοὺς ἀγρούς. Ἡ γυναίκα νόμιζε πὼς ὀνειρεύεται. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ἂν εἶναι ξύπνια ἢ ὄχι. Εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀρκετά, ὅταν ὁ ἄγνωστος σταμάτησε.

–  Ἐδῶ κοντὰ εἶναι μιὰ σπηλιά. Κρύψου ἐκεῖ, ξεκουράσου καὶ μὴ φανερωθεῖς πουθενά. Μὴν κάνεις ἀπολύτως τίποτε, ὅ,τι κι ἂν δεῖς νὰ γίνεται γύρω σου.

Δὲν ἀπόσωσε τὰ λόγια του καὶ χάθηκε ἀμέσως ἀπὸ δίπλα της μυστηριωδῶς ὅπως ἐμφανίστηκε. Ἡ γυναίκα ἀπορημένη, ἐμβρόντητη, προχώρησε, μπῆκε στὴ σπηλιὰ καὶ κάθησε. Προσπάθησε νὰ βάλει μιὰ σειρὰ στὶς σκέψεις της, νὰ βρεῖ μιὰ ἐξήγηση, μὰ στάθηκε ἀδύνατο. Οἱ φοβερὲς μεταπτώσεις τὴν εἶχαν ἐξουθενώσει. Ἡ ψυχικὴ καὶ σωματική της κόπωση εἶχαν φτάσει στὸ ἀπόγειο. Ἔγειρε ἐξαντλημένη στὸ χωμάτινο δάπεδο καί, πρὶν τὸ καταλάβει, ὁ ὕπνος ἅπλωσε τὸν μαγικό του ἴσκιο πάνω της.

Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἔφεγγε ἀμυδρὰ ὅταν ξύπνησε. Δὲν τόλμησε νὰ ξεμυτίσει ἀπ’ τὴ σπηλιά. Δὲν ἔπρεπε νὰ φανερωθεῖ. Κινδύνευε ἄμεσα ἡ ζωή της. Μὰ δὲν προχώρησε πολὺ ἡ μέρα, ὅταν μεγάλη φασαρία ἀπὸ δυνατὲς φωνὲς καὶ θόρυβο ἔφτασαν στ’ αὐτιά της. Τί νὰ συνέβαινε;

Σύρθηκε ὣς τὸ στόμιο τῆς σπηλιᾶς, μὰ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τίποτε. Ἀποτόλμησε μὲ χίλιες προφυλάξεις νὰ βγεῖ. Στὴν πύλη τῆς πόλης γινόταν φοβερὴ ἀναστάτωση. Ἡ ἀπόσταση ἦταν ἀρκετὰ μεγάλη, δὲν μποροῦσε νὰ διακρίνει πολλά. Πλησίασε ὅσο μποροῦσε πιὸ κοντά, κρυμμένη καλὰ χωρὶς νὰ φαίνεται, γιὰ νὰ ἀκούει καὶ νὰ βλέπει καλύτερα.

Ἡ ὑπέρτατη θυσία

Μιὰ μεγάλη βοὴ ὑψωνόταν ἀπὸ ἕνα τεράστιο πλῆθος ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ. Μὲ τὰ πολλὰ κατάλαβε ὅτι βρισκόντουσαν ὅλοι σὲ φοβερὴ σύγχυση μὲ τὴ μυστηριώδη ἐξαφάνισή της. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶς ἀνέφερε στὸν ἡγεμόνα ποὺ εἶχε ἀφιχθεῖ τὰ γεγονότα. Ἡ γυναίκα ἔμαθε τὴν παράξενη συνέχεια ποὺ ἀγνοοῦσε, ὅτι δηλαδή, «πρωίας γενομένης», ἀνακάλυψαν ἀντὶ γι’ αὐτὴν στὴ φυλακή, δεμένο μὲ τὰ δικά της δεσμὰ χειροπόδαρα, ἕναν ἄγνωστο ἄντρα. Κανένας φρουρὸς δὲν μπόρεσε νὰ δεῖ ἢ νὰ καταλάβει πῶς ἔγινε ἡ παράξενη ἀνταλλαγή. Ὅλοι ἔδειχναν τρομερὰ ἀναστατωμένοι μὲ τὸ ἀνεξήγητο συμβάν. Ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε νὰ τὸν φέρουν ἀμέσως μπρός του γιὰ ἀνάκριση.

Πράγματι σὲ λίγα λεπτὰ ὁ ἄγνωστος δέσμιος «ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος». Ἐκεῖ ὁμολόγησε καθαρὰ ὅτι εἶναι βασιλιὰς σ’ ἕνα ξένο βασίλειο, ἄγνωστο σὲ ὅλους τους. Ὅτι μόνος του, μὲ τὴ δική του θέληση, ἦρθε νὰ λυτρώσει τὴ γυναίκα αὐτὴ ἀπὸ τὴ δική τους τυραννικὴ ἐξουσία. Ὅτι ἑκούσια πῆρε τὴ θέση της στὸ δεσμωτήριο, γιὰ νὰ ἐκτίσει αὐτὸς τὴν ποινή της καὶ νὰ πληρώσει ὅλα τὰ χρέη της γιὰ κάθε παλιὰ συμφωνία της μαζί τους.

Ὁ ἡγεμόνας, τρελλὸς ἀπ’ τὴν ὀργή του, μούγκρισε μὲ λύσσα ὅτι ἡ γυναίκα αὐτὴ τοῦ ἀνῆκε. Τὴν εἶχε ἐξαγοράσει καὶ βρισκόταν στὴν ἀπόλυτη κατοχή του. Γιὰ τὴν ἀποστασία της ἀπὸ αὐτὸν ἡ ποινή της, ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητη, ἦταν ὁ θάνατος. Ὁ ἄγνωστος κατάδικος ζήτησε τότε τὸ συμβόλαιο τῆς ἀγοραπωλησίας της καί, ὅταν ὁ ἡγεμόνας τοῦ τό ’δειξε, τὸ πῆρε στὰ χέρια του καὶ τὸ ἔσκισε.

–  Τώρα λοιπόν, ἀνελέητε τύραννε, δὲν σοῦ ὀφείλει τίποτε αὐτή. Εἶναι πλέον ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἐξουσία σου. Κανένα δικαίωμα δὲν ἔχεις πάνω της ἐσύ. Δὲν μπορεῖς οὔτε τρίχα της νὰ ἀγγίξεις. Τώρα τὴν ἐξαγοράζω ἐγώ, κάνω μαζί της νέα διαθήκη, ποὺ τὴ σφραγίζω καὶ τὴν ὑπογράφω μὲ τὸ αἷμα μου. Ὁ θάνατός μου θὰ εἶναι τὸ ἀντίλυτρο γι’ αὐτήν.

Ἔξαλλος ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε ἀμέσως νὰ κριθεῖ καὶ νὰ καταδικασθεῖ καὶ ὅλο τὸ πλῆθος πειθήνιο κραύγασε δυνατά:

–  «Ἔνοχος θανάτου ἐστί».

Οἱ στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνα παρέλαβαν τότε τὸν κατάδικο, τὸν ἔστησαν σὲ ἕνα στύλο καὶ τὸν παρέδωσαν σὲ ἐμπτυσμούς, ἐμπαιγμοὺς καὶ φοβερὰ μαρτύρια. Τὸν μαστίγωσαν χωρὶς ἔλεος, τὸν χτύπησαν, τοῦ ἔβαλαν στὸ κεφάλι «στέφανον ἐξ ἀκανθῶν». Ἡ γυναίκα, «ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσα», εἶχε μεταβληθεῖ σὲ στήλη ἅλατος ἀπὸ τὸν τρόμο. Ποιὸς ἦταν ὁ αὐτόκλητος σωτήρας της, ποὺ ἀνέλαβε τὰ πάντα πάνω του ἀντὶ γι’ αὐτήν; Μιὰ τρομερὴ ὑποψία τὴ βασάνιζε. Καὶ ὅταν κάποια στιγμὴ ὁ κατάδικος γύρισε πρὸς τὸ πλῆθος, ἡ ὑποψία της ἐπιτέλους ἐπιβεβαιώθηκε: Στὸ καταματωμένο του πρόσωπο ἀναγνώρισε καθαρὰ τὸν ποθητό της Νυμφίο. Μὰ τώρα δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ ὀμορφιὰ στὸ πρόσωπο αὐτό. Ἡ μορφή του, ἀφανισμένη ἀπ’ τὸ ἀνελέητο μαρτύριο, δὲν θύμιζε σὲ τίποτε τὸν πανέμορφο πρίγκιπά της. «Οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος».

Ἡ γυναίκα μόνο ποὺ δὲν λιποθύμησε βλέποντάς τον. Μιὰ δυνατὴ κραυγὴ πόνου ἀναδύθηκε ἀπὸ τὰ σφιγμένα της στήθη στὴ θέα τοῦ ἀγαπημένου της. Μὰ πρὶν ἀκόμα ὁ στεναγμός της φτάσει στὸ στόμα καὶ βγεῖ ἀπὸ τὰ χείλη της, ἐκεῖνος στρέφοντας τὸ πρόσωπό του «ἐνέβλεψε» σ’ αὐτήν. Ταυτόχρονα στὴν καρδιά της ἄκουσε τὴ γλυκύτατη φωνή του:

–  Καλή μου Νύμφη, ἀγαπημένη μου! Συγκράτησε τὸν πόνο σου! Μὴν κάνεις τίποτε, ὅ,τι κι ἂν βλέπεις, μὴν προδίδεις τὴν παρουσία σου. Ὁ δικός σου ἀγώνας τελείωσε πιά. Εἶναι δική μου τώρα ἡ μάχη αὐτή. Καὶ θὰ τὴ δώσω μόνος μου. «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα» νὰ πολεμήσω ἐγὼ πλέον τοὺς ἐχθρούς σου. «Ληνὸν» θὰ πατήσω «μονώτατος». Σὰν τὰ σταφύλια στὸ πατητήρι θὰ στιφτοῦν οἱ τύραννοί σου. «Συντρίψω αὐτοὺς ὡς σκεύη κεραμέως». Δεῖξε μονάχα λίγη ὑπομονή, περίμενέ με λίγο ἀκόμα.

Μὰ τὰ ὅσα ἀκολούθησαν ἦταν ἔξω ἀπὸ κάθε προσδοκία τῆς ταλαίπωρης γυναίκας. Ὁ καλός της Νυμφίος ἀναρτήθηκε σὲ σταυρὸ «ἔξω τῆς πύλης», πάνω στὸ ὕψωμα ποὺ ἔμοιαζε «κρανίου τόπος», καὶ ἐκτελέστηκε. Παρακολούθησε ἀπὸ μακριά, ὅπως τῆς τὸ ζήτησε, βῆμα-βῆμα τὸ μαρτύριό του. Ἔσταξε αἷμα ἡ ψυχή της γιὰ τὰ φριχτά του πάθη, ὅλα ὅσα θέλησε νὰ περάσει γιὰ χάρη της. Τέτοια ἀγάπη δὲν μποροῦσε νὰ τὴ φανταστεῖ ποτέ. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος ἔγειρε τὸ κεφάλι καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του, μόνο ποὺ δὲν ξεψύχησε κι αὐτὴ μαζί του.

Χάθηκε μὲ τὴν τελευταία του πνοὴ ἡ πρωτόγνωρη ἐκείνη ἀρχετυπικὴ ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς, ποὺ διαισθάνθηκε πάνω του τὶς λίγες στιγμὲς ποὺ εὐτύχησε νὰ εἶναι μαζί του. Λίγο πρὶν πέσει τὸ σκοτάδι, κάποιες σκιές, γλιστρώντας στὸ πένθιμο λυκόφως, κατέβασαν τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ βιαστικὰ ἀπ’ τὸν σταυρό. Τὸ τοποθέτησαν σ’ ἕνα κενὸ μνημεῖο σὲ κῆπο κοντινό, βάζοντας ἔτσι τὴν τελικὴ σφραγίδα σ’ αὐτὴν τὴν τραγικὰ μακάβρια καὶ θλιβερὴ ἱστορία.

Ἐγέρθηκαν τότε μέσα της ἀμείλικτα ἐρωτηματικά. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει πεθάνει; Δὲν τῆς εἶπε πὼς αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ τελικὸς νικητής; Τί συνέβη καὶ ἔφτασαν τὰ πράγματα ἐκεῖ; Ἔκανε λάθος ὑπολογισμούς; Γελάστηκε; Ἀπέτυχε; Ὅλα δηλαδὴ ἦταν μάταια; Ἡ ὑπέροχη θυσία του γιὰ χάρη της ἦταν χωρὶς ἀντίκρυσμα; Οἱ ἐλπίδες της, τὰ ὄνειρά της, ὅλα ὅσα τόλμησε νὰ πιστέψει, εἶχαν κάνει φτερά.

Ἔσυρε κοπιαστικὰ τὰ βήματά της ὣς τὴ σπηλιά. Σωριάστηκε ἀπελπισμένη στὸ χῶμα. Ἔκλαιγε μὲ τὶς ὧρες τὸν ἀγαπημένο της, χωρὶς νὰ νοιάζεται ἂν εἶναι μέρα ἢ νύχτα. Μὲ τὰ πολλὰ σύρθηκε κάποτε μέχρι τὸν τάφο. Ἦταν χαράματα, κόντευε νὰ φωτίσει ἡ ἀνατολή. Ποθοῦσε ἔστω νὰ δεῖ, ν’ ἀγγίξει, νὰ φιλήσει τὴν κρύα πέτρα ποὺ σκέπαζε τὸ σῶμα τοῦ λατρευτοῦ της.

Μὰ ὅταν πλησίασε, ξαφνιάστηκε. Ὁ τάφος ἦταν ὀρθάνοιχτος! Τῆς κόπηκαν τὰ γόνατα. Τί ἀπροσδόκητο πάλι τὴν περίμενε; Μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα ἔριξε μιὰ ματιὰ παραμέσα. Μὰ ὁ τάφος ἦταν κενός. Κανένας δὲν βρισκόταν ἐκεῖ. Ὁ νεκρὸς ἔλειπε! Τί ἀπέγινε; Ποιὸς τὸν μετακίνησε; Τὸν ἔβαλαν κάπου ἀλλοῦ; Τὸν ἔκλεψαν; Ἡ ψυχή της σκοτείνιασε ξανά.

Ἔκατσε λίγο παρακεῖ καὶ βάλθηκε νὰ κλαίει ἀπαρηγόρητη. Ποῦ θὰ τελειώσουν ὅλα τοῦτα, Θέ μου;…

Ἡ λύση τοῦ δράματος

Μὰ ὅπως ἔκλαιγε σκυφτὴ καὶ πότιζαν τὰ δάκρυά της τὴ γῆ, δὲν πῆρε εἴδηση πὼς κάποιος στάθηκε μπροστά της. Ἀκούμπησε ἁπαλὰ τὸ χέρι του στὸν ὦμο της.

–  «Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητεῖς;» γεμάτη συμπόνια ἡ φωνή του χάιδεψε τ’ αὐτιά της.

Σήκωσε τὸ κεφάλι της ἀπότομα, μὰ τὰ μάτια της, ὑγρὰ καὶ θολωμένα, δὲν τὴ βοήθησαν νὰ διακρίνει τὴ μορφὴ τοῦ ἐπισκέπτη. «Ὁ κηπουρὸς θά ’ναι», σκέφτηκε.

–  Κύριε, ἐσὺ τὸν πῆρες μήπως ἀπὸ ἐδῶ; Ξέρεις γιὰ ποιὸν μιλάω βέβαια. Ποιὸς ἄλλωστε δὲν ξέρει τὸν ἀγαπημένο μου! Πές μου λοιπόν, ποῦ τὸν ἐπῆγες; Ποῦ τὸν ἔβαλες; Γιὰ νὰ τὸν πάρω ἐγώ, νὰ ἔχω ἐγὼ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα τὴ φροντίδα του.

Ὁ ἄγνωστος στράφηκε σιωπηλὸς καὶ προχώρησε. Ἡ γυναίκα ἀπὸ κάποια μυστικὴ διόραση τὸν ἀκολούθησε. Πορεύονταν «οἱ δύο ὁμοῦ». Οἱ πρῶτες ἀχτίνες τοῦ ἥλιου ἔλαμψαν πάνω στὸ πρόσωπο τοῦ ἄγνωστου συνοδοιπόρου. Καιρὸς νὰ ρίξει λίγο φῶς κι ἐκεῖνος στὴν ψυχή της. Ἔτσι λοιπὸν «διήνοιξε τὸν νοῦν» τῆς «πορευομένης εἰς ἀγρὸν» γυναίκας. Τὴν κοίταξε γλυκά, στοχαστικὰ στὰ μάτια καί, τότε… σὲ μιὰ καὶ μόνη στιγμή, ἐκείνη κατάλαβε τὰ πάντα.

–  Νυμφίε μου! φώναξε γεμάτη ἔξαρση.

–  Νύμφη! «Καλή μου, πλησίον μου»! πρόφερε μὲ τὴ βαθειά, γλυκειὰ φωνή του ἐκεῖνος.

Ναί! Μπροστά της ἔστεκε ὁλοζώντανος, φωτεινὸς σὰν τὸν ἥλιο ποὺ ἀνέτελλε, ὁ λατρευτός της Νυμφίος. Ἦταν ὡραῖος, «ὡς ἐκ παστάδος προελθών», σὰ νὰ βγῆκε ἀπὸ νυμφώνα ὁλόφωτο καὶ ὄχι ἀπ’ τὰ σκοτάδια τοῦ τάφου. Τὰ μάτια της ἔβλεπαν ἐπιτέλους καθαρά.

Μυστικὰ ἡ καρδιά της κατανοοῦσε τώρα ἀπόλυτα, ὅσα μέχρι τότε τῆς κρύβονταν. Μέσα της ἔλαβε ἀμέσως τὴν πληροφορία, ὅτι σὲ κάθε της βῆμα ἐκεῖνος ἦταν ποὺ τὴν προστάτευε. Σὲ ὅσα ἀνεξήγητα τῆς εἶχαν συμβεῖ, ἐκεῖνος ἦταν ποὺ ἔδινε τὴ λύση. Ἡ μυστηριώδης φωνὴ στὸ ἀφρισμένο ποτάμι, τὸ ἀόρατο χέρι ποὺ ἅπλωσε τὸ σωτήριο σχοινὶ μὲς στὸ νερό, ὁ φιλόξενος ἄνθρωπος στὸ σπιτάκι τοῦ δάσους, ὁ παράξενος ἄγνωστος ποὺ τὴν ἀπάλλαξε ἀπ’ τὰ δεσμὰ καὶ πῆρε τὴ θέση της στὴ φυλακή, παντοῦ καὶ πάντα ἦταν ὁ ἀγαπημένος της, «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ», ποὺ δὲν τὴν ἄφησε μακριὰ ἀπ’ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ἄγρυπνη φροντίδα του οὔτε λεπτό. Πόσο πλανιόταν, ὅταν νόμιζε πὼς τὴν εἶχε ἐγκαταλείψει στὴν τύχη της! Πόσο ἄδικα παραπονιόταν!

Ἡ παρόρμησή της νὰ πέσει στὰ πόδια του, νὰ τ’ ἀγκαλιάσει, νὰ τὰ σφίξει, νὰ τὰ λούσει στὰ δάκρυά της, νὰ τὰ φιλήσει μὲ εὐγνωμοσύνη, ἦταν ἀκατανίκητη. Μὰ ἐκεῖνος τὴ σήκωσε.

–  Μὴν κλαῖς ἄλλο, ὅλα τώρα τέλειωσαν, ἀγαπημένη μου! τῆς εἶπε κοιτάζοντάς την τρυφερά.

–  Μὰ καὶ πάλι, πῶς γίνεται νὰ ζεῖς; ρώτησε ἀπορημένη ἐκείνη. Σὲ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου νὰ πεθαίνεις, νὰ σὲ βάζουν στὸν τάφο. Μὴν εἶσαι παραίσθηση, ὄνειρο, ἀπάτη, φαντασία; Δὲν πρόκειται ν’ ἀντέξω καὶ ἄλλη διάψευση.

–  Ζῶ, γιατὶ ἡ ἀγάπη νικάει τὸν θάνατο. Εἶναι τὸ κέντρο, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ὅποιος ἀγαπάει, θὰ ζήσει ἀληθινὰ καὶ αἰώνια. Δὲν μπορεῖ νὰ τὸν κρατήσει ὁ θάνατος, δὲν ἔχει πιὰ δικαίωμα πάνω του. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἀέρας, πνεῦμα ἢ φάντασμα. Ἐμπρός, ἄγγιξέ με, ψηλάφησέ με καὶ βεβαιώσου, γιατὶ τὸ «πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει», ὅπως βλέπεις ἐμένα νὰ ἔχω. Καὶ τώρα ἐγὼ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα μου, ποὺ εἶναι καὶ δικός σου πατέρας πιά, ἀγαπημένη μου. Δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ γυρίσουμε στὸ βασίλειό μου.

–  Ὅμως, ἐγὼ μὲ τί πρόσωπο θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του; Καὶ πῶς θὰ σταθῶ ἀντάξια δίπλα σου, μετὰ ἀπὸ ὅσα ἔκαμα;

–  Μὰ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔδωσα τὸ αἷμα μου γιὰ σένα. «Ἵνα τὴν πόρνην παρθένον ἐργάσωμαι». Αὐτὸ «τὸ αἷμα καθαρίζει ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας». Σὲ ἔχω ἐξαγοράσει μ’ αὐτὸ ἀπὸ κάθε νομικὴ καταδίκη καὶ κατάρα. Τὸ αἷμα μου σὲ ξέπλυνε ἤδη καὶ μπορεῖς πιὰ νὰ σταθεῖς ἀντάξια δίπλα μου, Νύμφη ἔνδοξη, «μὴ ἔχουσα σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων».

Εἶσαι τέλεια τώρα καὶ ἄμωμη. Καὶ δὲν εἶναι μόνο δικό μου ἔργο καὶ δῶρο αὐτό, μὰ τὸ ἀξίζεις κι ἐσύ. Γιατὶ μ’ ἀγάπησες κι ἐσὺ πολύ, μὲ ἐμπιστεύτηκες καὶ μὲ ἀκολούθησες ἕως ἐδῶ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας μου, ἀπὸ μόνος του ἤδη, σὲ ἀγαπάει τὸ ἴδιο ὅπως κι ἐγώ. Δὲν χρειάζεται νὰ τοῦ ἐξηγήσω ἢ νὰ τοῦ ζητήσω κάτι ἐγὼ γιὰ χάρη σου. Καιρὸς νὰ γνωρίσεις αὐτὸ τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τοῦ πατέρα μου.

–  Ἂν εἶναι ἔτσι, Νυμφίε μου, Σωτήρα μου καὶ Κύριέ μου, ἀπάντησε μὲ γλυκειὰ συστολὴ ἀκόμη ἡ Νύμφη, μία καὶ μοναδικὴ λαχτάρα ἔχει ἡ ψυχή μου καὶ ταπεινὰ ζητάω νὰ μοῦ τὴν ἐκπληρώσεις: Νὰ μ’ ἔχεις πάντοτε μαζί σου καὶ μένα, ὅπου θὰ κατοικεῖς ἐσύ. Νὰ βλέπω πάντα τὴν τερπνότητά σου, τὴν ἀγέραστη ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου σου. Μὲ σκέπασες, μ’ ἔκρυψες καὶ μὲ προστάτεψες τὶς μέρες ποὺ κινδύνευα κάτω ἀπ’ τὴ σκηνή σου καὶ ὕστερα μὲ ὕψωσες πάνω ἀπ’ τοὺς ἐχθρούς μου. Μὴ μὲ ἀφήσεις τώρα πιά. Ἀναζητοῦσα αὐτὸ τὸ γαλήνιο πρόσωπό σου πάντοτε. Μὴν τὸ ἀποστρέψεις ἀπὸ ἐμὲ ποτέ, σὲ ἱκετεύω, θὰ θλίβομαι αἰώνια. Θὰ εἶναι ἡ χειρότερη συμφορά μου, ἂν κάποτε συμβεῖ αὐτό.

Ὁ γάμος

Ὁ Νυμφίος ἔσφιξε τότε μὲ τρυφερὴ ἀγάπη τὸ χέρι τῆς Νύμφης μέσα στὸ δικό του. Ἕνα οὐράνιο τόξο ὁλοστρόγγυλο μὲ χρώματα φανταστικὰ τοὺς κύκλωσε ἀμέσως. Τοὺς σήκωσε ψηλὰ στὸν ἀέρα ἁπαλά, σὰ νὰ καθόντουσαν σὲ σύννεφο. Σὲ λίγες μόνο στιγμὲς ἡ φωτεινὴ ἴριδα τοὺς μετέφερε πολὺ μακριά. Ἡ Νύμφη εἶδε μπροστά της τὴ θαμβωτικὴ ὀμορφιὰ τῆς χώρας τοῦ Νυμφίου της. Μιὰ πανέμορφη πόλη φαινόταν νὰ κατεβαίνει ἀπ’ τὸν οὐρανὸ μᾶλλον, παρὰ νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὴ γῆ.

Πολύχρωμες ἀνταύγειες σκορπίζονταν ἀπ’ τὰ μεγαλόπρεπα τείχη της, καθὼς τὸ καθαρὸ φῶς τοῦ ἥλιου ἔπεφτε πάνω τους, μιὰ καὶ ἦταν χτισμένα ὄχι μὲ πέτρες κοινές, ἀλλὰ μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τοὺς πολύτιμους λίθους. Νύχτα καὶ θάνατος, πόνος καὶ δάκρυα, κραυγὴ καὶ πένθος δὲν ὑπῆρχαν πλέον ἐκεῖ.

Ὁ Νυμφίος καὶ ἡ Νύμφη στάθηκαν μπρὸς στὴν κεντρικὴ πύλη, τὴν «κατὰ ἀνατολάς». Παρευθὺς ἕνα δυνατὸ σάλπισμα, ἀπαρχὴ γενικοῦ συναγερμοῦ, δόνησε τὸν καθαρὸ ἀέρα «ἀπ’ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν: Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ». Μιὰ μυριόστομη τότε κραυγή, «ὡς φωνὴ ὄχλου πολλοῦ καὶ ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν καὶ ὡς φωνὴ βροντῶν ἰσχυρῶν», ὑψώθηκε ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές.

–  Δόξα στὸν Κύριο τῶν δυνάμεων, ποὺ ἐπέστρεψε θριαμβευτὴς καὶ νικητής! «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ», εἶναι ὁ γιὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλέα μας! Ἦλθε λοιπὸν ἡ ὥρα τοῦ γάμου τοῦ Νυμφίου «καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡτοίμασεν ἑαυτήν».

Ἔδωσαν τότε στὴ γυναίκα νὰ φορέσει «βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν», τὴν πιὸ ἐπίσημη βασιλικὴ στολὴ ἀπὸ λευκὸ πολυτελὲς λινό. Τοὺς δόθηκαν ἄλογα λευκὰ νὰ ἱππεύσουν. Ὁ Νυμφίος, γνήσιος γιὸς μονογενὴς ἀληθινοῦ Βασιλέα, σκορποῦσε μοναδικὴ λαμπρότητα. Τὰ μάτια του ἔμοιαζαν μὲ φλόγα πυρός. Στὸ κεφάλι του τοποθέτησαν «διαδήματα πολλά». Φοροῦσε πορφύρα βασιλικὴ σὲ χρῶμα ἐρυθρό, σὰν τὸ χρῶμα τοῦ αἵματός του ποὺ ἔτρεξε στὸν σταυρό. Πάνω στὸ ἱμάτιό του στὸ μέρος τοῦ μηροῦ εἶχε γραμμένο τὸ μοναδικὸ «ὑπὲρ πᾶν» ὄνομά του: «Βασιλεὺς βασιλέων καὶ Κύριος κυρίων».

Τὰ πολυάριθμα στρατεύματά του παρατάχτηκαν μεγαλόπρεπα ἀπὸ τὶς δώδεκα πύλες τῆς πόλης μέχρι τὴ μεγάλη πλατεία στὸ κέντρο της, ποὺ φτιαγμένη ὁλόκληρη ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι, ἄστραφτε σὰν καθαρὸ καὶ διάφανο γυαλί. Ἵππευαν ὅλοι λευκὰ ἄλογα καὶ φοροῦσαν λευκὲς καθαρὲς λινὲς στολές.

Ἐκεῖ ὁ Βασιλιὰς Πατέρας κάλεσε τὸν ἔνδοξο γιό του νὰ πάρει τὴ θέση ποὺ εἶχε πάντοτε στὰ δεξιά του.

–  Ὁ θρόνος σου θὰ εἶναι ἀσάλευτος καὶ ἡ βασιλεία σου ἀκλόνητη στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες, εἶπε. «Κάθου ἐκ δεξιῶν μου». Οἱ ἐχθροί σου θὰ εἶναι ὑποπόδιό σου. Ἡ ἐξουσία σου θὰ εἶναι αἰώνια καὶ ἀκατάλυτη. Στὸ ὄνομά σου θὰ λυγίζουν τὸ γόνυ τους τὰ ἐπουράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια. Οἱ πάντες θὰ σὲ ἀναγνωρίζουν Κύριό τους. Γιατὶ ἐκτέλεσες τέλεια τὸ ἔργο σου, «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου».

Ἡ Νύμφη τιμήθηκε κι αὐτὴ μὲ τὴν ἀξιοζήλευτη θέση στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Μεγάλου Βασιλέα, δίπλα στὸν Νυμφίο της. Ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ τέτοια μοναδικὴ τιμή, τέτοια ὑπέροχη καταξίωση. Ἡ «καινὴ διαθήκη» ποὺ συμφωνήθηκε μεταξὺ τῶν ἀγαπημένων τηρήθηκε ἀπόλυτα. Μέσα σὲ ἀπέραντη χαρὰ ἔγιναν οἱ βασιλικοὶ γάμοι τοῦ Νυμφίου καὶ τῆς Νύμφης.

Οἱ δυὸ ἀγαπημένοι στάθηκαν ψηλά, «ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς», ὥστε νὰ εἶναι ὁρατοὶ ἀπό παντοῦ, καὶ ὁ τόπος ὅλος ἀκτινοβόλησε ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ δόξα τους. Οἱ πάντες ἦταν «κεκλημένοι». Βασιλικὸς νυμφώνας, «κεκοσμημένος», ὁλόλαμπρος, ἦταν ἡ πόλη ὁλόκληρη. Γιατὶ ἐκεῖ κατοικοῦσαν ὅλοι «οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς» τοῦ Νυμφίου, «ἡ Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων». Ἦταν οἱ φίλοι του, ποὺ «λάμποντες, ἀστράπτοντες, ἠλλοιωμένοι», ἔχαιραν μὲ τὴ χαρὰ τοῦ Νυμφίου καὶ τῆς Νύμφης.

Ἔκτοτε ἡ χαρὰ αὐτὴ δὲν σταμάτησε ποτέ, ἀλλὰ «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων» ἀντηχοῦσε ἀκατάπαυστος στὴν πόλη ἐκείνη. «Ἀπέραντος ἡδονὴ» πλημμύριζε ἀδιάκοπα τὶς ψυχὲς «τῶν καθορώντων τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον» τοῦ Νυμφίου καὶ τῆς Νύμφης.

Καὶ στὰ κατάβαθα ὅλων, «ἐν πλαξὶ καρδίας σαρκίναις», ἦταν γραμμένα ἀνεξίτηλα τὰ ὀνόματα τῶν δυὸ ἀγαπημένων: Νυμφίος ὁ Χριστὸς καὶ Νύμφη του ἡ (κάθε) ἀνθρώπινη ψυχή.

Πάσχα 2016

Πασχαλινὲς Ἱστορίες, ἀρ. 15

Εικόνα από: p.120-bal.ru

Το δεύτερο μέρος ΕΔΩ

Κείμενα του π. Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ 

violet flower smiley