του π. Δημητρίου Μπόκου

«…ἐπεθύμησε πόρνης ὁ Θεός, τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας,
ἵνα τὴν πόρνην παρθένον ἐργάσηται· ἵνα γένηται νυμφίος.

Οὐ πέμπει πρὸς αὐτὴν οὐδένα τῶν δούλων, οὐ πέμπει ἀρχάγγελον,
ἀλλ’ αὐτὸς παραγίνεται ὁ ἐρῶν.

Καταβαίνει αὐτὸς κάτω, επειδὴ αὐτὴ οὐκ ἠδύνατο ἀναβῆναι ἄνω.
Ὁρᾷ αὐτὴν μεθύουσαν, ἑλκῶν γέμουσαν, ἐκτεθηριωμένην,
ὑπὸ δαιμόνων πεφορτισμένην.

Καὶ τί ποιεῖ; Προσέρχεται αὐτῇ, …λαμβάνει αὐτήν, ἁρμόζεται αὐτήν.

Καὶ τί αὐτῇ δίδωσι; Δακτύλιον, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον…»

(Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος)

«…ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν…» (Ἐφεσ. 5, 32}

Ἀπρόβλεπτη συνάντηση

Ὁ ἡνίοχος τράβηξε ἁπαλὰ τὰ χαλινάρια καὶ τὰ νεαρὰ ἄλογα, μὲ τὰ χρυσοπλούμιστα φάλαρα στοὺς λαιμοὺς καὶ στὰ μέτωπα, ἔκοψαν τὸν ζωηρὸ τροχασμό τους. Ἡ πολυτελέστατη ἅμαξα μπῆκε ἀργὰ στὴν κεντρικὴ πολύβουη πλατεία τῆς πολυάνθρωπης πολιτείας, ἔκαμε τὸν μισὸ γύρο της καὶ σταμάτησε. Κρεμασμένα σὲ ὁλόχρυσες φοῦντες μικρὰ καμπανάκια στὶς τέσσερες γωνιές της, τράβηξαν μὲ τὸν μελωδικό τους ἦχο τὴν προσοχὴ ὅλων ἐπάνω της. Λευκὲς δαντελωτὲς λωρίδες ἀπὸ καθαρὸ μετάξι διέτρεχαν τὰ πορφυρὰ βῆλα στὰ παράθυρα καί, καθὼς ἡ γυναίκα τὰ ἀνασήκωνε καὶ τὰ στερέωνε ψηλά, ἄφηνε ἀργὰ τὸ βλέμμα της νὰ πλανιέται ἀδιάφορα πάνω στὸ πλῆθος.

Στὸ βλέμμα της χαμήλωσαν ὅλοι τὸ δικό τους. Αἰσθανόταν εὐχαρίστηση νὰ τοὺς ὑποτάσσει κάτω ἀπὸ τὴν ψυχρή της ματιά. Τὴ μεθοῦσε τὸ γεγονὸς ὅτι μυστικὰ ὅλοι τὴν ποθοῦσαν καὶ στέκονταν μπροστά της ἀμήχανα. Κι ἔνοιωθε μέσα της γι’ αὐτὸ μιὰ κρυφὴ περιφρόνηση καὶ ἀηδία γιὰ ὅλους.

Μὰ καθὼς ἡ ματιά της σάρωνε ἐξεταστικὰ τὴ μεγάλη πλατεία, μιὰ μοναχικὴ σιλουέτα στὴν ἀπέναντι πλευρὰ τὴν καθήλωσε. Ἕνας ἄγνωστος ἄντρας ἀκουμποῦσε ἁπαλὰ στὸ πεζούλι, μὲ τὴν πλάτη του σχεδὸν γυρισμένη πρὸς τὸ μέρος της. Εἶχε στραμμένο τὸ πρόσωπο καὶ τὸ βλέμμα του μακριά. Ξαφνιάστηκε. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ εἶναι κάποιος ἀδιάφορος στὸ πέρασμά της; Νὰ ἀγνοεῖ τόσο ἐπιδεικτικὰ τὴν παρουσία της;

Ἔδειξε τὸ σημεῖο ὅπου ἔστεκε ὁ ἄγνωστος καὶ κρύβοντας ἐνδόμυχα τὸν θυμὸ ποὺ τὴν ἔπνιγε, πρόσταξε μὲ ἤρεμη φωνὴ τὸν ἁμαξά.

–  Προχώρησε μέχρι ἐκεῖ!

Μιὰ ἀνυποχώρητη παρόρμηση νὰ τὸν ταπεινώσει εἶχε ξεφυτρώσει ἀπότομα μέσα της. Ἡ παρουσία τοῦ πλήθους γύρω της ἔκανε τὸ πεῖσμα της πιὸ ἄκαμπτο. Τὸ ἅρμα της προχώρησε, πλησίασε τὸν ἄγνωστο. Μὲ ἀργές, ἀριστοκρατικές, μὰ ὡστόσο ἀνάλαφρες κινήσεις ἡ γυναίκα κατέβηκε καὶ στάθηκε κοντά του, γεμίζοντας τὴν ἀτμόσφαιρα ἀρώματα καὶ χρώματα μὲ τὸ φανταχτερὸ στόλισμα καὶ ντύσιμό της. Τὴν ἔκαιγε ἡ περιέργεια νὰ μάθει ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ τολμοῦσε νὰ τὴν περιφρονεῖ τόσο φανερὰ μπροστὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη. Μὰ ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νὰ τὸν κυλίσει στὰ πόδια της, ὁ ἄγνωστος ἄντρας γύρισε ξαφνικὰ τὸ πρόσωπό του πρὸς τὸ μέρος της. Τὸ βλέμμα του στάθηκε πάνω της. Ἡ γυναίκα ἔνοιωσε σὰν κάτι νὰ τὴν κάρφωσε στὴ θέση της. Τὰ λόγια ποὺ ἑτοιμαζόταν νὰ τοῦ πεῖ πνίγηκαν στὸ λαρύγγι της, καθὼς εἶδε τὰ μάτια τοῦ ξένου δακρυσμένα. Δὲν τῆς ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστα τὰ μάτια αὐτά. Μὰ τί τῆς θύμιζαν;

Αὐτομάτως ἀνάκρουσε «πρύμναν». Ἔστειλε τὴ σκέψη της βαθιὰ στὸ παρελθόν. Τὴν ἀνάγκασε νὰ καλπάσει στὴ μακρινὴ ἐποχὴ ποὺ ἦταν ἀκόμα μικρή, μιὰ  χαριτωμένη παιδούλα. Καὶ ξαφνικά… ἕνας φοβερὸς τριγμὸς στὴ μνήμη της ἔφερε σεισμὸ ποὺ τάραξε τὰ τρίσβαθά της.

–  Ἐσύ; ψέλλισε σοκαρισμένη τρομερά. Στ’ ἀλήθεια εἶσαι σύ;

Ἡ ἀγέρωχη κορμοστασιά της σχεδὸν τσάκισε μπροστά του.

–  Μὰ πῶς εἶναι δυνατόν; συνέχισε σιγανά. Γιατί ὅμως τώρα; Τόσα χρόνια σὲ περίμενα…!

Μιὰ παλιὰ συμφωνία

Ζωντάνεψαν μέσα της πράγματα ποὺ εἶχαν ξεχασθεῖ ἀπὸ καιρό. Τὴ μέρα ποὺ ἡ μάνα της τὴν ἔφερε στὸ φῶς, ἦταν σὰ νὰ κατέβηκε ὁ ἥλιος στὴ γῆ. Τέτοιο ὄμορφο μωρὸ δὲν εἶχαν ξαναδεῖ ποτέ. Δὲν ἦταν μόνο χαρὰ τῶν γονιῶν της, μὰ καὶ τοῦ κόσμου ὁλόκληρου. Δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ τὴν ἔβλεπε καὶ νὰ μὴν τὴν ἀγαποῦσε. Τὸ γέλιο της σκόρπιζε μύρα καὶ χρώματα, σὰν ρόδο πανέμορφο ποὺ ἀνοίγει στὸ πρῶτο φῶς τῆς αὐγῆς. Τὸ τραγούδι της ἔμοιαζε κρυστάλλινο νερὸ πηγῆς, κελάδημα πουλιῶν ἑωθινό. Καὶ ὅσο μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε καὶ ἡ ὀμορφιά της.

Καὶ ἐντελῶς ἀνέλπιστα, μιὰ μέρα ὡραία καταφτάνει στὸν τόπο τους μιὰ τεράστια, μεγαλόπρεπη πομπὴ ἀπὸ ἅρματα βασιλικὰ χρυσοστόλιστα, μὲ τὰ πιὸ ὄμορφα ἄλογα τοῦ κόσμου καὶ στρατὸ ὁλόκληρο γιὰ συνοδεία. Τὸ πιὸ ξακουστὸ βασιλόπουλο ἀπ’ τὸ πιὸ μακρινὸ βασίλειο τοῦ κόσμου, ποὺ μόνο ἀκουστὰ τὸ εἶχαν οἱ παλιότεροι, ξεπεζεύει μπρὸς στὸ σπίτι της. Καὶ κάνει διαθήκη ἐπίσημη, συμφωνία μὲ τοὺς γονεῖς της, νὰ τοῦ δώσουν γιὰ σύζυγο τὴν κόρη τους, ὅταν φτάσει στὴν ἡλικία τοῦ γάμου. Κι ἀφήνει δῶρα πολλὰ καὶ θησαυροὺς ἀμύθητους γιὰ ὅλους καὶ τὸ βασιλικὸ πολύτιμο δαχτυλίδι του γιὰ τὴ μέλλουσα νύμφη, γιὰ νὰ τιμήσει τὴ συμφωνία του.

Μὰ τὸ βασιλόπουλο ἤθελε νὰ εἶναι καὶ ἡ κόρη μπροστά. Νὰ ἐπικυρώσει καὶ ἡ ἴδια μὲ τὴ δική της θέληση τὴ συμφωνία. Καὶ εἶπε πὼς χωρὶς τὴ δική της συγκατάθεση ἡ συμφωνία θὰ εἶναι ἐντελῶς ἄκυρη. Φώναξαν λοιπὸν τὴ μικρὴ παιδούλα ἀπ’ τὶς αὐλές, ὅπου ἔπαιζε μὲ τὰ συνομήλικα τῆς γειτονιᾶς. Καὶ ὅταν ἡ κόρη στάθηκε μπροστά του, ὁ πρίγκιπας τῆς ἐξήγησε τὰ πάντα καὶ τὴ ρώτησε ἂν δεχόταν καὶ αὐτὴ νὰ γίνει, στὴν κατάλληλη ὥρα βέβαια, ἡ γυναίκα του. Καὶ ὑποσχέθηκε ἐκεῖ ἐνώπιον ὅλων, ὅτι αὐτὸς θὰ τὴν ἀγαπάει αἰώνια μὲ μιὰ ἀγάπη τόσο δυνατή, ποὺ τίποτε δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὴ σβήσει ποτέ.

Ἡ κόρη ἀπάντησε ὅτι θέλει καὶ συμφωνεῖ κι αὐτὴ νὰ γίνουν ἔτσι τὰ πράγματα. Τότε τὸ βασιλόπουλο τὴν ἔσφιξε τρυφερὰ στὴν ἀγκαλιά του, τὴ φίλησε ἁπαλὰ στὸ παρθενικό της μάγουλο καὶ εἶπε δυνατὰ καὶ ἐπίσημα, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν ὅλοι:

–  Ἀπὸ τώρα καὶ γιὰ πάντα θὰ εἶσαι πιὰ ἡ ἀγαπημένη μου!

–  Κι ἐσὺ θὰ εἶσαι ὁ ἀγαπημένος μου! ἀπάντησε καὶ γέλασε αὐθόρμητα μὲ τὸ κρυστάλλινο γέλιο της ἡ παιδούλα.

Τὸν κοίταξε βαθιὰ στὰ μάτια μὲ πεντακάθαρο βλέμμα κι ἀκούμπησε κι αὐτὴ τὰ δροσερά της χείλη στὸ μάγουλό του. Δὲν καταλάβαινε ἀκριβῶς τί σήμαιναν ὅλα αὐτά, μὰ ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ ἀγαπημένου της τὴ γέμισε ἀνείπωτη χαρά. Ἀνέκφραστη γλυκειὰ ζεστασιὰ τὴν τύλιξε ὁλόκληρη, μιὰ ἀπέραντη εὐτυχία διαπέρασε τὴν παιδική της καρδιά. Δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὰ περιγράψει αὐτὰ μὲ λόγια, ἔνοιωθε ὅμως πὼς αὐτὸ ἦταν ἀληθινὴ ζωή.

–  Νὰ μὲ περιμένεις λοιπόν! Ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα θὰ ξανάρθω! φώναξε πρόσχαρος ὁ πρίγκιπας καὶ σηκώνοντας τὴ λαμπρὴ συνοδεία του ἔφυγε γιὰ τὸν τόπο του.

Καὶ ἡ μικρὴ παιδούλα μεγάλωνε καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴν καὶ ἡ ὀμορφιά της. Καὶ ὅσοι τὴν ἔβλεπαν ἔλεγαν πὼς ἦταν «καλὴ σφόδρα», ἡ ὀμορφότερη γυναίκα ποὺ φάνηκε ποτὲ στὴ γῆ. Ἦταν τόσο τέλεια ἡ ὀμορφιά της, ποὺ ἡ φήμη γιὰ τὸ πρωτόγνωρο κάλλος της ἁπλώθηκε παντοῦ.

Ἡ ἐκτροπὴ

Τὰ χρόνια ἔφευγαν, μὰ ἄλλαζαν καὶ οἱ καιροί. Ἡ ὀμορφιὰ τῆς γυναίκας ἦταν ἀκαταμάχητος μαγνήτης ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὴν ἀγαποῦσαν καὶ τὴν προστάτευαν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς κακοὺς ποὺ τὴν ὀρέγονταν. «Πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», τὴ λιγουρεύονταν καὶ τὴ φθονοῦσαν. Ὅμως ἡ ἀθώα κόρη δὲν τοὺς ἔδινε καμμιὰ σημασία. Στὴν καρδιὰ καὶ στὸν νοῦ της φύλαγε τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαπημένου της.

Μὰ ὁ καιρὸς κυλοῦσε ἀμείλικτος. Κι ἐκεῖνος δὲν φαινόταν πουθενά. Σιγὰ-σιγὰ στὴν ἀρχή, μὰ ὅλο καὶ συχνότερα κατόπιν, οἱ πλάνοι ποὺ τὴν πολιορκοῦσαν ἀσφυκτικὰ ἔσφιξαν τὸν κλοιό τους γύρω της. Πάσχιζαν νὰ τὴν πείσουν πὼς ὁ ἀγαπημένος της ἦταν μιὰ οὐτοπία. Ἕνα παραμύθι γιὰ μικρὰ παιδιά. Ἕνα ὄμορφο ὄνειρο, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὅπως ὅλα τὰ ὄνειρα, ὄνειρο μόνο. Ὁ πρίγκιπάς της δὲν θὰ ’ρχότανε ποτέ. Δὲν ὑπῆρχαν ὀνειρικὰ βασίλεια καὶ βασιλόπουλα. Τὴ συμβούλευαν νὰ σκέπτεται λογικὰ καὶ συνετὰ καὶ ὄχι νὰ συγχέει τὴν ἁπτὴ πραγματικότητα μὲ μύθους. Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς ἦταν ἐδῶ, στοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὴν τριγύριζαν γεμάτοι ὑποσχέσεις καὶ ὄχι στὰ ἀνύπαρκτα φαντάσματα τοῦ παρελθόντος.

Ἡ κόρη ἀντιστάθηκε γιὰ πολὺ στὶς δόλιες ὑποβολές τους. Θυμόταν μὲ συγκίνηση τὸ μακρινὸ πριγκιπόπουλο ποὺ τὴν κράτησε στὴν ἀγκαλιά του. Θυμόταν τὰ λαμπερὰ μάτια του μὲ τὸ γλυκό τους φῶς ποὺ χύθηκε στὴν καρδιά της. Καὶ τὶς νύχτες, μακριὰ ἀπ’ τ’ ἀδιάκριτα βλέμματα, ἔκλαιγε κρυφά.

–  Ποῦ εἶσαι, ἀγαπημένε μου; ἀναστέναζε πικρὰ μὲς στοὺς λυγμούς της. Γιατί ἀργεῖς τόσο πολύ;

Οἱ μέρες ὅμως ἔσπρωχναν τοὺς μῆνες ἀσταμάτητα καὶ οἱ μῆνες τὰ χρόνια, χωρὶς νὰ τῆς φέρνουν κανένα σημάδι τῆς παρουσίας του. Οἱ μελαγχολικές της σκέψεις γίνονταν ὅλο καὶ στενότερος βρόχος ποὺ ἔπνιγε τὴν ψυχή της. Οἱ πονηροὶ ἄνθρωποι, φίδια φαρμακερά, τὴν ἔζωναν ἀπὸ παντοῦ. Ἡ τετράγωνη λογική τους τὴν παίδευε ἀφάνταστα. Μὴν εἶχαν ἄραγε δίκιο; Μὲ τὰ πολλά, ἡ ἀμφιβολία βρῆκε κάποτε ἐκείνη τὴ μικρή, ἐλάχιστη ρωγμή, ποὺ ἦταν ὅμως ἀρκετὴ γιὰ νὰ εἰσδύσει, νὰ ρίξει ρίζα στὴν ψυχή της. Καὶ ἅπαξ καὶ ἔγινε ἡ ἀρχή, σιγὰ-σιγά, μεθοδικά, ἑκατοστὸ-ἑκατοστό, ξήλωσε ὅλη τὴν παλιά, ἀτράνταχτη πεποίθησή της. Ἡ δυνατὴ λαχτάρα τῆς ἀναμονῆς ἀτόνησε σιγὰ-σιγά. Ἀπονήρευτη, ἄπειρη στὶς σκοτεινὲς πλεκτάνες τους ἡ κόρη, ἔγινε θύμα εὔκολο στὰ χέρια τους. Πιάστηκε στὸν θανατηφόρο τους ἱστό. Μπῆκε στὸ μονοπάτι ποὺ τῆς ὑποσχέθηκαν ὅτι ἔβγαζε στὴν ὄμορφη ζωή. Πῆρε γιὰ ζωὴ ὅ,τι τὴν ἔπεισαν ἐκεῖνοι πὼς εἶναι.

Καὶ εἶν’ ἀλήθεια, πὼς ἀνέβηκε γρήγορα ψηλὰ στὴ ζωὴ αὐτὴ μὲ τὰ μοναδικὰ χαρίσματα ποὺ εἶχε. Καὶ ἡ ὀμορφότερη γυναίκα τοῦ κόσμου δὲν ἄργησε νὰ γίνει ἡ πρώτη ἑταίρα τῆς πολυάνθρωπης πόλης, διαβόητη γιὰ τὴν πορνεία της, καύχημα τῶν πονηρῶν καὶ φθονερῶν ἀνθρώπων. Μαζί της «ἐπόρνευσαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ ἐμεθύσθησαν οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν ἐκ τοῦ οἴνου τῆς πορνείας αὐτῆς». Φάνταζε ἀληθινὴ βασίλισσα, «περιβεβλημένη πορφυροῦν καὶ κόκκινον», βουτηγμένη σὲ ἀμύθητο πλοῦτο ἀπὸ χρυσάφι, μαργαριτάρια καὶ πολύτιμες πέτρες. Οἱ φρόνιμοι μόνο ἄνθρωποι ἔκλαιγαν γιὰ τὸ «πῶς ἐγένετο πόρνη» ἡ κόρη ἐκείνη! Πῶς κατάντησε σὰ δένδρο ποὺ τοῦ ἔπεσαν τὰ φύλλα, «ὡς παράδεισος (=κῆπος) ὕδωρ μὴ ἔχων»!

Μὰ καὶ ἡ ἴδια, παρόλο ποὺ πλήθαινε ἀναίσχυντα τὴν ἁμαρτία της μὲ κάθε τρόπο, ἦταν στιγμὲς ποὺ ἔβλεπε τὸ βαθύ της κατρακύλισμα. Ἔνοιωθε πὼς οἱ παμπόνηροι «φίλοι» της τὴ γύμνωσαν ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸν πλοῦτο ποὺ τὴ γέμιζε πρῶτα. Ἔβλεπε νὰ ξεπέφτει ἀπὸ τὴν ὄμορφη ἐλευθερία της σὲ ἐπαίσχυντη δουλεία. Ἔχασε τὸ πολύτιμο δαχτυλίδι τοῦ βασιλικοῦ ἀρραβώνα της. Ἔνοιωθε μέσα της ἔρημη, γυμνή, φτωχή. Σὰν ὄνειρο θαμπὸ ἐρχόταν κάποτε ἀμυδρὰ στὴ ναρκωμένη της ψυχὴ ἡ μακρινὴ εἰκόνα τοῦ ἀγαπημένου της. Καὶ στὴ θολὴ αὐτὴ ἀνάμνηση, ἀνεξήγητη θλίψη τὴν κυρίευε κι ἔχυνε δάκρυα μυστικά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ ξεδιαλύνει καθαρὰ τί τῆς συνέβαινε…

Ἡ νέα συμφωνία

Ἀκίνητη τώρα μπροστὰ στὸν ἄγνωστο πού ’χε τὸ βλέμμα του στραμμένο πάνω της, ἡ γυναίκα ἔνοιωθε σὰν νὰ μὴν ἔφυγαν ποτὲ τὰ μάτια αὐτὰ ἀπ’ τὴν ψυχή της, κι ἂς μὴν τὸ καταλάβαινε νωρίτερα. Τρομερὸ ἐρώτημα τὴν τριβέλιζε ἀλύπητα: Μήπως γελιέται; Εἶναι στ’ ἀλήθεια ἐκεῖνος; Ὁ ἀγαπημένος της; Ὁ νυμφίος της; Ὁ ἀναμενόμενος; Μὰ ἐκεῖνος ἦταν βασιλόπουλο ἔνδοξο, ξακουστὸ στὴν οἰκουμένη ὁλόκληρη, διάταζε στρατιὲς τρανὲς καὶ εἶχε λαοὺς ὁλόκληρους στὴν ἐξουσία του. Αὐτὸς ἐδῶ φαντάζει ἀσήμαντος μπροστά της, τιποτένιος, ταπεινός. Ντυμένος φτωχικά, σὰν παρακατιανός. Ἕνας ἀνώνυμος μέσα στὸ πλῆθος. Πῶς γίνεται νὰ εἶναι ὁ ἐκλεκτός της ποὺ περίμενε; Ποῦ εἶναι ἡ ὀμορφιά του καὶ ἡ δόξα του;

Ἂν ὅμως εἶναι ἐκεῖνος; Τί γίνεται τότε μ’ αὐτήν, ποὺ περιφρόνησε κι ἀτίμασε τὴ συμφωνία τους; Ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ «ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν» καὶ κατοίκησε «ἐν τῇ χώρᾳ τῶν πονηρῶν πολιτῶν» καὶ σύναψε «τὸ μετὰ τούτων συνοικέσιον», ἔπαψε πιὰ νὰ εἶναι ἡ ἐκλεκτή του νύμφη. Ἕνα φρικιαστικὸ σὸκ τὴν ταρακουνοῦσε συθέμελα.

Γύρω τους οἱ περίεργοι σχημάτιζαν ὅλο καὶ μεγαλύτερο κύκλο. Ὁ ἄγνωστος, «ἰδὼν ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος» καὶ «μᾶλλον θόρυβος γίνεται», στράφηκε νὰ φύγει. Ἡ γυναίκα τινάχτηκε.

–  Κύριε, «ποῦ μένεις»; ρώτησε γρήγορα, τρομάζοντας στὴ σκέψη πὼς θὰ τὸν ἔχανε κιόλας ἀπὸ μπρός της.

–  «Ἔρχου καὶ ἴδε», ἀπάντησε ἐκεῖνος χαμηλόφωνα μ’ ἕνα αἰνιγματικό, ἀδιόρατο χαμόγελο στὸ ἱλαρό του πρόσωπο.

Ἀγνοώντας τὸ πλῆθος ποὺ τὴν κοίταζε παράξενα ἡ γυναίκα, ἀφήνοντας ἀμέσως πίσω της τὰ πάντα, τὸν ἀκολούθησε μαγνητισμένη χωρὶς δεύτερη κουβέντα.

Σὰν βρέθηκαν οἱ δυό τους, ὁ παράξενος ἄγνωστος πῆρε τὸ χέρι της μὲς στὸ δικό του καὶ τὸ κράτησε ἁπαλά. Ἡ γυναίκα ἀνατρίχιασε στὸ ἄγγιγμά του. Ἐκεῖνος τὴν κοίταξε βαθιὰ στὰ μάτια καὶ εἶπε ἀργὰ καὶ σταθερά:

–  Νά με, λοιπόν! Ἦρθα γιὰ σένα, ἀγαπημένη μου!

Στὰ μάτια της ἄστραψε ξανὰ ἡ ἀπορία καὶ ἡ ἀμφιβολία, μὰ πρὶν προλάβει τίποτα νὰ πεῖ, ὁ ἄγνωστος μπρός της ἔλαμψε θαμβωτικά. Στὴ στιγμὴ ἕνας πανέμορφος πρίγκιπας ποὺ ἀκτινοβολοῦσε πῆρε τὴ θέση τοῦ φτωχοντυμένου ἀγνώστου. Τὸ πολυπόθητο βασιλόπουλο ἦταν μπροστά της καὶ τῆς χαμογελοῦσε. Μὰ τότε ἡ γυναίκα τραντάχτηκε στὸ εἶναι της ὁλόκληρο. Ἕνα δεύτερο σὸκ διαπέρασε ὀξὺ τὴν καρδιά της. Χαμήλωσε τὸ βλέμμα της γεμάτη ντροπή. Δυνατοὶ λυγμοὶ ἔσχισαν τὰ στήθη της. Ἔπεσε παρευθὺς κι ἀγκάλιασε τὰ πόδια του. Τὰ δάκρυα ἀνάβλυσαν ζεστά, ἔτρεξαν στὰ μάγουλά της, μούσκεψαν τὰ πόδια τοῦ πρίγκιπα. Τὰ πλούσια μεταξένια μαλλιά της λύθηκαν κι ἄρχισε  μ’ αὐτὰ νὰ σκουπίζει τὰ δάκρυα ἀπ’ τὰ πόδια τοῦ ἀγαπημένου της. Ἡ συγκίνηση τῆς ἔκοβε τὴν ἀνάσα, λέξη δὲν μποροῦσε νὰ πεῖ. Ἔνοιωθε ἀνάξια καὶ νὰ τὸν ἀγγίζει. Κάποια στιγμὴ κατάφερε νὰ ξεστομίσει:

–  Δὲν εἶμαι ἄξια νὰ σταθῶ μπροστά σου, γιατὶ ἐγὼ ἁμάρτησα πολύ.

Ὁ πρίγκιπας τὴν ἀνασήκωσε ἁπαλά. Τὴν ἔσφιξε τρυφερὰ στὴν ἀγκαλιά του. Ἐπανέλαβε γιὰ δεύτερη φορὰ τὰ λόγια του.

–  Ἦρθα γιὰ σένα, ἀγαπημένη μου! Γιὰ νὰ σὲ βρῶ ὅπου κι ἂν βρίσκεσαι. Δὲν εἶχα πεῖ πὼς τίποτα ποτὲ δὲν θὰ μπορέσει νὰ σβήσει τὴν ἀγάπη μου; Θὰ εἶσαι πάντα ἡ ἀγαπημένη μου. Δὲν πρόκειται ν’ ἀλλάξει αὐτὸ ποτέ!

–  Ὅμως ἐγώ; Σὲ πρόδωσα, ἀγαπημένε μου! ἀποτόλμησε νὰ τὸν προσφωνήσει ἐπιτέλους μὲ τὴ λέξη ποὺ πλημμύριζε τὴν ψυχή της.

–  Ὅμως νά, ποὺ κι ἐσὺ ἀγάπησες πολύ! συνέχισε μὲ τὴ χαϊδευτικὴ φωνή του ὁ πρίγκιπας. Γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης σου αὐτῆς «ἀφέωνται», σβήνονται οἱ ἁμαρτίες σου οἱ πολλές.

–  Ὢ ἀγαπημένε μου! Μὰ ἐγὼ δὲν τήρησα τὴ συμφωνία μας, ξανάπε γεμάτη συντριβή. Ἔχασα τὸ πολύτιμο δαχτυλίδι σου μὲ ὅλους τοὺς θησαυροὺς ποὺ μοῦ ἔδωσες. «Ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με». Εἶμαι ἁμαρτωλὴ πιὰ καὶ ἀκάθαρτη. «Ἐπλήθυναν αἱ ἀνομίαι μου». Πῶς νὰ ἀντικρύσω τώρα τὸ βλέμμα σου; Ἂχ καὶ νὰ μποροῦσε ν’ ἀλλάξει αὐτό! «Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ρῦσαί με»!

–  Μὴ σὲ ἀπασχολεῖ καθόλου αὐτό, τὴν καθησύχασε τὸ βασιλόπουλο. Εἶμαι γιατρός, θὰ ξαναπλάσω τὸ ἀγαπημένο σκεῦος μου ποὺ καταστράφηκε. Καὶ θὰ κάνουμε μιὰ νέα συμφωνία τώρα, «διαθήκην καινήν». Ξέχνα τὴν παλιὰ ἐκείνη συμφωνία. Ξέχνα καὶ τὶς ἁμαρτίες σου. Ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ τὶς μίσησε ἡ ψυχή σου, εἶναι σὰν νὰ μὴν ἔγιναν. Ἄλλο οἱ ἁμαρτίες σου καὶ ἄλλο ἐσύ. Ἐσὺ δὲν παύεις ποτὲ νὰ μοῦ εἶσαι μοναδικὴ καὶ πολύτιμη. Θὰ εἶσαι γιὰ πάντα ἡ ἐκλεκτή μου Νύμφη. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ νέα αἰώνια διαθήκη μου μαζί σου.

Ἔβγαλε ἀμέσως ἀπ’ τὸ χέρι του τὸ χρυσὸ βασιλικό του δαχτυλίδι ποὺ ἔλαμπε καὶ τὸ πέρασε στὸ δικό της δάχτυλο. Καὶ τότε, χαϊδεύοντας ἁπαλὰ τὸ χέρι της μὲς στὰ δικά του, τῆς τραγούδησε σιγανὰ καὶ γλυκὰ ἀπ’ τὰ τραγούδια τῶν ἀγαπημένων.

Ἡ ὠδὴ τῶν ἀγαπημένων

–  Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι, ἀγαπημένη μου, τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι! «Ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου»! Σήκω λοιπόν, ἔλα κοντά μου, πανέμορφη ἀγαπημένη μου! Ποιὰ εἶν’ αὐτὴ ποὺ ξεπροβάλλει σὰν τὴν αὐγή, ὡραία σὰν τὴ σελήνη, ἀχτινοβόλα σὰν τὸν ἥλιο, ποὺ θαμπώνει μὲ τὸ παράστημά της; Λουλούδι εἶσαι στὸν ἀγρὸ καὶ κρίνο στὶς κοιλάδες! Καθὼς τὸ κρίνο ἀνάμεσα στ’ ἀγκάθια ξεχωρίζει, ἔτσι καὶ ἡ ἀγαπημένη μου μέσα στὰ νέα κορίτσια. Τί ὄμορφη ποὺ γίνεσαι, ἀγάπη μου, πόσο ἑλκυστικὴ μέσα στὰ χάδια! Ὁλόκληρη εἶσαι ὡραία, ἀγαπημένη μου, ψεγάδι δὲν σοῦ βρίσκεται κανένα!

–  Καὶ σύ, ἀγαπημένε μου, τί ὄμορφος καὶ ζηλευτὸς ποὺ εἶσαι! Ἡ εὐωδιὰ τῶν μύρων σου τὰ ἀρώματα ὅλα ξεπερνάει. «Μύρον ἐκκενωθὲν τὸ ὄνομά σου», ὅλον τὸν ἀέρα εὐωδιάζει δυνατά. Σὰν τὴ μηλιὰ μὲς στοῦ δρυμοῦ τὰ δέντρα, ἔτσι κι ὁ ἀγαπημένος μου μέσα στὰ παλικάρια. Στὴ σκιά του ποὺ λαχτάρησα κάθησα, ὁ καρπός του εἶναι γλυκὺς στὸ στόμα μου. Φέρτε μου τὰ μῆλα του νὰ στηριχτῶ, γιατὶ εἶμαι πληγωμένη ἀπ’ τὴν ἀγάπη του ἐγώ.

Τὶς νύχτες στὸ κρεβάτι μου γύρευα ’κεῖνον ποὺ ἀγαπῶ. Τὸν γύρευα μὰ δὲν τὸν βρῆκα. Πόσες φορὲς λαχτάρησα ν’ ἀκούσω τὴ λαλιά του! Σηκώθηκα καὶ γύρισα τὴν πόλη, τοὺς δρόμους ὅλους κι ὅλες τὶς πλατεῖες της, γιὰ νὰ γυρέψω ’κεῖνον ποὺ ἀγαπῶ. Τὸν γύρεψα μὰ δὲν τὸν βρῆκα. Τὸν φώναξα κι αὐτὸς δὲ μ’ ἀποκρίθηκε. Μὲ συναπάντησαν οἱ φύλακες ποὺ τριγυρνᾶνε μὲς στὴν πόλη. «Εἴδατε τὸν ἀγαπημένο μου;» τοὺς ρώτησα. Μὲ χτύπησαν, μὲ πλήγωσαν, μοῦ βγάλανε τὸ πέπλο μου ἐκεῖνοι ποὺ στὰ τείχη εἶναι φρουροί… Ἂν τὸν καλό μου βρεῖτε, νὰ τοῦ πεῖτε ὅτι πεθαίνω ἀπ’ τῆς ἀγάπης τὴν πληγή…

Γιὰ πές μου ἐσὺ ποὺ τόσο ἀγαπῶ, ποῦ βόσκεις τὸ κοπάδι σου; Τὸ μεσημέρι ποῦ τὸ ξαποσταίνεις; Ἂς μὲ γεμίσουνε τὰ χείλη σου φιλιά, γιατὶ καλύτερα κι ἀπ’ τὸ κρασὶ εἶναι τὰ χάδια σου. Δυνατὴ σὰν τὸν θάνατο εἶν’ ἡ ἀγάπη» (Ἐλεύθερο ἐράνισμα ἀπὸ τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων).

Μετὰ ἀπὸ μακρόχρονη ἀναμονή, ὁ Νυμφίος καὶ ἡ Νύμφη βρέθηκαν ἐπιτέλους μαζί. Γιὰ ὥρα πολλὴ τραγούδησαν τὶς ὠδὲς τῶν ἀγαπημένων. Ἡ γυναίκα σκούπισε κάποια στιγμὴ τὰ μάτια της.

–  Γιατί, ἀγαπημένε μου, δὲν ἦρθες νωρίτερα; Ἂν δὲν ἀργοῦσες τόσο, δὲν θὰ γινόταν τὸ κακό.

–  Ἦρθα στὴν ὥρα μου, καλή μου! Καθόλου δὲν ἄργησα! Ἦταν ὁ χρόνος τοῦ ἀγώνα, τῆς δοκιμασίας σου αὐτός.

–  Καὶ δυστυχῶς δὲν πέτυχα σὲ τίποτα, καλέ μου!

–  Μὰ ὄχι, δὲν εἶναι ὅπως τὸ λές. Τώρα θὰ εἶσαι δυνατή, γιατὶ δοκίμασες καὶ τοῦ ἐρέβους τὸν ἀπύθμενο βυθό. Ἡ ἀγάπη σου θὰ εἶναι ἀνυποχώρητη, μιὰ καὶ ἔλαβες γνώση τοῦ κακοῦ καὶ ἔφτυσες μὲ ἀηδία ὅ,τι γεύτηκες. Μὰ δὲν χρειάζεται ν’ ἀπολογεῖσαι καὶ νὰ βλέπεις πρὸς τὰ πίσω πιά. Μπροστά σου ἁπλώνεται ἡ ζωὴ ποὺ πάντα ὀνειρευόσουν. Ἕνα μονάχα  βῆμα τελευταῖο ἀπομένει γιὰ νὰ τὴν ἔχουμε. Καὶ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικό.

–  Τί πρέπει νὰ κάνουμε, καλέ μου;

–  Νὰ φύγουμε ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο τῆς ἁμαρτίας, τὴ χώρα αὐτὴ ποὺ σὲ κρατάει δέσμια. Θὰ προχωρήσω ἐγὼ μπροστά, μὰ ὡστόσο γιὰ σένα δὲν θά ’ναι τόσο εὔκολο. Οἱ πρώην «φίλοι» σου θὰ σὲ διεκδικήσουν. Θὰ πολεμήσουν γιὰ νὰ σ’ ἔχουνε δική τους. Θὰ εἶναι ὁ τελευταῖος σου ἀγώνας αὐτός, ὁ πιὸ δύσκολος δρόμος σου. Καὶ πρέπει νὰ τὸν βαδίσεις μόνη σου. Νὰ εἶναι δική σου ἡ ἐπιλογή, δικό σου τὸ κατόρθωμα αὐτό. Μὰ ἐγὼ δὲν θά ’μαι μακριά. Δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ σὲ ἐγκαταλείψω. Θὰ εἶμαι ἐκεῖ κάθε φορὰ ποὺ θὰ μὲ χρειαστεῖς.

Ἔτσι καὶ ἔγινε.

Πάσχα 2016

Πασχαλινὲς Ἱστορίες, ἀρ. 15

Συνεχίζεται…

Εικόνα από: p.120-bal.ru

Κείμενα του π. Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ 

violet flower smiley