Τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μας, τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος αλλά και του Πάσχα, όπως τα καταγράφει στο βιβλίο του «το Ντομπρίνοβο», ο Νίκος Εξάρχου.

«Των Βαΐων
Στο Ντομπρίνοβο, όπως και στ’ άλλα περίχωρα, δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν δέντρα με δάφνη, η εκκλησιαστική επιτροπή φρόντιζε και προμηθεύετο κλαδάκια δάφνης από τα Γιάννενα, για να δώσουν στους εκκλησιαζομένους κλάδους δάφνης.

Τη δάφνη την έφερναν στο σπίτι και τη βάζαν στο εικόνισμα του σπιτιού, εκεί παρέμενε μέχρι του Ευαγγελισμού του επομένου χρόνου, οπότε τη ρίχνανε στη φωτιά.

Μεγάλη Πέμπτη
Την ήμερα αυτή όλα τα σπίτια έβαφαν αυγά και ζύμωναν και τα πασχαλινά κουλούρια από καλό σταρένιο αλεύρι. Η κουλούρα ήταν ένα μικρό ψωμί, που στη μέση του ‘βαζαν ένα κόκκινο αβγό.

Αυτά τα δίναν οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους την ήμερα του Πάσχα, κ’ οι νουνές στα αναδεχτούρια τους, την ήμερα που θα πήγαιναν στο σπίτι να πουν τα χρόνια τα πολλά και να φιλήσουν και το χέρι όλων των μεγαλυτέρων.

Επιτάφιος
Από το πρωί, αμέσως μετά την Αποκαθήλωση, φέρνουν τον Επιτάφιο στη μέση της εκκλησίας και αποθέτουν μέσα εκεί το χρυσοκέντητο ύφασμα όπου παριστάνεται το σώμα του νεκρού Ιησού.

Οι νέες και οι νέοι του χωρίου αρχίζουν τότε, μέσα στο κέντρο της εκκλησίας, το στόλισμα του Επιταφίου. Καθένας που θα έλθει θα φέρει μπουκέτα τα τριαντάφυλλα και κάθε λογής μυριστικά. Γενικώς κυριαρχούν τα χρωματιστά λουλούδια, μικρά και μεγάλα, ιδίως άσπρα και κόκκινα.

Όσην ώρα διαρκεί το στόλισμα, και ιδίως κατόπιν ως το βράδυ που θ’ αρχίσει η Ακολουθία, δεξιά κι αριστερά στα στασίδια των ψαλτάδων χοροί από νέους ψάλλουν στροφές από τη «Ζωή εν Τάφω» το «Άξιον εστί» και το «Αϊ γενεαί πασαι».

Όλη την ήμερα κόσμος πολύς έρχεται να προσκύνηση. Οι μανάδες φέρνουν τα μικρά παιδιά τους και τα οδηγούν να περάσουν μια ή τρεις φορές κάτω απ’ τον Επιτάφιο, για να πάρουν έτσι κάτι πιο πολύ από τη χάρη του.

Αργά το βράδυ, παλαιότερα μετά τα μεσάνυχτα, παπάς, ψάλτες και όλος ο κόσμος παίρνουν τον Επιτάφιο και κάνουν τη λιτανεία περιφέροντας τον γύρω απ’ το νεκροταφείο.

Έβγαιναν από την πίσω πόρτα της εκκλησίας στην οικία Ράικου κι από κει ακολουθούσαν το δρόμο από τα σπίτια Καφέτσιου, Πηλικούδα, Νίκου Θόδωρου και γύριζαν στο Μεσοχώρι.

Απ’ τις μεγάλες λαμπάδες που κρατάει ο κόσμος, είσαι βέβαιος ότι πρόκειται για ευλαβική κηδεία. Στα παράθυρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών, που είναι ολόγυρα απ’ την εκκλησιά, σειρά τ’ αναμμένα κεριά και τα λιβανιστήρια.

Μπροστά στις αυλόπορτες, οι νοικοκυρές έχουν από νωρίς κάμει θράκα, και την ώρα που θα περάσει ο Επιτάφιος ρίχνουν χούφτες επάνω το μοσχολίβανο και μοσχοβολάει ο τόπος.

Όταν γυρνούν πίσω στην εκκλησία, γίνεται για τους μεγάλους ότι έγινε την ήμερα για τα μικρά παιδιά.

Μπροστά, δηλαδή, στην πόρτα της εκκλησίας, όσοι κρατούν τον Επιτάφιο, μαζί με τον ιερέα, τον σηκώνουν ψηλά, και όλος ο κόσμος τότε περνάει από κάτω και μπαίνει μέσα.

Μέγα Σάββατο
Ο παπάς με το λόγο του, το Μέγα Σάββατο προ του Ευαγγελίου, μας λέει για την αναμενόμενη ανάσταση: «Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γήν.»

Αμέσως χτυπά η καμπάνα και με την χειρονομίαν του ο παπάς σκορπίζει την ίδια στιγμή δαφνόφυλλα.

Γενικά πιστεύεται ότι οι δάφνες εκείνες, που τις πετάει ο παπάς, αν πιαστούν στον αέρα, προτού προλάβουν και πέσουν κάτω – άρα προτού έλθουν σε επαφή με τη γη, η όποια αυτόματα θα τους αφαιρέσει κάθε μαγική τους δύναμη, – διατηρούν ιδιότητες κατεξοχήν θεραπευτικές.

Οι γυναίκες προσπαθούν να πιάσουν στον αέρα μερικά απ’ αυτά τα φύλλα δάφνης, για να καίουν σε περίπτωση «ματιάσματος»,όταν κάποτε θελήσουν να ξεβασκάνουν κάποιον άρρωστο.

Σε άλλα μέρη (π.χ. Πελοπόννησος) τα ίδια φύλλα της δάφνης, που έπιαναν στον αέρα, τα έβαζαν στα σεντούκια μαζί με τα χοντρόσκουτα (χοντρόρρουχα), για να διώχνουν μακριά τον επικίνδυνο σκώρο που καταστρέφει τα μάλλινα ρούχα.

Βέβαια, διαφορετικές λαϊκές αιτιολογίες προβάλλονται και διαφορετικές μικρολεπτομέρειες εθίμων διαμορφώνονται. Αλλά σ’ όλα φαίνεται πως η δάφνη και η Ανάσταση είναι λατρευτικά συνδεδεμένες.

Κυριακή του Πάσχα
Η προετοιμασία για το Πάσχα άρχιζε από το Σάββατο του Λαζάρου. Στην μνήμη του οι γυναίκες ζύμωναν ειδικά κουλουράκια που τα ονόμαζαν «λαζαράκια» και τα μοίραζαν στα παιδιά, τα όποια γύριζαν στο χωριό τραγουδώντας τον «Λάζαρο».

Όλα τα σπίτια δέχονταν με μεγάλη ευχαρίστηση τα παιδιά, γιατί το είχαν σε καλό πάντα τις άγιες μέρες να πρωτομπαίνουν παιδιά στο σπίτι και τα κερνούσαν με χρήματα και τους έδιναν κουλουράκια και καρύδια.

Αμέσως μετά άρχιζαν τα παινέματα, ανάλογα με την οικογένεια του νοικοκύρη, πότε για το παλικάρι, πότε γιά την κοπέλα, και πότε για την ίδια την κυρά του σπιτιού ή για τον άνδρα απ’ τα ξένα.

Πάσχα
Κανένας περιορισμός δεν υπήρχε επί τουρκοκρατίας για την ώρα της Αναστάσεως του Χρίστου. Συνήθως γίνονταν κατά την 5ην πρωινή.

Εάν ο καιρός επέτρεπε, η Ανάσταση γίνονταν στην πλατεία, κάτωθι του μεγάλου πλατάνου οπού στήνονταν ή εξέδρα. Οι άνδρες με τα όπλα χαιρέτιζαν το «Χριστός Ανέστη» και εν συνεχεία ολόκληρο το χωριό ηχούσε από τους πυροβολισμούς.

Όταν γυρίζουν στην εκκλησία, η πόρτα είναι κλειστή, όχι όμως και κλειδωμένη, πίσω απ’ την πόρτα ήταν ο γεροντότερος από τους επιτρόπους και παρίστανε τον Άδη, τον ακόρεστο και τον ανελέητο Άδη!

Απ’ έξω ο παπάς παρίστανε το Χριστό. Ο Άδης δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δηχθεί το νέο επισκέπτη του. Προαισθανόταν ότι με την Ανάσταση του θα αναστήσει και τους άλλους, κ’ έτσι θα χάσει αυτός την κραταιά «νίκη του».

Γινόταν λοιπόν τις στιγμές εκείνες ένας τυπικός διάλογος με το «Άρατε πύλας».

Ο παπάς λέει και το επαναλαμβάνει τρεις φορές:

«Κύριος κραταιός και δυνατός. Άρατε πύλας, επάρθητε αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης.»

Και ο Άδης από μέσα τρεις φορές: «Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»

Και τέλος ο παπάς με δυνατή κλωτσιά άνοιγε βιαστικά την πόρτα και ορμούσε θριαμβευτής μέσα, λέγοντας με δυνατή φωνή:

«Ούτος εστίν ο βασιλεύς της Δόξης!»

Γενικό έθιμο είναι να φέρουν από την εκκλησία στο σπίτι τους το «άγιο φως».

Σ’ όλο το διάστημα της μεταφοράς του, σ’ όλο το δρόμο ώσπου να φτάσουν στο σπίτι, φροντίζουν την λαμπάδα με πολλή στοργή και με αντίστοιχη αγωνία μήπως και τους σβήσει.

Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, δεν λησμονούν με τη μουτζούρα που βγάζει ο καπνός της αναστάσιμης λαμπάδας να φτιάξουν πάνω στ’ ανώφλι της πόρτας του σπιτιού ένα σταυρό.

Συνηθίζουν επίσης να ζυγώνουν την αναμμένη λαμπάδα στα ζώα του σταύλου και στα δένδρα του κήπου.

Τα καρπερά δένδρα τα χαιρετούν με το χαιρετισμό: «Χριστός ανέστη, δένδρα μου!» Τ’ άκαρπα, ζυγώνουν την λαμπάδα, τα φοβερίζουν ότι θα τα κάψουν ή να τα κόψουν, αν δεν κάμουν καρπό.

Το ίδιο στα ζώα, ζυγώνουν κοντά την αναμμένη λαμπάδα και τα καίνε λίγο, τα «καψαλίζουν». Αυτό δίνει για το νέο χρόνο υγεία, ευτυχία, γούρι. Γούρι ακόμη θεωρούν, αν θα καψαλιστή κανείς κατά τύχη με το «άγιο φως» την ώρα της τελετής στην εκκλησία.

Μια ακόμη ιδιότυπη ντομπρινοβίτικη, καθαρά ελληνική, κατηγορία πασχαλινών εθίμων είν’ αυτή με τα κουλούρια, τα τσουρέκια, τα κόκκινα αβγά και τις μεγάλες κουλούρες, αυτές που έχουν κόκκινο αβγό πάνω στο κέντρο του σταυρού.

Τα κόκκινα αβγά και τα κουλούρια είναι τα ιερότερα δώρα που συνηθίζουν να χαρίζουν το Πάσχα ο ένας στον άλλο. Περικλείουν το συμβολικό νόημα της ευτυχίας, ακριβώς της ίδιας εκείνης που την εκφράζουν οι λόγοι και οι ευχές, με τις όποιες συνοδεύουμε το χάρισμα τους.

Τέτοια δώρα, μαζί με την λαμπάδα του μικρού, χαρίζει και η νουνά ή ο νουνός στον αναδεξιμιό τους. Τέτοια δώρα με κόκκινα αβγά ανταλλάσσονται συμβολικά με τους επισκέπτες των σπιτιών, φίλους και συγγενείς.

Τέτοια βάζουν ακόμη και στους τάφους των νεκρών, τη Δευτέρα του Πάσχα, πλάι στον ξύλινο σταυρό τους. (Το αρνί που θα σφάχτη το Πάσχα, ξεχωρίζεται πριν ένα-δύο μήνες από την κάθε οικογένεια.)

Η τελετή της Αγάπης
Άλλο χαρακτηριστικό έθιμο του Πάσχα στο Ντομπρίνοβο είναι «το έθιμο της Αγάπης» που γίνεται στο Δεύτερη Ανάσταση, το απόγευμα της Κυριακής.

Στο τέλος της θρησκευτικής τελετής συνηθίζεται καθένας να χαιρετιέται και να φιλιέται με τον παπά, και αμέσως να παίρνει πλάι εκεί σειρά, καρτερώντας όλους τους άλλους συγχωριανούς του να περάσουν, να φιλήσουν και να φιληθούν σταυρωτά στα μάγουλα με τους συμπατριώτες τους και ν’ ανταλλάξουν μαζί τους θερμές ευχές και αντευχές. Το ίδιο κάμνουν κ’ οι γυναίκες ξεχωριστά στον γυναικωνίτη.

Το έθιμο αυτό γίνονταν αιτία να σκορπίσουν πολλά μικρά και μεγάλα σύννεφα, που από μήνες είχαν μαζευτεί μόνιμα ανάμεσα σε διάφορα άτομα από μικροπαρεξηγήσεις στα κομματικά του χωρίου.

Το έθιμο, λοιπόν, της Αγάπης του Πάσχα ήταν μια θρησκευτική ευκαιρία για ν’ αγαπήσουν μεταξύ τους όλοι όσοι θα τύχη να έχουν ψυχρανθεί.

Οι μαλωμένοι έδιναν τα χέρια, ξεχνούσαν τις έχτρες της χρονιάς, κ’ οι ψυχές «ξαναγκαλιάζονταν και συμπορεύονταν σφιχτοδεμένες».

Το απόγευμα, μετά τη Δεύτερη Ανάσταση, γινόταν γενικός χορός με λαϊκά όργανα (κλαρίνα κ.λ.π.) στην κεντρική πλατεία του χωρίου.

Στο χορό αυτό έπαιρναν μέρος σχεδόν όλοι οι κάτοικοι. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία άντρες έσερναν πρώτοι το χορό κι ακολουθούσαν οι νεώτεροι.

Οι γυναίκες, όσες ήσαν παντρεμένες και είχαν τους άντρες τους στο χωριό, (ενώ εκείνες που οι άντρες τους ήταν στα ξένα δεν έβγαιναν στο Μεσοχώρι), έπαιρναν σειρά σύμφωνα με τα χρόνια που ήταν παντρεμένες, ασχέτως ηλικίας, και τα κορίτσια έπαιρναν σειρά σύμφωνα με τα χρόνια της ηλικίας τους.

Εκεί ήταν εύκολο να εξακρίβωση κανείς την ηλικία κάθε κοριτσιού. Εάν ο αριθμός των χορευτών ήταν μεγάλος, τότε γίνονταν δύο χοροί, ένας των ανδρών και ένας των γυναικών.

Ήταν ένα θέαμα γραφικότατο μεγαλοπρεπές.

Ο χορός συνεχίζονταν και τη νύχτα στ’ αλώνια του Νίκου Θόδωρου, Γάτου κ.α., απ’ τα κορίτσια με τραγούδια, χωρίς όργανα».

Πηγή: Ηλιοχώρι(Ντομπρίνοβο) Ζαγορίου

Εικόνα «Το αντίδωρο», έργο του Θεόδωρου Ράλλη. Λεβέντειος Πινακοθήκη, Λευκωσία, από:archaiologia & arts

 

violet flower smiley