Χαραλάμπους Νεοφύτου Πρεσβυτέρου

Μάρκ. ι΄ 32-45

Τῷ καιρῷ ἐκεῖνω παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητάς αὐτοῦ καί ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν.Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται.

Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν• οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.


Μετάφρασι
‘Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὁ Ἰησοῦς, πῆρε μαζί του τοὺς δώδεκα μαθητάς του, καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς λέγει ὅσα ἔμελλε νὰ τοῦ συμβοῦν: «Ἰδοὺ ἀναβαίνουμε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς, καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο, καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς ἐθνικούς (εἰδωλολάτρες) , καὶ θὰ τὸν ἐμπαίξουν, καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν, καὶ θὰ τὸν φτύσουν, καὶ θὰ τὸν θανατώσουν, καὶ τὴν Τρίτη ἡμέρα θ’ ἀναστηθῆ».

Τὸν πλησιάζουν τότε ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης οἱ υἷοι του Ζεβεδαίου, καὶ τοῦ λέγουν: «Διδάσκαλε, θέλουμε, αὐτό ποὺ θὰ ζητήσουμε, νὰ μᾶς κάνης».

Αὐτός δὲ τοὺς εἶπε: «τί θέλετε νὰ σᾶς κάνω;».

Καὶ αὐτοί του εἶπαν: «’Ὅταν θὰ ἀναλάβης τὴν ἔνδοξη βασιλεία σου, δῶσε τὸ δικαίωμα νὰ καθίσουμε ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιά σου καὶ ἕνας ἀπὸ τὰ ἀριστερά σου».

Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε; «Δὲν ξέρετε τί ζητεῖτε. Δύνασθε νὰ πιῆτε τὸ ποτήριο, τὸ ὁποῖο θὰ πιῶ ἐγώ, καὶ νὰ βαπτισθῆτε μὲ τὸ βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποιῖο θὰ βαπτισθῶ ἐγώ;».

Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν: «Δυνάμεθα». τότε ὁ ‘Ἰησοῦς τοὺς εἶπε:

«Τὸ μὲν ποτήριο, ποὺ θὰ πιῶ ἐγώ, θὰ πιῆτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα ποὺ θὰ βαπτισθῶ, θὰ βαπτισθῆτε. Ἀλλά τὶς θέσεις ἀπὸ τὰ δεξιά μου καὶ ἀπὸ τὰ ἀριστερά μου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μένα νὰ δώσω, ἀλλά θὰ δωθοῦν σ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουν ὁρισθη ἀπὸ τὸν Πατέρα μου».

Ὅταν δὲ ἄκουσαν οἱ ἄλλοι δέκα μαθηταί, ἄρχισαν νὰ ἀγανακτοῦν ἐξ αἰτίας του ‘Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννου.

Ὁ δὲ ‘Ἰησοῦς τοὺς κάλεσε καὶ τοὺς λέγει: «Ξέρετε, ὅτι ἐκεῖνοι, ποὺ ἀρέσκovται νὰ κυβερνοῦν τὰ ἔθνη, ἀσκοῦν ἀπόλυτη κυριαρχία ἐπάνω τους, καὶ οἱ μεγάλοι ἀξιωματοῦχοι τοὺς καταδυναστεύουν. Σὲ σᾶς ὅμως δὲν πρέπει νὰ συμβῆ ἔτσι. Ἀλλ’ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεγάλος μεταξύ σας, πρέπει νὰ εἶναι ὑπηρέτης σας, καὶ ὅποιος ἀπό σας θέλει νὰ γίνη πρῶτος πρέπει νὰ γίνη δοῦλος ὅλων. Καὶ ὁ υἷός του ἄνθρωπου δὲν ἦλθε νὰ ὑπηρετηθῆ, ἄλλα νὰ ὑπηρετήση καὶ νὰ δώση τὴ ζωή του σὰν λύτρο γιὰ πολλοὺς (γιὰ ὅλους δηλαδή)».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ
Κείμενο-Μετάφρασι-Σχόλια
ΛΕΜΕΣΟΣ 2007

Εικόνα από:cuvantul-ortodox.ro

violet flower smiley