Χαραλάμπους Νεοφύτου Πρεσβυτέρου

 (Μάρκ. θ΄ 17-31)

Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἄν­θρω­πός τις προ­σῆλ­θε τῷ  Ἰ­η­σοῦ, γο­νυ­πε­τῶν καί λέ­γων· Δι­δά­σκα­λε, ἤ­νεγ­κα τὸν υἱ­όν μου πρὸς σέ, ἔ­χον­τα πνεῦ­μα ἄ­λα­λον. Καὶ ὅ­που ἂν αὐ­τὸν κα­τα­λά­βῃ, ῥήσ­σει αὐ­τόν, καὶ ἀ­φρί­ζει καὶ τρί­ζει τοὺς ὀ­δόν­τας αὐ­τοῦ, καὶ ξη­ρα­ί­νε­ται· καὶ εἶ­πον τοῖς μα­θη­ταῖς σου ἵ­να αὐ­τὸ ἐκ­βά­λω­σι, καὶ οὐκ ἴ­σχυ­σαν.

Ὁ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς αὐ­τῷ λέ­γει· Ὦ γε­νε­ὰ  ἄ­πι­στος, ἕ­ως πό­τε πρὸς ὑ­μᾶς ἔ­σο­μαι; ἕ­ως πό­τε ἀ­νέ­ξο­μαι ὑ­μῶν; Φέ­ρε­τε αὐ­τὸν πρός με. Καὶ ἤ­νεγ­καν αὐ­τὸν πρὸς αὐ­τόν. Καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν εὐ­θέ­ως τὸ πνεῦ­μα ἐ­σπά­ρα­ξεν αὐ­τόν, καὶ πε­σὼν ἐ­πὶ τῆς γῆς ἐ­κυ­λί­ε­το  ἀ­φρί­ζων.

Καὶ ἐ­πη­ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τοῦ· Πό­σος χρό­νος ἐ­στὶν ὡς τοῦ­το γέ­γο­νεν αὐ­τῷ; Ὁ δὲ εἶ­πε· Παι­δι­ό­θεν. Καὶ πολ­λά­κις αὐ­τὸν καὶ εἰς πῦρ ἔ­βα­λε καὶ εἰς ὕ­δα­τα, ἵ­να ἀ­πο­λέ­σῃ αὐ­τόν· ἀλ­λ’ εἴ τι δύ­να­σαι, βο­ή­θη­σον ἡ­μῖν σπλαγ­χνι­σθεὶς ἐ­φ’ ἡ­μᾶς.

Ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Τὸ εἰ δύ­να­σαι πι­στεῦ­σαι, πάν­τα δυ­να­τὰ τῷ πι­στε­ύ­ον­τι. Καὶ εὐ­θέ­ως κρά­ξας ὁ πα­τὴρ τοῦ παι­δί­ου με­τὰ δα­κρύ­ων ἔ­λε­γε· Πι­στε­ύ­ω, Κύ­ρι­ε. Βο­ή­θει μου τῇ ἀ­πι­στί­ᾳ. Ἰ­δὼν δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς ὅ­τι ἐ­πι­συν­τρέ­χει  ὄ­χλος ἐ­πε­τί­μη­σε τῷ πνε­ύ­μα­τι τῷ ἀ­κα­θάρ­τῳ λέ­γων αὐ­τῷ· Τὸ πνεῦ­μα τὸ ἄ­λα­λον καὶ κω­φὸν, ἐ­γὼ σοι ἐ­πι­τάσ­σω, ἔ­ξελ­θε ἐξ αὐ­τοῦ καὶ μη­κέ­τι  εἰ­σέλ­θῃς εἰς αὐ­τόν. Καὶ κρά­ξαν καὶ πολ­λὰ σπα­ρά­ξαν αὐ­τόν ἐ­ξῆλ­θε, καὶ ἐ­γέ­νε­το ὡ­σεὶ νε­κρός, ὥ­στε πολ­λοὺς λέ­γειν ὅ­τι ἀ­πέ­θα­νεν.

Ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς κρα­τή­σας αὐ­τὸν τῆς χει­ρὸς ἤ­γει­ρεν αὐ­τόν, καὶ ἀ­νέ­στη. Καὶ εἰ­σελ­θόν­τα αὐ­τὸν εἰς οἶ­κον οἱ μα­θη­ταὶ  αὐ­τοῦ ἐ­πη­ρώ­των αὐ­τόν κα­τ’ ἰ­δί­αν, ὅ­τι ἡ­μεῖς οὐκ ἠ­δυ­νή­θη­μεν ἐκ­βα­λεῖν αὐ­τό. καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· Τοῦ­το τὸ γέ­νος ἐν οὐ­δε­νὶ δύ­να­ται ἐ­ξελ­θεῖν εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ καὶ νη­στε­ί­ᾳ.

Καὶ ἐ­κεῖ­θεν ἐ­ξελ­θόν­τες πα­ρε­πο­ρε­ύ­ον­το διὰ τῆς Γα­λι­λα­ί­ας, καὶ οὐκ ἤ­θε­λεν ἵ­να τις γνῷ· ἐ­δί­δα­σκε γὰρ τοὺς μα­θη­τὰς αὐ­τοῦ καὶ ἔ­λε­γεν αὐ­τοῖς ὅ­τι ὁ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που πα­ρα­δί­δο­ται εἰς χεῖ­ρας ἀν­θρώ­πων, καὶ ἀ­πο­κτε­νοῦ­σιν αὐ­τόν, καὶ ἀ­πο­κταν­θεὶς τῇ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ ἀ­να­στή­σε­ται.

.

Μετάφρασι

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό· κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος πλη­σί­α­σε τόν Ἰ­η­σοῦ, γο­νά­τι­σε μπρο­στά του λέ­γον­τας:«Δι­δά­σκα­λε, ἔ­φε­ρα τὸν υἱ­ό μου σὲ σέ­να ποὺ ἔ­χει, πνεῦ­μα (δαι­μό­νιο), ποὺ τοῦ ἀ­φή­ρε­σε τὴ λια­λιά του. Καὶ ὅ­που τὸν πιά­ση, τὸν ρί­χνει κά­τω καὶ ἀ­φρι­ζει καὶ τρί­ζει τὰ δόν­τια του καὶ ξη­ραί­νε­ται. Καὶ εἶ­πα στοὺς μα­θῆ­τες σου νὰ τὸ βγά­λουν, ἀλ­λά δὲ μπό­ρε­σαν».

Αὐ­τός δὲ ἀ­πο­κρι­νό­με­νος σ’ αὐ­τόν λέ­γει: Ὢ γε­νε­ὰ ἄ­πι­στη, ἕ­ως πό­τε θὰ εἶ­μαι μα­ζί σας. «Ἕ­ως πό­τε θὰ σᾶς ἀ­νέ­χω­μαι; Φέρ­τε τὸν σὲ μέ­να».

Καὶ τὸν ἔ­φε­ραν σ’ αὐ­τόν. Καὶ ὅ­ταν τὸ  πνεῦ­μα (τὸ δαι­μό­νιο) τὸν εἶ­δε, ἀ­μέ­σως τὸν τά­ρα­ξε μὲ σπα­σμούς, καὶ ἔ­πε­σε στὴ γῆ καὶ κυ­λι­ό­ταν καὶ ἄ­φρι­ζε. Ρώ­τη­σε δὲ ὁ Ἰ­η­σοῦς) τὸν πα­τέ­ρα του: «Ἀ­πὸ πό­τε τοῦ συμ­βαί­νει αὐ­τό».

Αὐ­τός δὲ εἶ­πε: «Ἀ­πὸ τὴ παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α». Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸν ἔρ­ρι­ξε καὶ στὴ φω­τιὰ καὶ στὰ νε­ρά, γιὰ νὰ τὸν θα­να­τώ­ση. Ἀλ­λ’ ἂν μπο­ρεῖς νὰ κά­νης.κά­τι, λυ­πή­σου μας καὶ βο­ή­θη­σέ μας».

Ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς τοῦ εἶ­πε τὸ ἂν δύ­να­σαι νὰ πι­στεύ­σης, ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τὰ σὲ ἐ­κεῖ­νον ποὺ πι­στεύ­ει. Ἀ­μέ­σως τό­τε ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ φώ­να­ξε δυ­να­τὰ καὶ εἶ­πε μὲ δά­κρυ­α: «Πι­στεύ­ω Κύ­ρι­ε, βο­ή­θη­σε τὴν ἀ­πι­στί­α μου».

Ὅ­ταν δὲ εἶ­δε ὁ Ἰ­η­σοῦς, ὅ­τι ἔ­τρε­χε καὶ συγ­κεν­τρω­νό­ταν πλῆ­θος, πρό­στα­ξε τὸ πνεῦ­μα τὸ ἀ­κά­θαρ­το λέ­γον­τας σ’ αὐ­τό: «Πνεῦ­μα ἄ­λα­λο  καὶ κω­φό, ἐ­γώ σὲ δι­α­τάσ­σω νὰ βγῆς ἀ­π’ αὐ­τόν καὶ νὰ μὴ ξα­ναμ­πῆς σ’ αὐ­τόν». Καὶ ἀ­φοῦ  ἔ­βγα­λε κραυ­γὴ καὶ τὸν συν­τά­ρα­ξε πο­λύ, βγῆ­κε, καὶ ἔ­γι­νε σὰν νε­κρός, ὥ­στε πολ­λοὶ νὰ λέ­γουν, ὅ­τι πέ­θα­νε.

Ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς τὸν ἐ­πί­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν σή­κω­σε καὶ ἀ­νωρ­θώ­θη­κε. Κι’ ὅ­ταν αὐ­τος (ὁ ‘­Ἰ­η­σοῦς) μπῆ­κε σὲ κά­ποι­ο σπί­τι τὸν ρώ­τη­σαν οἱ μα­θη­ταὶ τοῦ ἰ­δι­αι­τέ­ρως: «Για­τί ἐ­μεῖς δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ τὸ βγά­λω­με;­».

Καὶ τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «Αὐ­τό τὸ εἶ­δος (τῶν δαι­μό­νων) δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ βγῆ μὲ τί­πο­τε, πα­ρὰ μὲ προ­σευ­χὴ καὶ νη­στεί­α».

Καὶ ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γαν ἀ­π’ ἐ­κεῖ, πο­ρεύ­ον­ταν διὰ μέ­σου της Γα­λι­λαί­ας καὶ δὲν ἠ­θε­λε νά τό μάθη Κανείς. Μι­λοῦ­σε δὲ στοὺς μα­θη­τάς του καὶ τοὺς ἔ­λε­γε, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου σέ λίγο θά παραδοθῆ σέ χέρια ἀνθρώπων, καί θά τόν θανατώσουν, καί τήν Τρίτη ἡμέρα μετά τό θάνατο θ’ ἀναστηθῆ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ
Κείμενο-Μετάφρασι-Σχόλια
ΛΕ­ΜΕ­ΣΟΣ 2007

Εικόνα από:Διακόνημα

violet flower smiley