ΓΕΡΑΣΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ

Ἀσπασία Κακούρη

Ἐδῶ καί χρόνια στή σιωπή τῆς νύχτας καί στή σιγαλιά
ἄκουγες βήματα νά πλησιάζουνε σιγά-σιγά μά σταθερά
κι ἤξερες πώς ὅπου νἆναι φθάνουν τά γεράματα
εἶναι κοντά, πολύ κοντά.

Τώρα, πιά, ἦρθαν.
Νοιώθεις τό σῶμα σου νά σέ πονᾶ,
ἡ ἀντοχή σου λιγοστεύει καί σέ ξεπερνᾶ,
ἡ μνήμη σου γεμίζει ἀπό κενά
κι ὁ φόβος τοῦ χειρότερου τήν πόρτα σου χτυπᾶ.

Μά πιό πολύ φοβᾶσαι τήν ταπείνωση πού κουβαλοῦν τά γηρατειά,
αὐτή τήν παρακμή πού ἀκόμα καί τό πνεῦμα τσαλακώνει,
ἀγωνιᾶς γιά τήν ἀξιοπρέπειά σου καί ρωτᾶς
θ’ ἀντέξω ὥς τό τέλος, θά μ’ ἀντέξουνε κι οἱ ἄλλοι;

Τό τελευταῖο ὀχυρό, τά γηρατειά μας!
Ἄς ἦταν νά τά κατακτήσουμε εἰρηνικά,
δέν ἔχουμ’ ἄλλωστε νά κάνουμε πολλά.
Μόνο νά ψιθυρίζουμε μποροῦμε
«εἰς καιρόν γύρως», Κύριε, τό χέρι κράτα μας σφιχτά.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

«Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ
ὁ ἐν Σέρραις ἀθλήσας».
Διμηνιαῖο Περιοδικό Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερρῶν καί Νιγρίτης
τεῦχος 244, Σεπτέμβριος – Ὀκτώβριος 2012

violet flower smiley