Η ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ.

Ἡ καημένη ἡ γριούλα! Μιὰ ὥρα στέκει στὸ πεζοδρόμιο καὶ περιμένει. Θέλει νὰ περάση ἀπέναντι. Μὰ πῶς νὰ περάση; Τ’ αὐτοκίνητα πᾶνε κι ἔρχονται ἀδιάκοπα.

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι στέκονται λιγάκι, κοιτάζουν, βρίσκουν μιὰ στιγμή, ποὺ ὁ δρόμος εἶναι ἐλεύθερος καὶ περνοῦν.

Τῆς γριούλας κάθε φορὰ τῆς κόβεται τὸ αἷμα. Τώρα θὰ τοὺς κόψη τὸ αὐτοκίνητο, νὰ τοὺς κάμη κομμάτια. Καὶ ὅμως τὰ καταφέρνουν καὶ περνοῦν χωρὶς νὰ πάθουν τίποτε. Πῶς τὰ καταφέρνουν; αὐτὸ ἔκανε ν’ ἀπορῆ τὴ γριούλα.

Ἴσως αὐτοἵ νὰ ξέρουν κάποιο μυστικό. Εἶναι συνηθισμένοι. Ἴσως νὰ μὴ λογαριάζουν τὴ ζωή τους. Μὰ ἡ γριούλα ποῦ νὰ ξέρη;

Αὐτὴ ἔχει πέντε ἡμέρες ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὸ χωριό της στὴν Ἀθήνα. Ἦρθε νὰ περάση λίγον καιρὸ στῆς κόρης της τῆς παντρεμένης.

Καὶ στὸ χωριὸ δὲν ἔχει τέτοια θηρία. Ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ταξιδεύουν μὲ τὰ ποδαράκια τους.Κι ἂν εἶναι νὰ πᾶνε λίγο μακρύτερα, πᾶνε μὲ τὰ γαϊδουράκια καὶ μὲ τὰ μου- λάρια. Τέτοιο κακὸ πρώτη φορὰ τὸ βλέπουν τὰ μάτια της.

Στέκεται καὶ περιμένει. Καὶ εἶναι καὶ βιαστική. Οἱ δικοί της τὴν περιμένουν σ’ ἓνα γνωστὸ μαγαζὶ ἐκεῖ κοντά, νὰ πᾶνε ὅλοι μαζὶ σὲ κάποια δουλειά. Κάτι βγῆκε νὰ ψωνίση καὶ τοὺς ἔδωσε τὸ λόγο, σὲ μισὴ ὣρα νὰ τοὺς βρῆ σ’ ἐκεῖνο τὸ μαγαζί. Κι ἔχει περάσει μιὰ ὥρα τώρα.

Τί θὰ εἰποῦν; θὰ εἰποῦν, πὼς τοὺς γέλασε. Κι ἐκείνη τόσων χρονῶν ποὺ εἶναι, δὲ γέλασε ποτέ της ἄνθρωπο. Ἴσως νὰ νομίσουν καὶ πὼς ἔπαθε τίποτε. Μὰ πῶς νὰ περάση;

Στέκεται καὶ κοιτάζει πότε στὸ ἐπάνω μέρος τοῦ δρόμου, πότε στὸ κάτω. Μιὰ στιγμὴ ὁ δρόμος μένει ἐλεύτερος.

Ἄλλοι περνοῦν. Κάνει κι ἐκείνη νὰ περάση. Ἔξαφνα ὅμως βλέπει ἀπὸ μακριὰ ἕνα αὐτοκίνητο νὰ ἔρχεται. Καὶ σταματάει. Περιμένει Τὸ αὐτοκίνητο πέρασε. Τώρα εἶναι ὥρα νὰ περάση κι αὐτή. Κάνει νὰ κατεβῆ στὸ πεζοδρόμιο.

Ἀλλὰ πάλι, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου βλέπει ἄλλο αὐτοκίνητο νὰ ἔρχεται. Εἶναι μακριὰ ἀκόμη, ἀλλὰ δὲ θαρρεύεται νὰ περάση. Κι ἔπειτα πάλι ἀρχίζουν νὰ περνοῦν πολλὰ αὐτοκίνητα. Τὸ ἕνα ὕστερ’ ἀπὸ τὸ ἄλλο. Τί νὰ κάμη; δὲ θὰ τελειώσουν ποτὲ νὰ περνοῦν αὐτὰ τὰ θηρία; δὲν παύουν, εἶναι ἀτελείωτα.

Καὶ περιμένει καὶ στενοχωριέται καὶ ἀναστενάζει ἡ καημένη ἡ γριούλα. Τί κακὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ επαθε! Ἄν τόξερε, δὲ θὰ ἐρχόταν ποτὲ στὴν Ἄθήνα.

Μερικὰ παιδάκια, ποὺ γύριζαν ἐκείνη τὴν ὥρα ἀπὸ τὸ σχολεῖο, μὲ τὶς σάκες κρεμασμένες στὶς πλάτες, σταμάτησαν καὶ τὴν κοίταζαν μὲ περιέργεια γελώντας.

– Νὰ ἰδῆς, ποὺ δὲ θὰ περάση ποτὲ ἡ γριά.

– Καὶ αὔριο τέτοια ὥρα ἐδῶ θὰ εἶναι ἀκόμη.

– Γιὰ δές τηνε, πῶς κοιτάζει! Ἕνα μίλι μακριὰ εἶναι τὸ αὐτοκίνητο κι αὐτὴ νομίζει, πὼς θὰ περάση ἐπάνω της νὰ τὴν πλακώση. Γιὰ σταθῆτε, παιδιά, νὰ ἰδοῦμε ὡς πότε θὰ βαστάξη αὐτὴ ἡ ἱστορία! Εἶναι ἀστεῖο. Χά, χά, χά!

Καὶ στέκονται καὶ κοιτάζουν τὴ δυστυχισμένη γριὰ τὰ κακὰ καὶ ἄπονα παιδιὰ καὶ γελοῦν. Μὰ ὁ Γιωργάκης, ἕνα ἀπ’ αὐτά, δὲ γελάει. Τὴ λυπᾶται τὴ γριούλα.

Τὴν πλησιάζει καὶ τῆς μιλεῖ:

– Κυρούλα, δῶσε μου τὸ χέρι σου νὰ σὲ περάσω ἐγώ!

– Καὶ πῶς νὰ μὲ περάσης, καλὸ παιδί; τοῦ λέει ἡ γριούλα.

Θέλεις νὰ μᾶς κόψουν καὶ τοὺς δύο τ’ αὐτοκίνητα; Κι ἐγώ, παιδί μου, ἔχω φάει τὰ ψωμιά μου. Ἐσὺ ὅμως, παιδάκι πράμα! Ὁ Θεὸς φυλάξη:

– Ἔννοια σου, κυρούλα…. τῆς λέει ὁ Γιωργάκης, δὲ θὰ πάθωμε τίποτε. Ὅπως περνοῦν οἱ ἄλλοι, θὰ περάσωμε κι ἐμεῖς. Ἐγὼ ξέρω.

Τὸ εἶπε μὲ τόση βεβαιότητα αὐτὸ τὸ «ξέρω» ὁ Γιωργάκης, ποὺ ἡ γριούλα πῆρε θάρρος. Καὶ ἤξερε ὁ Γιωργάκης.

Πῆρε τὴ γρηὰ ἀπ’ τὸ χέρι καὶ κατέβηκαν ἀπ’ τὸ πεζοδρόμιο. Κοίταξε ἀριστερά του. Ὁ δρόμος ἦταν ἐλεύθερος. Ἀπὸ δεξιὰ δὲν εἶχε φόβο, γιατὶ ὅλα τ’ αὐτοκίνητα ἀνέβαιναν ἀπὸ τὸ ἴδιο μέρος. Ἔτσι ὡς τὴ μέση τοῦ δρόμου.

Ἐκεῖ σταμάτησε πάλι ὁ Γιωργάκης, ὥσπου νὰ μείνη ἐλεύθερος πάλι ὁ δρόμος. Τώρα κοίταξε μόνο δεξιά. Ἀπὸ ἀριστερὰ δὲν εἶχε φόβο. Καὶ μόλις ἔμεινε πάλι ἐλεύθερος ὁ δρόμος, πῆρε τὴ γριούλα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ πέρασαν.

– Βλέπεις, κυρούλα; ἅμα ξέρει κανένας, περνάει.

– Ὁ Θεὸς νὰ σὲ πολυχρονάη, παιδάκι μου, τοῦ ἔλεγε ἡ γριούλα. Νὰ σὲ χαίρεται ἡ μανούλα σου! Τὴν εὐχούλα μου νάχης!

Ὁ Γιωργάκης, μὲ τὴν εὐχούλα τῆς γριᾶς, ξαναγύρισε στοὺς συντρόφους του.

Καὶ ἦταν εὐχαριστημένος, σὰ νὰ τοῦ εἶχαν χαρίσει κάτι. Οἱ ἄλλοι τὸν κοίταζαν τώρα καὶ τὸν ζήλευα.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ
Γ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Σ. ΣΤΑΜΑΤΗ
1939

Σημείωση : Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «Η ΓΡΙΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ»

 

violet flower smiley