Από τον Φώτη Κόντογλου

Ο Κύριος είπε ακόμη και την εξής παραβολή: «Ένας άνθρωπος είχε δυο γιούς. Και είπε ο νεότερος από αυτούς στον πατέρα: «Πατέρα, δωσ’ μου το μερίδιο της περιουσίας, που μου ανήκει».

Και ο πατέρας τους μοίρασε την περιουσία του.

Και ύστερα από λίγες μέρες ο νεότερος γιος μάζεψε όλα ανεξαιρέτως όσα του είχε δώσει ο πατέρας και ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Και εκεί σπατάλησε την περιουσία του ζώντα άσωτα και ασυλλόγιστα.

Όταν όμως ξόδεψε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη και αυτός άρχισε να στερείται και να πεινάει.

Και ζαλισμένος πια από την πείνα πήγε και προσκολλήθηκε σαν δούλος σ’ έναν από τους κατοίκους της χώρας εκείνης. Και αυτός τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους.

Και επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλιά του από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του ‘δινε, γιατί οι υπηρέτες τα προόριζαν για τους χοίρους.

Κάποια μέρα όμως συνήλθε από τη ζάλη και το κατάντημα της αμαρτωλής ζωής του και είπε: «Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν με το παραπάνω ψωμιά και φαγητά, εγώ δε πεθαίνω της πείνας;»

Και αμέσως πήρε την απόφαση της επιστροφής και είπε: «Θα σηκωθώ, θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω, πατέρα μου, αμάρτησα στον ουρανό μπροστά στον Θεό και τους αγγέλους Του, αμάρτησα και μπροστά σ’ εσένα, γιατί περιφρόνησα την πατρική σου αγάπη και δε λογάριασα τη λύπη, που θα σου προξενούσα με τη φυγή μου.

Δεν είμαι πια άξιος να ονομασθώ γιος σου και να φέρω το τιμημένο όνομά σου, κάνε με σαν ένα από τους υπηρέτες σου».

Και έθεσε σε εφαρμογή την καλή του απόφαση: Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.

Ενώ δε βρισκόταν ακόμη σε μακρινή απόσταση, ο πατέρας του που από καιρό τον περίμενε και παρατηρούσε πάντα με λαχτάρα το δρόμο, τον είδε και τον σπλαχνίσθηκε, έτρεξε σε προϋπάντηση του, έπεσε με στοργή απέραντη στο λαιμό του παιδιού του, το αγκάλιασε και το γέμισε φιλήματα.

Συντετριμμένος ο γιος από την απέραντη στοργή είπε στον πατέρα του: « Πατέρα, αμάρτησα εις τον ουρανό και μπροστά σε σένα και δεν είμαι άξιος να ονομασθώ γιος σου».

Ο δε πατέρας τον διέκοψε, στράφηκε προς τους δούλους, που είχαν μαζευτεί εκεί, και είπε: «Βγάλτε την πιο καλή φορεσιά και ντύστε τον και δώστε του δαχτυλίδι στα χέρια, σαν αυτό που φορούν οι ελεύθεροι και οι κύριοι.

Δώστε το παπούτσια στα πόδια, για να μην περπατάει ξυπόλυτος όπως οι δούλοι.

Και φέρτε το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το κι ετοιμάστε το πιο πλούσιο τραπέζι, για να πανηγυρίσουμε το εξαιρετικά χαρμόσυνο αυτό γεγονός. Και αφού φάμε, ας ευφρανθούμε όλοι.

Γιατί ο γιός αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος ήταν βρέθηκε».

Και άρχισαν να ευφραίνονται…»

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

ΜΗΝΙΑΙΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
Έτος 70ο- 1350 – 20 Φεβρουαρίου 2015

Εικόνα από:Doxologia.ro

violet flower smiley