ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Νίκος Θ. Ἀρβανίτης

Χειμώνας τοῦ 1943. Ὁ Φεβρουάριος ἦταν τσουχτερός ὅπως καί ἡ Ἰταλο-Γερμανική Κατοχή. Ἡ εἴδηση γιά τόν θάνατο τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, διαδόθηκε ἀστραπιαία σέ ὅλη τήν πρωτεύουσα. Ἁπλώθηκε σάν βόγγος πόνου παντοῦ.

Ὁ Παλαμᾶς πέθανε σέ ἡλικία 84 ἐτῶν, στό σπίτι του στήν Ἀθήνα, στίς 27 Φεβρουαρίου 1943. Πλῆθος λαοῦ μαζεύτηκε στό Α΄ Νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν, τήν ἄλλη ἡμέρα, γιά τόν τελευταῖο χαιρετισμό στόν ἀγαπημένο του ποιητή.

Στήν νεκρώσιμη ἀκολουθία χοροστάτησε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Δαμασκηνός. Παρέστησαν πνευματικοί ἄνθρωποι, ὅπως ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς, ὁ Ἠλίας Βενέζης, ὁ Σωτήρης Σκίπης, ὁ Κων/νος Τσάτσος, ὁ Γιῶργος Κατσίμπαλης, ὁ Σπύρος Μελᾶς, κ.ἄ.

Μία βροντώδης φωνή σάν τῆς Ἀποκαλύψεως Σάλπιγγα ἀκούγεται. Ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, ἀπαγγέλει τό ποίημα πού εἶχε γράψει πρίν ἀπό λίγες ὧρες:

« Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονῆστε σύγκορμη τή χώρα πέρα ὡς πέρα..
Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερές σημαῖες,
ξεδιπλωθεῖτε στόν ἀέρα !
Σ’ αὐτό τό φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα!

Ἕνα βουνό μέ δάφνες ἄν ὑψώσουμε ὡς τό Πήλιο κι ὡς τήν Ὄσσα,
κι ἄν τό πυργώσουμε ὡς τόν ἕβδομο οὐρανό,
ποιόν κλεῖ, τί κι ἄν τό πεῖ ἡ δικιά μου γλώσσα;

Μά ἐσύ Λαέ, πού τή φτωχή σου τή μιλιά,
Ἥρωας τήν πῆρε καί τήν ὕψωσε ὡς τ’ ἀστέρια,
μεράσου τώρα τή θεϊκή φεγγοβολιά
τῆς τέλειας δόξας του, ἀνασήκωσ’ τόν στά χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι ἀπάνω ἀπό μᾶς
πού τόν ὑμνοῦμε μέ καρδιά ἀναμμένη,
πές μ’ ἕνα μόνο ἀνασασμόν: “Ὁ Παλαμᾶς!”,
ν’ ἀντιβογκήσει τ’ ὄνομά του ἡ οἰκουμένη!

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονῆστε σύγκορμη τή χώρα πέρα ὡς πέρα…
Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερές
σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στόν ἀέρα !

Σ’ αὐτό τό φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα !
Ἕνας λαός, σηκώνοντας τά μάτια του τή βλέπει…

κι ἀκέριος φλέγεται ὡς μέ τ’ ἄδυτο ὁ Ναός,
κι ἀπό ψηλά νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.

Τί πάνωθέ μας, ὅπου ὁ ἄρρητος παλμός
τῆς αἰωνιότητας, ἀστράφτει αὐτήν τήν ὥρα
Ὀρφέας, Ἠράκλειτος, Αἰσχύλος, Σολωμός
τήν ἅγια δέχονται ψυχή τήν τροπαιοφόρα
ποῦ ἀφοῦ τό ἔργο τῆς θεμελίωσε βαθιά
στή γῆν αὐτήν μέ μίαν ἰσόθεη Σκέψη,
τόν τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τόν Ἴακχο
μέ τούς ἀθάνατους θεούς γιά νά χορέψει.

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονῆστε σύγκορμη τή χώρα πέρα ὡς πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οἱ σημαῖες οἱ φοβερές
τῆς Λευτεριᾶς ξεδιπλωθεῖτε στόν ἀέρα!».

Τό πλῆθος ριγεῖ ἀπό συγκίνηση.

Ὁ Σωτήρης Σκίπης ἀπαγγέλει κι’ αὐτός τό δικό του ποίημα. Σημειώνουμε τούς πιό χαρακτηριστικούς στίχους:

« …Κι ἔπεσες καθώς ἀπό σεισμό
πέφτει μία μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναοῦ.

Σά ναός, ὁπού χτυπιέται
ἀπ’ τά βόλια τῶν βαρβάρων.
Σάν τόν Παρθενώνα,
ἥρωα, ποιητή τοῦ Αἰώνα…

Θά σέ κλάψουνε μία μέρα
οἱ ἴδιοι αὐτοί πού μᾶς σκοτώνουν ἕναν – ἕνα,
σάν ξυπνήσουν ἀπ’ τή μέθη τους
κι ἀντικρύσουν τί ἐρημιές
ἐσκορπίσανε στό διάβα τους
σ’ ἀναρίθμητες καρδιές…».

Συγκλονιστική ἦταν ἡ στιγμή πού τό φέρετρο θά κατέβαινε στόν τάφο. Ὁ Γιῶργος Κατσίμπαλης ἀρχίζει τόν Ἐθνικό Ὕμνο. Τό πλῆθος ἠλεκτρίζεται καί ἀκολουθεῖ. Μυριόστομη φωνή κατακλύζει τό χῶρο:

« Σέ γνωρίζω ἀπό τήν κόψη,
τοῦ σπαθιοῦ τήν τρομερή.
Σέ γνωρίζω ἀπό τήν ὄψη
πού μέ βιά μετράει τή γῆ.

Ἀπ’ τά κόκκαλα βγαλμένη,
τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά
καί σάν πρῶτα ἀντρειωμένη,
Χαῖρε ὤ Χαῖρε Ἐλευθεριά …».

Ὁ Κατοχικός Πρωθυπουργός Κων/νος Λογοθετόπουλος νοιώθει ἀμήχανα καί μαζί του οἱ στρατιωτικοί ἐκπρόσωποι τοῦ κατακτητῆ. Ὁ λαός συνεχίζει. Ἀπ’ ὅλο τό πλῆθος ἀκούγεται ἄφοβα:

«Ζήτω ἡ Ἐλευθερία ».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»


ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
ΕΤΟΣ 49ο– ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015–ΤΕΥΧΟΣ 496

violet flower smiley