του Γέροντος Πορφύριου Καυσοκαλυβίτου

Μια μέρα, ένα πρωινό, επροχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μια χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ’ ένα βράχο.

Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα και έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μια γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλε, να υμνεί τον Πλάστη. Κοιτάζω, δεν διακρίνω τίποτα.

Τελικά, απέναντι σ’ ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι, ήταν αηδόνι. Κι ακούω ο αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται, μάλλιασε, που λέμε, η γλώσσα τους, φούσκωσε απ΄τους λαρυγγισμούς ο λαιμός του.

Αυτό το πουλάκι το μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τα φτερά του, για να έχει δύναμη και να βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ο λάρυγγάς του:

Πω. Πω, πω! Να’ χα ένα ποτηράκι με νερό, για να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει!

Μου ήλθαν δάκρυα στα μάτια…

Δεν μπορώ να σας μεταφέρω αυτά που ένιωσα. Αυτά που αισθάνθηκα. Σας φανέρωσα όμως το μυστήριο. Και σκεπτόμουν:

«Γιατί το αηδονάκι να βγάζει αυτούς τους λαρυγγισμούς; Γιατί να κάνει αυτές τις τρίλλιες;

Γιατί να ψάλλει αυτό το υπέροχο άσμα;

Γιατί, γιατί, γιατί… γιατί να ξελαρυγγιάζεται; Γιατί, γιατί, για ποιο σκοπό;

Μήπως περιμένει να το επαινέσει κανείς; Όχι, βέβαια, εκεί κανείς δεν θα το κάνει αυτό».

Μόνος μου φιλοσοφούσα… Πόσα δεν μου είπε το αηδονάκι! Και πόσα του είπα μες τη σιωπή :

«Αηδονάκι μου, ποιος σου είπε ότι εγώ θα περνούσα απόδω; Εδώ κανείς δεν πλησιάζει. Είναι τόσο απρόσιτο το μέρος.

Πόσο ωραία κάνεις χωρίς διακοπή το καθήκον σου, την προσευχή σου στον Θεό!

Πόσα μου λέεις, αηδονάκι μου, πόσα με διδάσκεις! Θεέ μου, συγκινούμαι.

Αηδονάκι μου μου δείχνεις με το καλάηδημά σου πω σαν ύμνώ τον Θεό, μουλες χίλια, πολλά, πάρα πολλά…».

Δεν είμαι καλά από υγεία, να τα πω όπως τα νιώθω. Θα μπορούσε να γραφεί ένα ολόκληρο πεζογράφημα. Το αγάπησα πολύ το αηδόνι. Το αγάπησα και μ’ ενέπνευσε.

Σκέφτηκα : «Γιατί εκείνο κι όχι κι εγώ; Γιατί εκείνο να κρύβεται κι όχι κι εγώ;»

Και μου ήλθε στο νου ότι πρέπει να φύγω, πρέπει να χαθώ, πρέπει να μην υπάρχω.

Είπα : « Γιατί είχε αυτό κόσμο μπροστά του; Ήξερε ότι ήμουνα εγώ και τ’ άκουγα; Ποιος τ’ άκουγε που ξελαρυγγιαζόταν; Γιατί πήγαινε σε τέτοια κρυφά μέρη;

Αλλά κι εκείνα τ’ αηδονάκια μες το λόγγο, μες τη ρεμματιά που βρισκόντουσαν τη νύκτα και την ημέρα,το βράδυ και το πρωί, ποιος τ’ άκουγε που ξελαρυγγιαζόντουσαν όλα;

Και γιατί το κάνανε αυτό το πράγμα; Και γιατί πηγαίνανε σε τέτοια κρυγφά μέρη; Γιατί σπάζανε το λάρυγγά τους; Ο σκοπός ήταν η λατρεία, το ψάλσιμο στον Δημιουργό τους, η λατρεία στον Θεό». Έτσι τα εξηγούσα.

Όλ’ αυτά τα θεώρησα ότι ήταν του Θεού άγγελοι, δηλαδή πουλάκια που δοξάζανε τον Θεό, τον Πλάστη των απάντων και δεν τ’ άκουγε κανείς.

Ναι, κρύβονταν, να μην τ’ ακούει κανείς, πιστέψτε με! Δεν τα ενδιέφερε να τ’ ακούνε, αλλά ποθούσαν μες στη μοναξιά, μες στην ησυχία, μες στην ερημιά, μες στη σιωπή να τ’ ακούει, ποιός άλλος;

Ο Πλάστης των απάντων, ο Δημιουργός του παντός. Αυτός που τους χάρισε ζωή και πνοή και φωνή.

.

Από το βιβλίο του Γέροντος Πορφύριου Καυσοκαλυβίτου, « Βίος και Λόγοι, σελ. 85-88)

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

ΚΙΒΩΤΟΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ
ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ 18 ΜΑΙΟΣ 2007

Εικόνα από:thevoyaging

violet flower smiley

Advertisements