(σημ. Μέλιας): ένα συγκινητικό διήγημα από το αγαπημένο μου βιβλίο, με τις κατακίτρινες πια σελίδες!

.
Να προσέχεις, παιδί μου, ακούς; Να κάνεις, ότι πρέπει να και να προσέχεις την υγεία σου. Μην ξεχνάς ακόμα πως εγώ η έρημη θα καρδιοχτυπώ εδώ πέρα ώσπου να πάρω γράμμα σου.

-Καλά, μάννα, καλά. Έννοια σου, μη φοβάσαι, είπα.

Ένα παλληκάρι ως 22 χρονών με στολή δεκανέα, βάδιζε αργά πλάι σε μια συμπαθητική χωριάτισσα με γκρίζα μαλλιά, που στα κόκκινα από το κλάμα μάτια της, σιγοτρέμανε δυο δάκρυα.

Ο νέος την κοίταζε κρυφά με εξαιρετική συμπόνια, όσο βαδίζανε προς το σταθμό του μικρού χωριού.

Ήταν η πρώτη φορά που την αποχωριζότανε. Τον έστελναν στο μέτωπο! Πόση λαχτάρα, πόσος σπαραγμός και πόσα καρδιοχτύπια ήτανε κρυμμένα μέσα σε δυο λόγια: Στο μέτωπο.

Η ανθρωπότης όλη είχε παραφρονήσει και ρίχτηκε σ’ ένα άγριο μακελιό που θα μείνει μια αξέχαστη ντροπή στην ιστορία του κόσμου. Η τραγωδία που έγραψε ο Παγκόσμιος πόλεμος σκέπασεν όλη τη γη σαν μαύρη φτερούγα θανάτου.

Δυστυχισμένες μανούλες, που μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας, καθώς κοιμόνταν στα ζεστά, έβλεπαν μακριά – τα φτωχά παιδιά τους να ξεπαγιάζουν, να πληγώνονται, να πονάνε στην πρώτη γραμμή.

Όλα αυτά τα έβλεπε με τη φαντασία της η γριούλα κι όταν έφθασε το τραίνο που θα τον έπαιρνε μακριά της, τον αγκάλιασε σφιχτά, πολύ σφιχτά, σαν να ήθελε να τον κρατήσει κοντά της και να τον προστατέψει από έναν άγνωστο κίνδυνο που τον περίμενε εκεί κάτω.

Ένα θλιμμένο αναφυλλητό ξέφυγε από τα χλωμά χείλη της.

-Παιδί μου, στο καλό παιδί μου, να μου γράφεις.

-Κάθε μέρα, κάθε μέρα, μανούλα.

Και γελούσε για να της δώσει θάρρος. Ένα σφύριγμα του τραίνου, δυο φιλιά πνιγμένα, ένα λυγμός, ο θόρυβος της μηχανής κι ύστερα ένα λευκό μαντηλάκι που σπαρτάριζε σαν πληγωμένο περιστέρι στο χέρι του παιδιού και χάθηκε μακριά, μακριά μέσα στο μαύρο καπνό που άφηνε πίσω της η αμαξοστοιχία.

***

Η κομψή σιλουέτα της αδελφής του Ερυθρού Σταυρού γλίστρησεν απαλά- απαλά ανάμεσα στα κρεβάτια που επάνω ανάπαυαν τα κουρασμένα μέλη τους οι πληγωμένοι ήρωες.

Σαν ολόχρυση αχτίδα ήλιου εφώτισε τον αυστηρό θάλαμο του στρατιωτικού νοσοκομείου η εμφάνιση της αδελφής.

Μοίραζε τα δώρα της καρδιάς και τα χαμόγελα της καλοσύνης, μαζί με τις περιποιήσεις της, σ’ εκείνους που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα. Ευκίνητη, καλοπροαίρετη, γελαστή, πλησιάζει έναν – έναν τους πληγωμένους στρατιώτες και δίνει το φάρμακο, λίγο νερό, ή κάτι άλλο, συνοδευμένα πάντα με γλυκά λόγια παρηγοριάς, αγάπης και συμπάθειας.

Ο ταχυδρόμος με τη στρατιωτική στολή και το σάκο στο πλάι του πλησίασε για να δώσει τα γράμματα στους ξένους.

Τα μάτια των πληγωμένων καρφώθηκαν επάνω του σαν μεγάλα ερωτηματικά. Σε πολλούς έδωσε δύο κα τρία γράμματα, σ’ άλλους κανένα.

-Γιώργος Κράτης!

-Εδώ…εδώ…

Ένα φως ρόδινο περιέχυσε το χλωμό συμπαθητικό πρόσωπο του πληγωμένου και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

-Μου κάνεις τη χάρη να μου τ’ ανοίξεις και να μου το διαβάσεις;

-Δεν ξέρεις γράμματα;

-Ξέρω, μα… μα δεν μπορώ, είμαι δίχως χέρια.

Χαμήλωσε το κεφάλι μελαγχολικά κι έδειξε με τα μάτια τα χέρια του… Το δεξί ήταν κομμένο από τον αγκώνα και το άλλο, πληγωμένο, ήταν τυλιγμένο με επιδέσμους.

Η αδελφή πλησίασε στο προσκεφάλι του άμοιρου παιδιού.

-Θέλεις να σου διαβάσω εγώ;

-Ευχαριστώ πολύ…ναι…

Ο ταχυδρόμος εξακολούθησε το έργο του, μοιράζοντας ελπίδες και απελπισίες, χαρές και λύπες κλεισμένες μέσα σε φακέλους.

Η αδελφή άνοιξε το γράμμα και διάβασε:

«Αγαπημένε μου Γιώργο,

Σου στέλνω το τρίτο γράμμα μου μαζί με την ευχούλα μου και παρακαλώ το Θεό να σε φυλάει γερό και να σε φέρει πίσω πάλι στο χωριό, νικητή και σιδερένιο.

Είμαι καλά και θα ’μουν καλύτερα, αν είχα πιο συχνά γράμματά σου, παιδί μου.

Ξέρω πως τα καθήκοντά σου σ’ εμποδίζουνε ν’ απαντάς αμέσως στα γράμματα της μανούλα σου, μα σαν βρίσκεις, παιδί μου καιρό, μην ξεχνάς πως εδώ κάτω μια μάνα πικραμένη καρτερά δυο λόγια σου για να μην πεθάνει.

Η πατρίδα μας έχει πολλά παιδιά, μα εγώ δεν έχω άλλο από σένα παιδί μου.

Χτες άναψα κερί στην Παναγιά για την υγειά σου και σ’ έταξα ασημένιο τη μέρα που θα’ ρθεις πίσω.

Θα πάμε μαζί στο ξωκκλήσι και θα γυρίσω πεζή, ακουμπισμένη στο γερό μπράτσο σου, γιέ μου.

Εφέτος θα κάνω τις γιορτές μονάχη, Εσύ θα ‘ χεις τόσους αδελφούς πατριώτες αυτού κάτω.

Να δεις πως ανθίσανε οι νάρκισσοι στον κηπάκο μας, λες και σε περιμένουνε, κι ο Κοκκίνης γαυγίζει χαρούμενα στη εξώπορτα.

Με το καλό να σε ιδώ, παιδί μου.

Σε γλυκοφιλώ.

Η μητέρα σου Κατίνα Κράτη».


Τα δάκρυα του νέου τρέχανε στα χλωμά του μάγουλα γιατί δεν είχε χέρια να τα σφουγγίσει. Η αδελφή έβγαλε το μυρωμένο μαντηλάκι της, μάζεψε τα μαργαριτάρια του πόνου που σκόρπισεν άφθονα ο λαβωμένος και είπε:

-Θέλεις να σου γράψω την απάντηση;

-Ευχαριστώ, αποκρίθηκ’ εκείνος μ’ ένα λυγμό, όχι ακόμα…

Ας αφήσουμε να κάνει πρώτα τις γιορτές…

.
ΣΥΛΒΙΟΣ

Ο Γέρο Χρόνος και άλλα παιδικά διηγήματα σελίδα 30-32
Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ»
Αθήνα 1954

.

Εικόνα: «Δακρυσμένος Άγγελος» από το FineArtAmerica

.
Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»


Διαβάστε από το ίδιο βιβλίο τα διηγήματα:

 «Τα ρόδα της ευγνωμοσύνης»

Η Θυσία

flower 3 smiley