.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό χωριό που δεν θυμάμαι το όνομα του, ξημέρωσε ο Θεός μια περίεργη μέρα.

Εκείνο το πρωί, οι άνθρωποι που ζούσαν σε αυτό το χωριό, ήταν όλοι μαζεμένοι μπροστά στο δημαρχείο και συγκεκριμένα στην πλατεία, με τα φρεσκοβαμμένα ξύλινα παγκάκια και με το πέτρινο σιντριβάνι, που στα καθαρά νερά του, κολυμπούσαν ανέμελα πιτσιλωτές πέστροφες.

Σ’ αυτήν την πλατεία, οι κάτοικοι του χωριού, περίμεναν με ανυπομονησία το δήμαρχο, γιατί λέει κάτι πολύ σοβαρό ήθελε να τους πει.

Πραγματικά ο δήμαρχος δεν άργησε να φανεί. Αφού τους καλημέρισε ευγενικά, έβαλε τα γυαλιά του για να τους βλέπει όλους καλύτερα, ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του και… και μπήκε αμέσως στο θέμα.

-Σήμερα το πρωί, καθώς έκανα τον συνηθισμένο μου πρωινό περίπατο στο δάσος, ανακάλυψα πως ένα καινούριο δέντρο φύτρωσε λίγα μέτρα μετά το ποτάμι…

-Κύριε δήμαρχε συγνώμη και με το μπαρδόν που σας διακόπτω… πετάχτηκε κάποιος… αλλά έχει τόσα πολλά δέντρα εκεί, που αναρωτιέμαι πως το ανακαλύψατε;

-Καλέ μου κύριε Μανώλη, αν δεν με διακόπτατε, θα σας έλεγα ότι το συγκεκριμένο δέντρο το ανακάλυψα, δίπλα στο ποτάμι πάνω στο λόφο, που αιώνες τώρα, το μόνο που έχει φυτρώσει εκεί, είναι κάτι πουρνάρια ίσως και κάτι… γαϊδουράγκαθα…

-Πάνω στο λόφο; Φώναξαν όλοι μαζί απορημένοι.

-Μα είναι δυνατόν;

-Λοιπόν φίλες και φίλοι μου και μικρά μου παιδιά, επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχια… όπως έλεγε και ο παππούς μου και… άλλοι πολλοί, λέω να πάμε να το δούμε αυτό το ευλογημένο δέντρο, όλοι μαζί παρέα και εκεί επί τόπου να το αναλύσουμε το θέμα. Παρακαλώ ακολουθήστε με… ο καιρός είναι θαύμα για μια βόλτα στον καθαρό αέρα του δάσους.

-Όρεξη που την έχει… μουρμούρισε κάποιος που βαριότανε να περπατήσει πρωί πρωί με τη δροσούλα και μάλιστα αγουροξυπνημένος.

Αλλά ο δήμαρχος… γάτα!

-Κύριε Θωμά… κάνω πως δεν σε άκουσα το ενοχλητικό σχόλιο σας!

Μπροστά ο δήμαρχος και πίσω του όλοι οι άλλοι, μαζί και ο κύριος Θωμάς, αμίλητος και πολύ κατσούφης, έφτασαν σχεδόν τρέχοντας στο ποτάμι.

Όταν έφτασαν στο λόφο, έμειναν όλοι βουβοί και βέβαια λαχανιασμένοι. Αλλά μια ευχάριστη έκπληξη τους περίμενε.

Ένα καταπράσινο δέντρο χαρά Θεού, είχε σχεδόν σκεπάσει την κορυφή του κατάξερου λόφου, με τα φουντωτά γεμάτα φύλλα κλαδιά του.

-Έλα Παναγία μου… είπε μια γιαγιούλα και σταυροκοπήθηκε.

-Λοιπόν κύριε Θωμά τι έχεις να πεις τώρα; Πείραξε με τη σειρά του ο δήμαρχος τον κύριο Θωμά.

-Τι να πω… τρέμουν τα πόδια μου από την τρεχάλα, η καρδιά μου χτυπάει ταμπούρλο… και όλα αυτά με το συμπάθιο κυρ δήμαρχε… για ένα δέντρο!

Ο Δήμαρχος χαμογέλασε και έκανε πως δεν άκουσε τα σχόλια του γκρινιάρη κύριου Θωμά.

Όλοι χάρηκαν, γιατί το δέντρο ήταν πανέμορφο και όλοι σκέφτηκαν πόσα πολλά πράγματα, θα μπορούσαν να κάνουν κάτω από την πελώρια σκιά του. Ας πούμε τα παιδιά θα μπορούσαν να διαβάσουν εκεί τα μαθήματα τους και όταν θα βαριόντουσαν το διάβασμα να παίξουν με την καρδιά τους.

Οι κουρασμένοι να ξαπλώσουν για να ξαποστάσουν, κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να πάνε εκεί εκδρομή για να ξεσκάσουν. Το δέντρο αυτό που ξεφύτρωσε από το πουθενά, μέσα σε μια νύχτα, έγινε η καλύτερη παρέα για όλους.

Μόνο που αυτό το δέντρο δεν ήταν σαν όλα τα άλλα. Ήταν λίγο διαφορετικό… πολύ λίγο… να τόσο δα…

Μια μέρα ο οχτάχρονος Νικολάκης, ο γιος του φούρναρη, μετά το σχολείο ανέβηκε στο λόφο πολύ σκεπτικός και πολύ στεναχωρημένος. Κάθισε στη σκιά του δέντρου, ακούμπησε τη σάκα του στον κορμό του και άρχισε να μιλάει μονάχος του.

-Ο Παναγιώτης έσκισε τη μοναδική μου μπάλα, την πέταξε επίτηδες στα σύρματα και ο μπαμπάς μου τώρα, δεν μπορεί να μου πάρει άλλη, παρά μόνο τα Χριστούγεννα και ίσως… Και τώρα είναι ακόμα Μάιος!

Έκλαψε λίγο… με το δίκιο του, πείνασε όμως πολύ, γιατί ήταν μεσημέρι, άρπαξε τη σάκα του και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι, θα ανησυχούσαν και οι δικοί του.

Πέρασαν μερικές μέρες και κάποιος γεωργός, ο κύριος Μηνάς, μέσα στο καταμεσήμερο, αναζήτησε στη σκιά του δέντρου λίγη δροσιά, για να κολατσίσει και μετά θα συνέχιζε τη κοπιαστική δουλειά του στο χωράφι, μέχρι αργά το απόγευμα.

Έφαγε κάτι ελίτσες, μια ντοματούλα χωρίς αλάτι παρέα με λίγο ζυμωτό ψωμάκι και ήπιε βέβαια μπόλικο δροσερό νεράκι, από το ποτάμι που κυλούσε κάτω από τον λόφο. Έφαγε ελαφριά, γιατί μετά τον περίμενε δουλειά και δεν ήθελε να φουσκώσει.

Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια του, προσπαθούσε να βάλει τη δουλειά στη σειρά, για να τελειώσει γρήγορα.

Λαχταρούσε να γυρίσει σπίτι του, στην οικογένεια του, είχε και δυο παιδιά και σκεφτόταν πόσο πολύ θα ήθελε αν μπορούσε, να τους αγοράσει φέτος από ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Για την γυναίκα του, την υπομονετική κυρία Φρόσω, ούτε λόγος για δώρο, τα λεφτά ήταν τσίμα – τσίμα.

Ο κύριος Μηνάς αναστέναξε, σηκώθηκε και πριν πάρει το δρόμο για τη δουλειά, πήρε στα χέρια του τα κουκούτσια από τις ελιές, άνοιξε μερικές τρύπες στο χώμα, δίπλα στο φουντωτό δέντρο και τις φύτεψε.

Πίεσε το χώμα καλά -καλά για να αγκαλιάσει τα κουκούτσια, το πότισε από το νεράκι που είχε μείνει στο παγούρι του, κοίταξε το δέντρο και του είπε τρυφερά:

«θα έρχομαι κάθε μέρα να τα ποτίζω και που ξέρεις, μπορεί σε λίγες μέρες αν θέλει ο Θεός να αποκτήσεις παρέα. Σ’ ευχαριστώ για τη σκιά σου…» ήταν η τελευταία του κουβέντα, πριν πάρει το δρόμο για το χωράφι.

Όλο το χωριό, περνούσε πολλές ώρες πάνω στο λόφο, παρέα με το φουντωτό δέντρο, οι πιο πολλοί μάλιστα έπιαναν κουβέντα μαζί του, το θεωρούσαν φίλο τους… λες και ήταν άνθρωπος!

Η μιλιά του έλειπε… γιατί το μυαλό… σαν να το είχε…

Πέρασε κοντά ένας μήνας, όταν ένα πρωί άρχισαν τα μεγάφωνα του χωριού να καλούν τον κόσμο να μαζευτεί επειγόντως στη γνωστή πλατεία. Ο Δήμαρχος αυτή τη φορά, δεν είπε ούτε καλημέρα, ούτε ξερόβηξε, ούτε φόρεσε τα γυαλιά του, βιαζόταν γι αυτό και μπήκε αμέσως στο θέμα…

-Ακολουθήστε με όλοι γρήγορα και κύριε Θωμά δεν θέλω ούτε κιχ… Και έτρεξαν όλοι ξοπίσω του, πρώτος και καλύτερος ο κύριος Θωμάς και ανέβηκαν στο λόφο και γούρλωσαν τα μάτια τους… πάνω στο δέντρο κρεμόντουσαν κάτι περίεργα φρούτα σε διάφορα σχήματα και χρώματα…

Μπάλες παπούτσια κούκλες αυτοκινητάκια φορέματα και άλλα πολλά που δεν τα βλέπω από δω! Όλα αυτά τα φρούτα είχαν και από ένα όνομα… η μπάλα για τον Νικολάκη τα παπούτσια για τη Γεωργία το παλτό για την κυρία Φρόσω… κλπ… κλπ…

-Το δέντρο είναι μαγικό… φώναξε κάποιος μαγικό… φέρτε τον παπάάά…

-Χριστός και Παναγία… όχι παιδί μου… είπε η γιαγιούλα με φωνή που έτρεμε και σταυροκοπήθηκε… δεν είναι μαγικό, είναι ευλογημένο δώρο από το Θεό. Κάτι καλό θα έκαναν κάποιοι από μας και τώρα το εισπράττουν γενναιόδωρα. Μεγάλο το όνομά Του!

Όλοι συμφώνησαν, όλοι εκτός από έναν, που δεν πίστεψε λεπτό με όσα ο ίδιος είδε με τα μάτια του.

Ο κύριος Θωμάς! Που κούνησε το κεφάλι του και σκέφτηκε υπεροπτικά: μαγικό και σαχλαμάρες, κάποιος μας κάνει πλάκα, κρεμάει τα πράγματα στο δέντρο και γελάει πίσω από την πλάτη μας. Θα πάω στο δέντρο και θα του ζητήσω… θα του ζητήσω… λεφτά! Για να δούμε τι θα κάνει; Βρε τι έξυπνος που είμαι!

Τόπε και τόκανε. Τις επόμενες μέρες και κάθε πρωί, πήγαινε στο δέντρο και έψαχνε στα κλαδιά του, ανάμεσα στα φύλλα για να βρει τα χρήματα που είχε ζητήσει.

Μάταια! Τζάμπα κόπος!

Το δέντρο είχε στα κλαδιά του, χίλια δύο διαφορετικά πράγματα κάθε φορά… εκτός από λεφτά. Ο άντρας κάποια μέρα θύμωσε πολύ, βγήκε από τα ρούχα του και άρχισε να ταρακουνάει το δέντρο με δύναμη, ξανά και ξανά μέχρι που κουράστηκε τόσο πολύ, που τον πήρε ο ύπνος κάτω από το δέντρο.

Όταν ξύπνησε, πάνω στην κοιλιά του υπήρχε ένα μικρό κουτί με το όνομα του… Θωμάς…

Ωπα… φώναξε… λες…

Το άνοιξε με χέρια που έτρεμαν. Μέσα υπήρχε μια μικρή πέτρα λεία και στρογγυλή. Την άρπαξε θυμωμένος και πάνω που πήγε να την πετάξει μακριά, πρόσεξε πως πάνω στην πέτρα κάτι ήταν γραμμένο.

Πρόσεξε καλύτερα τη λεία πέτρα και διάβασε φωναχτά «Τι θα τα κάνεις τα λεφτά;»

Ε… θα… ε καλά τώρα, με βρήκες λιγουλάκι απροετοίμαστο… απάντησε φωναχτά. Θέλω λεφτά αυτό έχει σημασία εσύ κάνε τη δουλειά σου και μη ρωτάς πολλά…

Πήρε το δρόμο του γυρισμού για το χωριό. Ο πονηρός κύριος Θωμάς περπατούσε και σκεφτόταν πως καλό θα ήταν να άφηνε αρκετές μέρες να περάσουν και μετά να ξαναπήγαινε στο λόφο με το δέντρο. Πρέπει να του αφήσω χρόνο για να μαζέψει περισσότερα χρήματα… βρε τι μυαλό έχω!

Οι μέρες πέρασαν πολύ γρήγορα. Έτσι μια Τρίτη πρωί ο Θωμάς πήρε τρέχοντας το δρόμο για το λόφο.

«Θα έχει μαζέψει τώρα ένα κάρο λεφτά»… μουρμούριζε και έτριβε τα χέρια του ανυπόμονα.
Όσο κι αν έψαξε ανάμεσα στα κλαδιά του δεν βρήκε τίποτα.

Έγινε θηρίο, τα αυτιά του λίγο έλειψε να βγάλουν καπνό από τον θυμό του. Άρχισε να κλωτσάει με δύναμη το δέντρο ξανά και ξανά μέχρι που έπεσε ξερός κάτω από την κούραση.

Όταν συνήλθε και άνοιξε τα μάτια του, κάτι βαρύ του πίεζε το στήθος. Αντίκρισε ένα τεράστιο κουτί με ένα τεράστιο φιόγκο.

«Αυτό είναι έκπληξη» φώναξε και άνοιξε το κουτί με αγωνία.

Το κουτί ήταν ξέχειλο από πέτρες μικρές μεγάλες ανάκατες. Σε κάποια λεία και πολύ στρογγυλή πέτρα διάβασε «αυτά φτάνουν;»

Αυτή τη φορά δεν θύμωσε κάθισε και σκέφτηκε: «Βρε μπας και μιλάμε άλλη γλώσσα;
Θα πάω στον παπά Γιώργη να μου το ορμηνεύσει… αποφάσισε και πήρε το δρόμο για το ξωκλήσι, μπας και λύσει τις απορίες του ο παπάς που τα ήξερε όλα».

Βρήκε τον παπά να κάθεται κάτω από μια μουριά, να κρατάει ένα βιβλίο και να διαβάζει.

Του φώναξε:

-Παπά… ε παπά…

Ο παπά Γιώργης χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από το βιβλίο του απάντησε.

-Καλώς το Θωμά… ποιός καλός άνεμος σε έφερε στο φτωχικό μου;

-Παπά μου έχω προβλήματα με ένα δέντρο…

-Το γνωστό δέντρο τέκνο μου;

-Βρε παπά βουλωμένο γράμμα διαβάζεις;

-Ο Θεός τέκνο μου… ο Θεός… Θέλεις να σου διαβάσω κάτι;

-Βρε παπά έχω πρόβλημα σου λέω και εσύ…

Ο παπά Γιώργης δεν άκουσε λέξη άνοιξε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του και άρχισε να διαβάζει φωναχτά.

Ο Θωμάς μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, έβαλε το κουτί με τις πέτρες δίπλα στη μουριά, κάθισε σε ένα σκαμνάκι και με χίλια ζόρια, προσπαθούσε να βγάλει άκρη με όσα άκουγε από το στόμα του παπά Γιώργη.

Κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε και φώναξε: «αργείς παπά μου αργείς;»

-Κοντεύω τέκνο μου… μια φράση ακόμη.

Η μία φράση έγινε πολλές σελίδες ο κύριος Θωμάς βαρέθηκε κουράστηκαν τα αυτιά του να ακούνε πράγματα που δεν καταλάβαινε έτσι σηκώθηκε από το σκαμνάκι γύρισε την πλάτη του στον παπά που συνέχιζε ακόμη να διαβάζει και έφυγε απογοητευμένος.

«Την ευχή μου νάχεις»… είπε ο παπάς και έκλεισε το βιβλίο του. Μετά σηκώθηκε πήρε το κουτί από κάτω και μπήκε στο μικρό του εκκλησάκι.

Πέρασαν μέρες ο κύριος Θωμάς άφαντος. Την Κυριακή όμως την ώρα της θείας λειτουργίας έκανε την εμφάνισή του.

Η λειτουργία τελείωσε. Ο παπά Γιώργης εξήγησε στον κόσμο με απλά λόγια το ευαγγέλιο γιατί ήθελε όλοι να καταλαβαίνουν τα λόγια του Θεού.

Βγήκαν στο προαύλιο ήταν τόσο ωραία μέρα. Ο κύριος Θωμάς βγήκε σχεδόν τελευταίος. Φίλησε το χέρι του παπά και ετοιμάστηκε να φύγει.

-Θωμά παιδί μου πριν φύγεις πρέπει να σε ευχαριστήσω εκ μέρους ολόκληρου του χωριού.

Ο κύριος Θωμάς τάχασε σε σημείο που δεν είπε λέξη, ούτε κιχ… Γρήγορα συνήλθε και…

-Παπά μου σε χτύπησε η ζέστη στο κεφάλι;

-Πάντα μετριόφρων τέκνο μου… Θωμά μ’ αυτή σου τη χειρονομία ξέρεις πόσες οικογένειες πήραν ανάσα; Ξέρεις πως το καλοκαίρι που φτάνει θα επισκευάσουμε το σχολείο από τις ζημιές που προκάλεσε εκείνος ο σεισμός πριν τρία χρόνια; Ξέρεις πως…

Ο Θωμάς από ένα σημείο και μετά δεν άκουγε λέξη κάτι πουλάκια τιτίβιζαν στα αυτιά του κάτι καμπάνες χτυπούσαν.

– Μα να αφήσεις κάτω από τη μουριά, ένα κουτί γεμάτο λεφτά σε συσκευασία δώρου και να φύγεις τόσο διακριτικά! Συνέχισε ο παπάς.

Ακούστηκε ένα δυνατό γκουπ και ο κύριος Θωμάς έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Καμπάνες και τιτιβίσματα έγιναν ένα μέσα στο κεφάλι του.

Όταν συνήλθε εκτός από ένα ωραιότατο καρούμπαλο στο κεφάλι είχε και ένα χαμόγελο στα χείλη μέχρι τα αυτιά!

.

Μέλια.

.

Εικόνα «Καταπράσινη ελιά» έργο της Κυριακής  Πατρωνάκη–Χαραλαμπίδου από το ιστολόγιό της

pink rose smiley

Advertisements