ΚΥΔΩΝΙΑ.

Αφέντη, στο περβόλι σου κι αν βάλεις περβολάρη,

βάλε εμέ τη λυγερή να ‘ρίζω το περβόλι,

να βάνω μέλι στσι μηλιές, ζάχαρη στα κυδώνια,

για να περνούν οι γι-άρχοντες με τσι βασιλοπούλες

να λένε: «Ποιος τα μέλωνε;»

(ριζίτικο)

Κάθε που έμπαινα στο σπίτι του παππού μετρούσα τις αρμαθιές με τα κυδώνια, τα ρόγδια και τα πεπόνια τα χειμωνιάτικα που κρέμονταν στα δοκάρια του πόρτεγου, δεμένα με βούρλο και ψαθόχορτο.

Έμοιαζαν σαν μεγάλα πολύχρωμα μπουκέτα, ταιριασμένα πιτήδεια με το άγιο χέρι της γιαγιάς· «πρέπει ν’ αερίζονται για να κρατήσουν ως τον χειμώνα» μας έλεγε.

Το κελάρι με τα γεμάτα κρασοβάρελα ήταν χτισμένο πλάι στο πόρτεγο, ένας τοίχος τα χώριζε. Στη μια γωνιά τα βαρέλια, στην άλλη τα πιθάρια με τα μαγερέματα· φακές, φάβα, κουκιά, παστοφάσουλα.

Και στην οροφή τα βοτάνια· φασκόμηλο, δίκταμο, αντωναΐδα, δεμένα ματσάκια-ματσάκια με μπαμπακερές κλωστές. Τα οπωρικά του χειμώνα δε χωρούσαν στο κελάρι. Ποτέ δεν ήθελε η γιαγιά ν’ ανακατώνει τις μυρωδιές.

Κάθε που άνοιγε το πανωπόρτι και πρόβαινε το κάτασπρο κεφάλι της για να δει ποιος της βροντούσε την πόρτα, ερχόταν στα ρουθούνια μου η μυρωδιά του κυδωνιού. Μυρίζουν και τ’ άλλα οπωρικά, μυρίζουν και τα χειμωνικά πεπόνια, μα το άρωμα του κυδωνιού δεν παλεύεται.

Όσο κρέμεται στο δέντρο δε μυρίζει. Μόνο σαν το κόψεις και πολυκαιρίσει αρχίζει ν’ αναδίνει μια ξεχωριστή μυρωδιά, που θαρρώ πως δεν καμιά δεν της μοιάζει.

Την είχα συνδέσει με τη νοικοκυροσύνη κάποτε. Τότε που νοικοκύρης ήταν όποιος ήξερε να κάνει τη γης να γεννοβολά και να συνάζει καρπούς στο κελάρι του. Τώρα που το ξενασκέφτομαι θαρρώ πως άδικο δεν είχα.

Τρεις κυδωνιές είχε ο παππούς στο περβόλι του. Κάθε χρόνο φορτώνονταν και τα γεννήματά τους ωρίμαζαν την ίδια εποχή, λίγες βδομάδες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, Σεπτέμβρη μήνα.

Και τις τρεις τις φρόντιζε, τις πότιζε και τις κόπριζε, μα δεν τις είχε το ίδιο. Τη μια, τη μεσιακή, τη βαγιοκλάδιζε, την κανάκευε λες κι ήταν η αγαπημένη του· «δεν είναι τούτη σαν τις άλλες· τέτοιο δέντρο δεν υπάρχει. Μοσχοκυδωνιά είναι…».

Το φθινόπωρο, που πύκνωσαν τα σύννεφα και βλέπαμε τον χειμώνα να κοντοσιμώνει, ο παππούς είχε άλλη δουλειά. Δοκίμαζε το κυδώνια του και τα πιο ώριμα τα έβαζε στα πιθάρια με τα στράφυλα.

Ήθελε να ζυμωθούν μαζί και να δώσουν εκείνη τη λεπτή μυρωδιά που «και νεκρούς ανασταίνει» στην καινούργια τσικουδιά. Μέχρι και στο καζάνι έβαζε φέτες κυδωνιού ο παππούς.

Παλιά συνταγή. Από τον κυδωνίτη οίνο του αρχαίου κόσμου (κρασί με άρωμα κυδωνιού) στην αρωματισμένη τσικουδιά της Κρήτης.

Πότε-πότε θύμωνε η γιαγιά κι αγρίευε. Γι’ άλλη δουλειά τα ήθελε εκείνη τα κυδώνια. Να φτιάξει παστοκύδωνο, να τα μαγερέψει με κρέας, να ψήσει γλυκό κουταλιού με αμύγδαλα ξεφλουδισμένα και αμπερόζα, να μοσχομυρίζει από μακριά η κουζίνα της…

Φωτογράφισα τα κυδώνια τ’ απομεσήμερο για να έρχονται οι θερμές αποχρώσεις να πυροδοτούν τη μνήμη. Κι από τα βάθη της ν’ αναδύονται τα κείμενα των αρχαίων. Πίστευαν πως τα κυδώνια κατάγονται από την Κρήτη, μάλλον ηχούσε σαν σάλπιγγα στ’ αυτιά τους η ονομασία μιας πόλης· της κρητικής Κυδωνίας.

.
ΥΓ Δεν είναι (μόνο) δικές μου αναμνήσεις. Όποιος έζησε τα παιδικά του χρόνια μέχρι τη δεκαετία του 1970 και διαβάσει τις παραπάνω γραμμές μπορεί να δει, μεσ’ από την αχλή του ονείρου,τον δικό του παππού με τη φαντή ποδιά γεμάτη κυδώνια και ρόγδια.

Ίσως και να δει ξανά με τα μάτια της ψυχής τις «κρεμανταλιές» να αιωρούνται στα μεσοδόκια του παλιού κρητικού σπιτιού, ίσως και να φτάσει στ’ αυτιά του σαν απόηχος μακρινός η κοινότατη μαντινάδα που συνδέει το κυδώνι με το πάθος του έρωτα:

Τση χήρας το προσκέφαλο μυρίζει σαν κυδώνι

και το μυρίστηκα κι εγώ κι ο νους μου δε μερώνει.

Ερωτικό ελιξίριο, λοιπόν, το ταπεινό φθινοπωριάτικο φρούτο.  Την είχε ακούσει κι ο Καζαντζάκης κάποτε. Φαίνεται πως του άρεσε και την ταίριασε με μαστοριά στο χτήρι του λόγου του.

Σαν απόηχος φτάνει στ’ αυτιά μας και το παλιό καλό ριζίτικο που μιλά για τον μοσχομύριστο γιο κάποιας καλόγριας:

-Καλογριοπούλα, καλογρά, μικρή καλογριοπούλα, ειντά ‘τρωγες στο γάστρι σου κι εμύρισεν ο γιος σου;

-Κυδώνι ετρώγα το ταχύ, μήλο το μεσημέρι,αργά ‘πινα γλυκύν κρασί.

.

Φωτογραφία – Κείμενο: ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ

.

Από το περιοδικο ΥΠΕΡ |τεύχος 75| Φθινόπωρο 2015

.

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

flower 5 smiley

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με αναφορά στην πηγή : «το σπιτάκι της Μέλιας»