.

* Ἀποσπάσματα ἀπό τίς «Μνῆμες θητείας καί Πολέμου».

Γιάννης Ὀ. Στάχτιαρης

…Ὅταν τά σύνεφα τοῦ πολέμου ἄρχισαν νά πυκνώνουν μετά τόν τορπιλισμό τῆς «Ἕλλης» στήν Τῆνο (15 Αὐγούστου 1940), ἐπιστρατεύτηκα γιά δεύτερη φορά ὡς Ἔφεδρος καί στίς 6 Σεπτεμβρίου, ἐνάμιση μήνα πρίν τήν ἔναρξη τοῦ ἙλληνοἸταλικοῦ πολέμου (28 Ὀκτωβρίου 1940),τοποθετήθηκα ὡς Δεκανέας – Ἀρχηγός Στοιχείου Πυροβόλου, στόν Οὐλαμό Πολυβόλων τοῦ 1ου Λόχου, τοῦ 1ου Τάγματος τοῦ 24ου Συντάγματος Πεζικοῦ, στήν Πρέβεζα.

… Ἀπό τίς 28 Ὀκτωβρίου 1940 μέχρι καί τίς ἀρχές Νοεμβρίου 1940, τό 24ο Σύνταγμα Πεζικοῦ Πρεβέζης κάλυπτε τόν Τομέα Πρεβέζης-Φιλιππιάδος καί ἀπό τά μέσα Νοεμβρίου 1940 μέχρι καί τόν Ἀπρίλιο 1941 (τέλος τοῦ Ἑλληνο-Ἰταλικοῦ-Γερμανικοῦ Πολέμου), συμμετεῖχε σ’ ὅλες τίς ἐπιθετικές καί ἀμυντικές ἐνέργειες τῆς VIII Μεραρχίας στήν κεντρική γραμμή τοῦ Παραλιακοῦ Τομέα τοῦ Ἀλβανικοῦ Μετώπου.

… Στό 2ο Τάγμα τοῦ ἴδιου Συντάγματος, χωρίς τότε νά τό ξέρω, ὑπηρετοῦσε ὡς Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγός Πεζικοῦ ὁ μετέπειτα νομπελίστας ποιητής, Ὀδυσσέας Ἐλύτης.

… Ὁ ἐξοπλισμός μας ἀποτελεῖτο ἀπό ἕνα ὅπλο Μάνλιχερ μέ κινητό οὐραῖο, ἕνα (1) κράνος,δερμάτινες μπαλάσκες γιά τίς σφαῖρες καί μία (1) ξιφολόγχη.

… Πολλές κλοπές γινόντουσαν στά κράνη. Μέ ἄλλα κράνη (Γαλλικοῦ ἤ Ἑλληνικοῦ τύπου) ξεκινήσαμε, μέ ἄλλα γυρίσαμε. Πολλά ἀπό αὐτά μέ τά ὁποῖα γυρίσαμε, ἦταν Ἰταλικῆς κατασκευῆς καί προέλευσης.

Τό πολυβόλο πού χρησιμοποιούσαμε, ἦταν ἕνα Σέντ ντ’ Ἐτιέν (St Etienne Mle 1907), Γαλλικῆς κατασκευῆς, μεταλλικῆς ταινίας τῶν 25 φυσιγγίων.

Παρ’ ὅλη τήν παλαιότητά του, ἦταν ἕνα ἐξαίρετο ὅπλο, ἐνῶ ἀντίθετα, τά πολύ νεώτερα πολυβόλα
τῶν Ἰταλῶν, πολύ συχνά «μπλοκάριζαν».

Γιά τήν μεταφορά του καθώς καί γιά τήν μεταφορά τῶν κιβωτιδίων πυρομαχικῶν καί ἀνταλλακτικῶν του, χρησιμοποιούσαμε δύο (2) μουλάρια.

Ὅταν προσδιοριζόταν ἡ «θέση τάξης», φτιάχναμε ἕνα προσωρινό πολυβολεῖο σκάβοντας ἕνα λάκκο καί χτίζοντας μέ πέτρες καί χώματα ἕνα τοιχίο πρός τήν πλευρά τοῦ ἐχθροῦ.

Τό «κτίσμα» αὐτό τό σκεπάζαμε μέ ξύλα καί μέσα σ’ αὐτό τοποθετούσαμε τό πολυβόλο. Στό πολυβολεῖο μέσα ἤμασταν 3 ἄνδρες, ἐγώ ὡς Ἀρχηγός Στοιχείου, ἕνας στρατιώτης ὡς Σκοπευτής καί ἕνας Στρατιώτης ὡς Γεμιστής.

«Μυστικό ὅπλο» μας στό μέτωπο ἦταν ἡ ΠΙΣΤΗ στήν Παναγία. Μιά βαθειά πίστη πού μᾶς ἐμψύχωνε γιά νά ἀντιμετωπίζουμε ὅλες τίς κακουχίες καί στερήσεις. Δέν ὑπῆρχε κανένας, μά κανένας, πού νά μήν ἐπικαλεῖται τήν Παναγία, γιά νά τόν προφυλάξει ἀπό τά πάμπολλα βάσανά του …

… Ἐπειδή πολλοί ἀπό τούς συμπολεμιστές μου ἦταν οἰκογενειάρχες μέ 3-4 παιδιά ὁ καθένας, ἦταν δύσκολο σέ μᾶς τούς νέους σέ ἡλικία, εἴτε νά ζητήσουμε τήν βοήθειά τους, εἴτε νά τούς διατάξουμε νά ἐκτελέσουν ἐπικίνδυνες γιά τήν σωματική τους ἀκεραιότητα καταστάσεις.

Πολλές φορές, ἀκούγαμε σάν ἀπάντηση τό «Δέν πάω» ἤ τό «ἄς πάει κάποιος ἄλλος συνάδελφος», γιατί θεωροῦσαν τήν ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς «παράτολμη».

… Σέ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ πολέμου, τά ροῦχα πού φοροῦσα ἦταν αὐτά πού μοῦ εἶχαν δώσει κατά τήν κατάταξή μου στήν δεύτερη ἐπιστράτευση…

Μέ τά ἴδια ροῦχα κοιμόμαστε, σκεπασμένοι μέ μιά κουβέρτα σ’ ἕνα ἀντίσκηνο, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἐπικρατοῦσες κακές καιρικές συνθῆκες (Ὁ χειμώνας τοῦ 40-41 ἦταν ὁ πιό βαρύς τῆς προηγούμενης 20ετίας.

… Ὁ ἐφοδιασμός σέ τρόφιμα ἦταν ἐλλιπέστατος. Μοιραζόμαστε μιά κουραμάνα (300 δράμια ἤ 1 κιλό ψωμιοῦ) ὀκτώ (8) στρατιῶτες καί πολλές φορές, ἀντί γιά ψωμί, τρώγαμε σκέτο στάρι καί καλαμπόκι βρασμένο.

Τά Χριστούγεννα τοῦ 41, μᾶς δώσανε, σάν γλυκό καί μιά χούφτα σταφίδες. Τό πλιάτσικο πού γινότανε, δέν περιγράφεται.

Ἔκλεβε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, μόνο γιά νά ἐπιβιώσει.

Ἀκόμα καί κουραμάνες φορτωμένες στά μουλάρια τῶν μεταγωγικῶν πού προοριζόντουσαν γιά ἄλλες μονάδες, ἔπεφταν θύματα τοῦ «ὁ σώζων ἑαυτόν, σωθήτω». ...

Κρέας σπάνια τρώγαμε, παρ’ ὅλες τίς προσπάθειες τοῦ Ταγματάρχη μας, πού ὅταν τοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία, ἔστελνε στρατιῶτες μέ χρήματα νά ἀγοράσουν ἀπό ἕλληνες ἤ καί Ἀλβανούς ἀκόμα τσοπάνους, ἀρνιά ἀπό τά κοπάδια τους.

… Μιά φορά, εἶχα βρεῖ σκοτωμένο ἀπό μιά νυχτερινή περίπολο τοῦ ῾Ιππικοῦ, ἕνα Ἰταλό στρατιώτη. Δέν εἶχε ἄρβυλα (τοῦ τά εἶχαν πάρει ἄλλοι) καί ψάχνοντας τό σακίδιό του, βρῆκα ἕνα πορτοφόλι ὅπου εἶχε φωτογραφίες τῆς γυναίκας του καί μερικές κονσέρβες.

Τά πῆρα καί τά παρέδωσα στόν Λοχαγό μου. Κράτησε τό πορτοφόλι γιά νά τό παραδώσει σέ ἄλλους Ἰταλούς αἰχμαλώτους, μοῦ ἀπαγόρευσε ὅμως νά πάρω τίς κονσέρβες καί νά τίς φάω, γιατί ὑποπτευόταν ὅτι μπορεῖ νά ἦταν δηλητηριασμένες.

Ἔτσι, ἔφυγα διπλά στενοχωρημένος, τόσο ἀπό τήν σκέψη τῆς θλίψης πού θά ἔνοιωθε ἡ γυναίκα τοῦ συνανθρώπου μου, ὅταν μάθαινε γιά τόν θάνατό του, ὅσο καί γιατί θά ἔμενα πεινασμένος, ἄλλη μιά φορά.

… Τό Τάγμα μας ἔπιασε τουλάχιστον 200 αἰχμαλώτους. Παραδίνονταν σηκώνοντας τά χέρια ψηλά, μόλις βλέπανε Ἕλληνες στρατιῶτες περιπόλου ἤ «πεζούς» πού καταλάμβαναν τίς θέσεις τους, μετά ἀπό μάχη, λέγοντας «σολντάτο ἰταλιάνο».

Τούς στέλναμε στά μετόπισθεν καί τελικά κατέληγαν στήν Αἴγυπτο. Κανένας συμπολεμιστής μου δέν αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τό Τάγμα μου καί οὔτε αὐτομόλησε.

… Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Ἀλβανία στήν Πρέβεζα πεζοπορώντας, ἔμεινα ἐκεῖ γιά νά παραδώσουμε στούς Γερμανούς, πού εἶχαν ἤδη καταλάβει τήν πόλη, τά ὅπλα καί ἐφόδιά μας.

Πήραμε τά ἄλογα καί τά μουλάρια φορτωμένα μέ τά πολυβόλα καί τά φυσίγγια καί πήγαμε στό στρατόπεδο τῶν Γερμανῶν. Μᾶς εἶπαν νά τά ξεφορτώσουμε ἀπό τά ζῶα καί νά τά πετάξουμε κάτω στό χῶμα σέ σωρό.

Δέν ἔχω ξεχάσει μέχρι σήμερα πού εἶμαι 98 ἐτῶν, τόν συγκλονισμό πού νοιώσαμε τή στιγμή πού πετούσαμε τά τιμημένα ὅπλα μας κάτω.

… Φτάνοντας στό χωριό μου καί πηγαίνοντας πρός τό σπίτι μου, ὁ πρῶτος πού μέ ἀναγνώρισε, ἦταν ἕνα 15χρονο παιδί. Μέ ἀγκάλιασε, μέ φίλησε καί μέ ρώτησε ἄν εἶμαι καλά.

Μετά ἔφυγε τρέχοντας, γιά νά πάει τήν εἴδηση πρῶτος στήν μάνα μου καί νά πάρει τά «συγχαρίκια». Στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ μου, εἶδα μία ἀδελφή μου καί μόλις τήν φώναξα μέ τό ὄνομά της, γύρισε τό κεφάλι της καί μοῦ εἶπε κοιτάζοντας «Ποιός εἶσαι ἐσύ; δέν σέ γνωρίζω».

Εἶδα κι ἔπαθα νά τήν πείσω ὅτι ἤμουνα ὁ ἀδελφός της.

Τόσο πολύ εἶχα ταλαιπωρηθεῖ ἀπό τίς κακουχίες τοῦ πολέμου πού μέ ἔκαναν «ἀγνώριστο» στήν ἴδια τήν ἀδελφή μου, μετά ἀπό 10 μῆνες ἀπουσίας ἀπό το σπίτι μου (Αὔγουστος 1940-Ἀπρίλιος 1941).

.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
Έτος 48ο – Οκτώβριος 2014 – τεύχος 492

.

Εικόνα από: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΒΑΘΥΛΑΚΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»

flower 5 smiley