ΜΗΤΕΡΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ

.

(σημ. Μέλιας:  ένα ακόμη διήγημα από το παλιό αγαπημένο βιβλίο, με τις κατακίτρινες πια σελίδες, που διάβασα και ξαναδιάβασα σαν παιδί).

***

Η μητέρα ξεσκόνιζε το γιο της πριν φύγει για τη δουλειά:

-Το παντελόνι σου είναι πια πολύ τριμμένο, Γιώργο μου… Άρχισε να ξεφτάει, του είπε κοιτώντας τον με κάποιο καμάρι αλλά και μελαγχολία.

Ο Γιώργος, ένα παλληκάρι 21 χρονών, ψηλό, γεροδεμένο, γεμάτο ζωή και νιάτα, της είπε με χαρούμενο πρόσωπο:

-Αυτό σε πικραίνει μανούλα; Μα δεν τα είπαμε; Έχω οικονομίες για να κάνω χειμωνιάτικη φορεσιά.

Δεκάρα δεκάρα τα οικονόμησα από το μισθό μου. Κι έτσι θα με δεις πάλι καλοντυμένο και με καινούργια ρούχα.

Την φίλησε και έφυγε για την εργασία του, ένα μεγάλο τυπογραφείο, όπου εργαζότανε λινοτύπης.

Η μητέρα στάθηκε στην πόρτα, και τον παρακολούθησε, ώσπου χάθηκε στην άκρη του δρόμου.

Ήταν μοναχογιός χήρας. Ο πατέρας του είχε πέσει στη Μικρασιατική εκστρατεία, χωρίς να δει το αγέννητο ακόμα αγόρι του.Με την εργασία του συντηρούσε τη μάνα του, που για να τον βοηθά έραβε κι αυτή.

Παιδί με άρτια σωματική διάπλαση και με ψυχή γεμάτη ενθουσιασμό, είχε πάρει από τη μάνα του ανατροφή ξεχωριστή κι ελληνοπρεπή, που τον έκανε να ‘ ναι περήφανος για το χαμό του πατέρα του, που έχυσε το αίμα του για την Πατρίδα.

Είχε μια φωτογραφία του, με τη στρατιωτική στολή, κρεμασμένη πλάι στα εικονίσματα, και κάθε πρωί, που έκανε την προσευχή του, τον κοίταζε με στοργή, σαν να ήθελε να του πει τα όνειρά του και τις ελπίδες του.

 Ανήμερα της Παναγίας, 15 Αυγούστου, έμαθε το βομβαρδισμό του καραβιού «Έλλη» του Βασιλικού μας Ναυτικού από ένα «άγνωστο» υποβρύχιο, την ώρα που σημαιοστολισμένο ήταν έτοιμο να λάβει μέρος με τα κανόνια του στην πανηγυρική Λιτανεία της Μεγαλόχαρης, στην Τήνο.

Η κακή πράξη – ένα είδος δολοφονίας- αντήχησε μέσα στην ψυχή του παλληκαριού σαν πολεμική σάλπιγγα.

Πόνεσε για τον χαμό των ανθρώπων και την καταστροφή του καραβιού, και το βράδυ σαν πήγε σπίτι, μίλησε στη μητέρα του με τόση θέρμη πατριωτισμού, με τόσο πάθος και πόνο, που εκείνη στάθηκε και τον κοίταξε με περηφάνεια δακρυσμένη.

-Ίδιος ο πατέρα του! είπε σιγά καμαρώνοντας το ξαναμμένο χρώμα του νέου και τα γεμάτα ενθουσιασμό μάτια του.

Πέρασαν μερικές μέρες.

Ένα πρωί πάλι, όπως έραβε ένα κουμπί στο τριμμένο σακάκι του, του είπε:

-Παράγγειλες τα καινούργια ρούχα, Γιώργο;

Εκείνος χαμογέλασε και μισόκλεισε τα μάτια του.

-Μανούλα, είπε, πρέπει να ξέρεις ένα πράμα.

Τα λεφτά που είχα μαζεμένα για ρούχα, τα έδωσα όλα στον έρανο των εργατών μας για μια καινούργια «Έλλη».

Η Πατρίδα έχει ανάγκη να βάλει στη θέση το χαμένο καράβι. Εγώ…

-Εσύ;…

Τον κοίταξε με μάτια δακρυσμένα.

-Δεν είδες, πως έφτασε η στιγμή να κάνω τη θητεία μου; Τι θα τα κάνω τα καινούργια ρούχα; Θα με ντύσει η Πατρίδα με τα δικά της.

Τον Οκτώβρη παρουσιάζομαι.

Κατάπιε τα δάκρυά της η χήρα και αγκαλιάζοντάς τον, τον φίλησε, τον φίλησε…

Εκείνος για να μαλακώσει το μητρικό πόνο της, είπε:

-Δεν θα με χάσεις για πολύ όμως… Μη ξεχνάς, πως είμαι μοναχογιός χήρας… ε μανούλα;

Τα μάτια του παιδιού δακρύσανε, το χρώμα του πήρε την όψη του ενθουσιασμού. Φόρεσε το σακάκι του και χαμογελώντας πρόσθεσε:

-Μη φοβάσαι. Δεν θ’ αργήσω να παραγγείλω και τα καινούργια ρούχα, σαν γυρίσω όμως…

Τότες θα’ μια πιο ψηλός, πιο γερός, πιο δυναμωμένος.

Η μητέρα του τον είδε να φεύγει ελαφρά, πεταχτά, εύθυμα, σφυρίζοντας κάποιο σκοπό. Έκανε το σταυρό της μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.

-Φύλαγέ μου τον, Παναγιά μου, ψιθύρισε…

.

ΣΥΛΒΙΟΣ

Ο Γέρο Χρόνος και άλλα παιδικά διηγήματα σελίδα 30-32
Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ»
Αθήνα 1954

.

Εικόνα από:

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

.

Διαβάστε από το ίδιο βιβλίο το διήγημα:  «Τα ρόδα της ευγνωμοσύνης»

flower 3 smiley