Πριν από λίγες μέρες, περίμενα τη σειρά μου σ’ ένα πολυκατάστημα να πληρώσω κάτι μπαταρίες. Μπροστά μου μια γιαγιά με το εγγόνι της που κρατούσε σφιχτά στα μικρά του τα χεράκια δυο παιχνίδια.

Η γιαγιά μάταια προσπαθούσε να του εξηγήσει «Γιώργο μου δεν μπορούμε να τ ‘ αγοράσουμε αυτά σήμερα, δεν έχω χρήματα επάνω μου…»

Ο Γιωργάκης έβαλε τα κλάματα και σχεδόν της ούρλιαξε «παλιά γιατί είχες!».

Η ηλικιωμένη κυρία γύρισε απότομα το κεφάλι της από την άλλη μεριά, βούρκωσε και μέσα από τα δόντια της ίσα που ακούστηκε «πως μας κατάντησαν έτσι Θεέ μου πως;»

Δεν είπα λέξη και τι να πεις σε μια γιαγιά που δεν μπορεί να αγοράσει ένα παιχνίδι στο εγγόνι της;

Και τι να πεις σε ένα μικρό παιδί που θέλει το παιχνίδι του αγορασμένο από τα χέρια της γιαγιάς του, όπως παλιά και δεν το έχει και δεν καταλαβαίνει το γιατί;

Αλλά από την άλλη, υπάρχουν παιδιά που δεν ξέρουν τι σημαίνει η λέξη παιχνίδι.

Μπήκα στο μικρό σούπερ μάρκετ της γειτονιάς για να αγοράσω δυο πράγματα (δύο όχι τρία, γιατί λεφτά ΔΕΝ υπάρχουν) για το σπίτι τα πιο απαραίτητα. Κοιτούσα πρώτα τις τιμές και την προέλευση των αγαθών στα ράφια και μετά το ισχνό πορτοφόλι μου.

Πέρασα από την μαναβική είπα ένα γεια στα αγαπημένα μου φρούτα και σχεδόν το έβαλα στα πόδια.

Σταμάτησα στα τυριά, η υπάλληλος εξυπηρετούσε μια κυρία μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Δίπλα μου ένας κύριος προχωρημένης ηλικίας, κρατώντας για βοήθεια ένα μπαστούνι, γυρόφερνε τα τυριά.

Μέσα στο επόμενο λεπτό ρώτησε «πόσο έχει αυτό το τυρί;» η υπάλληλος του είπε ευγενικά την τιμή «ευχαριστώ παιδί μου και αυτό το κίτρινο; η φέτα; »

Οι ερωτήσεις συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα, ώσπου ο κύριος φεύγοντας με άδεια χέρια είπε «μάλλον παιδί μου πρέπει να ξεχάσω και το τυρί, τι άλλο πια να ξεχάσω ; πως μας κατάντησαν έτσι;»

Τον πρόλαβα πριν βγει από το μαγαζί «συγγνώμη αγόρασα δυο φορές το ίδιο τυρί»… με κοίταξε ίσια στα μάτια και συνεννοηθήκαμε, κούνησε το κεφάλι του, έσκασε ένα χαμόγελο και μου είπε «τα λάθη πληρώνονται παιδί μου ».

Πόσο μαλάκωσε το μέσα μου! Πόσο γλύκανε η ψυχή μου, χωρίς πολλά λόγια, χωρίς οίκτο… όλα άλλαξαν, ομόρφυναν!

Ο Θεός είναι μέσα μας, ο Θεός δεν αφήνει κανέναν!

Δεν το βάζουμε κάτω, δεν παρατάμε τα όπλα μας. Το χαμόγελο στα χείλη μας, η αισιοδοξία στην καρδιά μας και η αγάπη για τον συνάνθρωπο μας …ενοχλούν, τους αποδυναμώνουν.

Ας μη τους κάνουμε τη χάρη, δεν θα παραδοθούμε τουλάχιστον όχι αμαχητί, όρθιοι με ψηλά το κεφάλι κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου!

Η ζωή είναι ωραία με όλα τα σκαμπανεβάσματά της!

Άρπαξα χαρούμενη τη σακούλα με τα ψώνια και με βήμα ταχύ, πήρα το δρόμο για το σπίτι.

Ξαφνικά, απίστευτο, είδα τρία αγγούρια και πέντε ντομάτες να κατηφορίζουν το δρόμο. Σκίστηκε η άτιμη η σακούλα, τα ζαρζαβατικά απέδρασαν και βρέθηκα να κυνηγάω τους δραπέτες.

Τα αγγούρια κάποια στιγμή φρενάρισαν στη ρίζα ενός δέντρου, αλλά οι ντομάτες «μαραθώνιο» και εγώ ξοπίσω τους να τρέχω σαν την Γκόλφω.

Οι περαστικοί κοντοστάθηκαν και απόλαυσαν το θέαμα, να είναι καλά οι άνθρωποι. Τελικά οι ντομάτες κατέληξαν στις ρόδες ενός λεωφορείου και εγώ έκλαιγα από τα γέλια.

Κοντοστάθηκα λαχανιασμένη να πάρω μια ανάσα από το τρεχαλητό και τότε ένιωσα ένα χέρι στην πλάτη, γύρισα και είδα μια κυρία ντυμένη στα μαύρα να μου χαμογελά. «Μου φαίνεται πως έχουμε ξανασυναντηθεί» της είπα.

«Βρε πως μας κατάντησαν έτσι, κοτζάμ κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά (το κρύα σε μένα πήγαινε) να μιλάει μοναχή της!» Σχολίασε ο μουστακαλής κύριος που περνούσε από δίπλα μου κουνώντας το κεφάλι με κατανόηση για την «κατάντια μου».

Μέλια.

.

Εικόνα: «Η αίσθηση της θέας», έργο της Annie Louisa Swynnerton από το Wikimedia commons

flower 5 smiley