Της Τασίας Αθ. Δούκα που ήταν μόλις 7 χρόνων τότε

Τη μέρα εκείνη , 29-8-44 , πήγα για πρώτη φορά στην αγορά του Λιδορικιού , μαζί με τη Μαρία Πέτρου , τη Χαραλαμπιού , τη γυναίκα του Ταλτόγιαννου για να με γράψει στο σχολείο και όπως γυρνούσαμε στο Βαρούσι το απόγευμα , ακούσαμε να χτυπάει η καμπάνα στον Αι Γιώργη και όλοι να ρωτάνε , τι έγινε ; τι έγινε ; αλλά κανένας δεν γνώριζε να μας πει .

Όταν φτάσαμε στο Βαρούσι , κοντά στο σπίτι μας , σταμάτησε η καμπάνα να χτυπάει και ήταν εκεί ο Μαλάμος με ένα μεγάλο χωνί και φώναζε : Ακούστε κύριοι και κυρίες , οι Γερμανοί έρχονται και πρέπει όλοι να φύγουμε απ’ το χωριό , αυτό θυμάμαι .

Τότε κόσμος άρχισε να τρέχει φωνάζοντας , αλαφιασμένοι , κυρίως μανάδες που προσπαθούσαν να μαζέψουν τα παιδιά τους για να φύγουν , εγώ πήγα στο σπίτι . Μας πήρε η μάνα μας που ήταν κατατρομοκρατημένη να φύγουμε , να πάνε στα χωράφια έξω απ’ το χωριό , στη Φτελιά .

Η μάνα μου και η αδελφή μου η Κατίνα ήταν άρρωστες , είχαν ελονοσία και πυρετό . Πήγαμε στη φτελιά σε ένα χωράφι μας και μπήκαμε να μείνουμε σε μια ταράτσα , είχαμε πυρετό , πεινάγαμε , φάρμακα δεν είχαμε , τίποτα δεν είχαμε …μείναμε κάμποσες μέρες..

Ένα βράδυ , ήρθε η Γιαννούλα Πέτρου , του Ταλτογώργου η γυναίκα , η μάνα της Μαρίας της Νταλάκα και μας είπε : θεια Γιωργίτσα , ετοιμαστείτε να φύγετε , οι Γερμανοί καίνε το Λιδορίκι , εμάς τα χωράφια μας ήτα χαμηλά και δεν μπορούσαμε να δούμε τι γίνεται , ακούγαμε μόνο κρότους , εκρήξεις .

Τότε η μάνα μας , άρρωστη όπως και η Κατίνα , μας ετοίμασε και ξεκινήσαμε μέσα στη νύχτα να πάμε στο Τριβίδι , το χωριό της μάνας μας , περάσαμε το ποτάμι , ξυπόλυτοι και ταλαιπωρημένοι . Θυμάμαι πολύ καλά , πως εκείνο το βράδυ ήταν πανσέληνος , το φεγγάρι έλαμπε και η νύχτα ήταν φωτεινή σαν μέρα κι’ εμείς ένα μικρό βουβό καραβάνι , προχωρούσαμε πατώντας σε αγκάθια και πέτρες .

Κάθε τόσο ο μικρός μας αδελφός , ο Γιώργος , κουραζόταν , πονούσαν και τα πόδια του απ’ τα αγκάθια και έκλαιγε , και η καημένη η Κατίνα τον έπαιρνε στην πλάτη για να τον ξεκουράσει και έτσι προχωρούσαμε όσο μπορούσαμε ..

Στο δρόμο μας , ακούγαμε διάφορους κρότους , εκρήξεις δυνατές , χωρίς όμως να μπορούμε να καταλάβουμε από που έρχονται . Tέλος πάντων προχωρήσαμε σιγά – σιγά και όπως πηγαίναμε ακούγαμε , κρότους , εκρήξεις , το χωριό καιγόταν και όπως βλέπαμε πίσω απ’ το βουνό , ο ουρανός ήταν κατακόκκινος και οι φλόγες έφταναν ως τον ουρανό , έτσι τα θυμάμαι ..

‘Όταν φτάσαμε στο Τριβίδι , η θεία μου είχε απομείνει μόνη γιατί όλο το χωριό είχε φύγει . Είπε στη μάνα μας που έχουν πάει οι άλλοι για να πάμε και εμείς , αλλά η μάνα μου άρρωστη και ταλαιπωρημένη δεν μπορούσε και τις είπε , δεν μπορώ να πάω πουθενά , θα πεθάνω εδώ , δεν μπορώ να κάνω βήμα .

-2- Τελικά η θεία μου την έπεισε και ξεκινήσαμε και πήγαμε σε ένα μέρος έξω απ’ το Τριβίδι , δεν θυμάμαι πως το λένε , εκεί ήταν μαζεμένοι όλοι οι συγγενείς μας , όλα τα ξαδέλφια μας και τα μπαρμπάδια μας και κάτσαμε αρκετές μέρες . Εν τω μεταξύ το χωριό μας κάηκε ολόκληρο και μετά από λίγες μέρες η μάνα μας πήγε να δει τι έγινε , αν υπάρχει το σπίτι μας ή αν είναι καμένο . Πράγματι το σπίτι μας πήρε φωτιά αλλά έσβησε γρήγορα και ήταν μισοκαμένο .

Μετά από λίγες μέρες ήρθε και μας πήρε και κατεβήκαμε στο χωριό, όταν φτάσαμε παγώσαμε , το χωριό μας ήταν ολόκληρο καμένο , ποτέ δεν θα ξεχάσω την εικόνα που αντικρίσαμε και τη μυρωδιά απ’ το κάψιμο , όλα τα σπίτια ήταν κατάμαυρα και σε μερικά μου φαινόταν ότι έβγαινε ακόμα καπνός .

Οι χωριανοί μας μαζεύτηκαν σιγά – σιγά απ’ τα βουνά και τα λαγκάδια και άρχισαν να πηγαίνουν πάνω στον Πλατό στην Γκιώνα και να κόβουν ξύλα για να ξαναφτιάξουν τα κατεστραμμένα σπίτια τους να βάλουν την οικογένεια μέσα , γιατί είχαμε μπει στο φθινόπωρο και άρχισε το κρύο και είχαμε μπροστά μας και χειμώνα…

Θυμάμαι ακόμα πως μετά από λίγες μέρες πήγαμε σχολείο , βέβαια σχολείο δεν υπήρχε , δεν είχαμε που να κάνουμε μάθημα αφού τα πάντα ήταν καμένα . Έτσι κάναμε μάθημα στην εκκλησία , όχι μέσα γιατί ήταν καμένη , αλλά στα σκαλοπάτια που είναι μπροστά της και στο φυτώριο που είναι ακριβώς κάτω της .

Θυμάμαι , ο αδελφός μου ο Γιώργος βρήκε και μου έφερε μια μεγάλη πέτρα για κάθισμα και μου είπε : Εδώ θα κάθεσαι , αυτή ήταν η πρώτη εικόνα απ’ το σχολείο . Αργότερα πήγαμε κάπου στου Μαστρογιάννη , ήταν ένα μικρό και κάναμε δωματιάκι και κάναμε τα μαθήματά μας .

Ήταν δραματικές εκείνες οι μέρες …

Αυτά θυμάμαι …

ΣΗΜΕΙΩΣΗ :

Η αφήγηση αυτή έγινε την άνοιξη του 2014 , μετά από παράκλησή μας και φυσικά έγινε τηλεφωνικά , αφού η Τασία μένει στις Η.Π.Α .

Δυστυχώς όμως , έγινε ερασιτεχνικά και τελικά ο ήχος δεν βγήκε καλός και είχε και πολλά παράσιτα , το κείμενο αποτελεί πιστή απομαγνητοφώνηση και βέβαια το ηχητικό ντοκουμέντο υπάρχει για κάθε περίπτωση .

Ευχαριστούμε θερμά την αγαπητή μας Τασία και της ευχόμαστε να είναι πάντα καλά , αναφέρουμε επίσης , πως η συνέντευξη πάρθηκε για ν χρησιμοποιηθεί στην εκδήλωση του ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ , που πραγματοποιήθηκε στις 29-8-2014 , κάτι όμως που δεν έγινε για καθαρά τεχνικούς λόγους ……Κ.Κ.-

Μερικές  φωτογραφίες  απ’ το  καμένο  χωριό  μας

Καλό  σας  βράδυ ….Κ.Κ.-

.

Πηγή: Λιδωρίκι

flower 5 smiley