Αφιερωμένο στον δικό μου Σωτήρη…

Μια φορά κι ένα καιρό, στην όμορφη Ξάνθη μας, πριν πολλά χρόνια, ζούσαν στην ίδια γειτονιά η Αμαλία και ο Γαβρίλης.

Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους έσμιξαν και αποφάσισαν να παντρευτούν και να κάνουν τη δική τους οικογένεια, ήθελαν πολλά παιδιά γιατί όπως έλεγε ο Γαβρίλης «τα παιδιά είναι ευλογία και κοντά τους αγγίζεις τον Παράδεισο».

Πέρασαν πολλά χρόνια αλλά δεν κατάφεραν να γίνουν γονείς.

Η Αμαλία όμως δεν έχασε ποτέ την ελπίδα της και την πίστη της στον Θεό, κάπου βαθιά μέσα της το ένιωθε ότι κάποια μέρα θα γίνει μητέρα και περίμενε υπομονετικά αυτή τη χαρά.

Τα χρόνια περνούσαν ο Γαβρίλης σχεδόν το είχε ξεχάσει.

Η Αμαλία αφοσιωμένη στο σπιτικό της, ξέκλεβε πάντα λίγο χρόνο για να κάνει το «καλό». Όλοι γνώριζαν πόσο μεγάλη «αγκαλιά» είχε για τους συνανθρώπους της.

Κάθε βράδυ τέλειωνε την προσευχή της πάντα με τα ίδια λόγια, «τα χρόνια περνάνε, τα μαλλιά μου άρχισαν ν’ ασπρίζουν, αλλά η πίστη μου σε Σένα θεριεύει».

Στην καρδιά του χειμώνα μπήκε απρόσμενα η άνοιξη στο σπιτικό τους!

Η Αμαλία ήταν ευτυχισμένη, σε εννέα μήνες αν όλα πήγαιναν καλά, θα κρατούσε στην αγκαλιά της το πρώτο της παιδί.

Δεν έπαψε στιγμή να ευχαριστεί και να ευγνωμονεί τον Θεό για την μεγαλοδωρία Του. Ο Γαβρίλης εκείνη τη μέρα κέρασε και ξανακέρασε όλη τη γειτονιά και χοροπηδούσε πανευτυχής σα μικρό παιδί.

Οι μήνες περνούσαν. Παραμονή του Σωτήρος, η Αμαλία ξύπνησε με αφόρητους πόνους. «Παναγιά μου βάλε το χέρι Σου» φώναξε και αγκάλιασε την κοιλιά της.

Το μωρό κλώτσησε λες και ήθελε να την καθησυχάσει, λες και ήθελε να της πει «μανούλα εδώ είμαι μη φοβάσαι, παλεύω».

Ο Γαβρίλης τα έχασε και τα έβαλε με τον Θεό χτυπώντας απελπισμένος δυνατά τα χέρια του στο τραπέζι «γιατί Θεέ μου; γιατί θέλεις να μας το πάρεις; Τι σου κάναμε;»

Η Αμαλία τον άκουσε, πικράθηκε αλλά δεν είπε λέξη. Έκλεισε τα μάτια της και «συγχώρεσέ Τον Θεέ μου που δεν γνωρίζει ότι Εσύ θα κάνεις το θαύμα Σου».

Το μεγαλείο της πίστης!

Οι πόνοι σταμάτησαν ξαφνικά, ο Γαβρίλης αμίλητος σε μια γωνιά, τα έβαλε αυτή τη φορά με τον εαυτό του, που λιγοψύχησε μέσα στον πανικό του και «έχασε» για λίγο το δρόμο του.

Η Αμαλία σηκώθηκε από το κρεβάτι, ετοίμασε το μεσημεριανό φαγητό και το απόγευμα πήγε στην εκκλησία. Γονάτισε κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος.

Κι όλα πήγαν καλά. Αρχές Οκτωβρίου γεννήθηκε ο Σωτήρης το «αγορούδι τς» και η οικογένεια με τη βοήθεια του Θεού μεγάλωσε κι ομόρφυνε.

Ενός έτους ο Σωτηράκης και είχε τις «ανησυχίες» του, δεν είχε αφήσει μολύβι στο σπίτι που να μην το μασουλήσει.

Μια μέρα που η Αμαλία συμμάζευε το σπιτικό της, άκουσε τον γιόκα της να τη φωνάζει: «μαμά κοίτα… κοίτα!» .

Γύρισε προς το μέρος του και είδε στον τοίχο χαραγμένο με μολύβι ένα σταυρό.

Βούρκωσε, δεν άντεξε και τα μάτια της ξεχείλισαν… πήρε το παιδί και το έσφιξε στην αγκαλιά της γεμίζοντάς το φιλιά.

Ο Σωτηράκης είχε χαράξει από πολύ νωρίς το δρόμο που θα ακολουθούσε, το δρόμο του Θεού και τη ζωγραφική, η μεγάλη του αγάπη η ζωγραφική με πενάκι.

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν βιβλία Ιατρικής με τα λεπτομερή σχέδιά του.

Ο πατέρας του, ο καλόψυχος Γαβρίλης έλεγε «Σωτήρη μου» και μέλωνε το στόμα του από αγάπη.

Και η μανούλα του, όσο χτυπούσε η καρδιά στα στήθη της, καμάρωνε το βλαστάρι της… «αγορούδιμ τα χερούδια’ς….» Αφιερωμένο στον δικό μου Σωτήρη..

Μέλια.

Εικόνα από: comingintothelightofaliyah

Κείμενα «Αφιερωμένο στον δικό μου Σωτήρη» ΕΔΩ

pink rose smiley