on_the_hill_of_roses_by_eilidh-d4ydwf8 (1)

(σημ. Μέλιας:  ένα διήγημα από ένα παλιό αγαπημένο βιβλίο, με κατακίτρινες πια σελίδες, που διάβασα και ξαναδιάβασα σαν παιδί).

****

Αχ! Τι ωραία που είναι αυτά τα τριαντάφυλλα, παππού! φωνάζει ο Γιάννης, ένα αγοράκι 14 χρονών, μυρίζοντας μια τούφα από κόκκινα ρόδα, μέσα στο μεγάλο κήπο του παππού του.

Ο γέρος με τα κάτασπρα μαλλιά και τα ροδοκόκκινα μάγουλα, χαμογέλασε:

-Αυτά τα λένε ρόδα της ευγνωμοσύνης, παιδί μου, είπε.

-Ρόδα της ευγνωμοσύνης! και ο μικρός άνοιξε τα μάτια του με κατάπληξη. Δεν καταλαβαίνω τι θα πη αυτό. Έχουνε τα τριαντάφυλλα όνομα;

Ο κυρ Μανώλης εκάθησε σ’ ένα ψάθινο καναπεδάκι του κήπου, πήρε το μικρό εγγονό του πλάι του και άρχισε:

-Άκουσε να σου πω, παιδί μου, γιατί τα λένε έτσι. Ζούσε πριν από πολλά χρόνια ένα αγοράκι στην ηλικία σου, ορφανό από πατέρα, που, για να ζήση την καλή του μητέρα, πουλούσε λουλούδια στο δρόμο.

Κοίταξε τον κήπο σαν να ήθελε να συγκεντρώση τις αναμνήσεις του και κατόπιν εξακολούθησε:

-Πολλές φορές γύριζε πεζός σπίτι του, γιατί δεν είχε ούτε τα λεφτά που χρειάζονταν να πληρώση στο σιδερόδρομο.

Τότες ακόμα δεν υπήρχαν ηλεκτρικά τραμ και το παιδί κατοικούσε σε ένα χωριό κοντά στη μεγάλη πολιτεία.

Το χειμώνα έτρωγε τις βροχές και το ξεροβόρι κατάμουτρα, και το καλοκαίρι τον έκαιγε ο ήλιος και η ζέστη.

Και γύριζε άγρυπνος από καφενείο σε καφενείο, από κέντρο σε κέντρο με ένα πανεράκι λουλούδια για να βγάλει το ψωμί του.

Ένα βράδυ, καθώς περνούσε την πόρτα ενός θεάτρου, βρήκε χάμω ένα δαχτυλίδι, με μια ωραία αρχαία πέτρα σκαλισμένη.

Ψυχή στο δρόμο!

Το κράτησε για να ρωτήση τη μάννα του τι να το κάνη, όταν εν’ αμάξι σταμάτησε εκεί μπροστά, κι ένας πλούσιος κύριος κατέβηκε. Ζητούσε από το θυρωρό πληροφορίες για το δαχτυλίδι που έχασε.

Ήταν οικογενειακό κειμήλιο.

Ο μικρός προχώρησε κι έδωκε στον κύριο το δαχτυλίδι. Ο κύριος ζήτησε τ’ όνομα του μικρού, του έδωσε τη διεύθυνσή του και την άλλη μέρα τον παρακάλεσε να του πάη ένα πανεράκι γεμάτο κόκκινα τριαντάφυλλα, που του τα πλήρωσε πλουσιοπάροχα.

Από κείνη τη μέρα ταχτικά ο μικρός ανθοπώλης πήγαινε στον κύριο τα κόκκινα τριαντάφυλλα κι έπαιρνε το δώρο του, με το οποίο ζούσε καλύτερα τώρα.

Δυστυχώς, μια βραδυά, καθώς πήγε με το πανεράκι του, βρήκε τον ευγενικό προστάτη του πεθαμένον…

Προχώρησε στην κλίνη του νεκρού, άδειασε το πανεράκι με τα λουλούδια και γονάτισε κι έκλαψε πικρά.

Ο καλός όμως εκείνος άνθρωπος δεν είχε ξεχάσει το φτωχό ανθοπώλη.

Στη διαθήκη του, του άφησε ένα ποσόν, για να χτίση ένα σπίτι με κήπο και να καλλιεργή τα ρόδα της ευγνωμοσύνης, που τόσο τους είχαν συνδέσει στη ζωή, τον πλούσιο ευγενή, με το φτωχό εργάτη.

Κι έτσι έγινε.

Το κατάστημα του μικρού, ένα ωραίο ανθοπωλείο πια, χτίστηκε με χρήματα που κέρδισε από το εμπόριο των λουλουδιών. Και μέσα στον όμορφο κηπάκο τους, δεν ελειψαν ποτές τα ρόδα, που του θύμιζαν τον ευεργέτη του.

-Καλά, παππού, μα δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει αυτή η ωραία σου ιστορία, με τα δικά σου ρόδα τα κόκκινα;

Ο παππούς δακρυσμένος φίλησε τον εγγονό του και είπε:

-Μια καλή πράξη δεν χάνεται ποτές. Είναι ρόδα από τον ίδιο κήπο, που τα πήγαινα σαν ήμουν μικρός ανθοπώλης στον ευγενικό κύριο…

Εγώ είμαι ο μικρός που βρήκε το δαχτυλίδι…

Ο εγγονός κοίταξε τον παππού με θαυμασμό και χαρά.

Έπεσε στην αγκαλιά του και φιλώντας τα χέρια του ψιθύρισε:

-Δούλεψες λοιπόν γερά και τίμια, παππού! Μπράβο σ’ αγαπώ και σε θαυμάζω!

.

ΣΥΛΒΙΟΣ

Ο Γέρο Χρόνος και άλλα παιδικά διηγήματα σελίδα 153-155

Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ»

Αθήνα 1956

.

Εικόνα On the Hill of Roses από: deviantart

.

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»»