Έστριψα τη γωνιά του δρόμου και μαύρισε η ψυχή μου!

Ένας ηλικιωμένος άνδρας καθιστός πάνω σε μια πήλινη σπασμένη κατάξερη ζαρντινιέρα εκτεθειμένος στον ήλιο, κρατούσε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και μπροστά του δέκα πανικόβλητοι στην ουρά του ΑΤΜ να χειρονομούν και να βρίζουν.

Πάγωσα!

Τα κατάφεραν μας «άδειασαν» πάνω απ’ όλα τα λεφτουδάκια μας και η ανθρωπιά μας;

Που στα κομμάτια πήγε η ανθρωπιά μας;

Στάθηκα για ένα λεπτό, κάποιοι έριχναν μια ματιά στον ηλικιωμένο άνδρα, αλλά κανένας δεν τον πλησίασε, πάνω απ’ όλα η σειρά στην ουρά για να προλάβουν ένα 50ευρώ.΄

«Σε καλή μεριά ρεεεεεεε!»

Κατάντια, ξεπεσμός για έναν περήφανο λαό που κατάντησε βορά στους λύκους.

Πλησίασα, ο ασπρομάλλης κύριος έκλαιγε βουβά. Ήθελα ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί, δεν τόλμησα να τον ρωτήσω γιατί κλαίει.

Του πήγα ένα μπουκαλάκι νερό, κρατώντας το κεφάλι του μου είπε: «την ευχή μου παιδί μου αλλά με ένα ποτήρι νερό δεν σώζομαι. Το φαρμακείο δεν μου δίνει πια βερεσέ τα φάρμακα της κυράς μου. Και τα πόδια μου δεν με κρατούν για να περιμένω στην ουρά να πάρω το ψίχουλο της σύνταξης που μου απέμεινε μετά από 40 χρόνια σκληρής δουλειάς. Και τι να πω στην κυρά;».

Δαγκώθηκα! Δεν βρήκα λέξη να αρθρώσω, τι να του έλεγα;

Προσπάθησα να βρω ένα σκιερό μέρος. Ευτυχώς δεν έχουν κόψει ακόμα όλα τα δέντρα οι «οικολόγοι» της περιοχής. Δανείστηκα μια καρέκλα από ένα κατάστημα και ο ηλικιωμένος άνδρας σέρνοντας τα πόδια του όρθωσε το αδύνατο κορμί του.

Ένας πανέμορφος παππούς με γαλανά μάτια με κοίταξε και η κοφτερή ματιά του με έκοψε στα δυο!

Τα είπαμε, μου άνοιξε την καρδιά του, είχε ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον αλλά που να τον βρει; Κανένας δεν είναι διαθέσιμος, κανένας δεν ενδιαφέρεται πέρα από το τομάρι του και την καλοπέρασή του και μάλιστα για έναν γέρο που κλαίει σαν μωρό. Του χαλάει το οπτικό του πεδίο και την αισθητική!

Και η καρδιά του μου μίλησε «είμαστε δυο γερόντια σε ένα σπίτι, παιδιά δεν αποκτήσαμε, παρακαλάω τον Θεό να μας πάρει και τους δύο μαζί, αν φύγω πρώτος η κυρά μου δεν έχει ζωή»…..

Την κατάλληλη στιγμή λες σταλμένος από τον Θεό εμφανίστηκε ένας φίλος, φαρμακοποιός στο επάγγελμα και άνθρωπος στην καρδιά.

«Έχω φάρμακα που στέκουν στα ράφια, κάποιοι μου τα έφεραν γιατί δεν χωρούσαν στα ντουλάπια τους».

Τόσο απλά δίχως ίχνος οίκτου γιατί ο οίκτος δεν είναι συμπόνια, δεν είναι του Θεού. Ο οίκτος πληγώνει!

Δεν θέλει κόπο παιδιά … θέλει αγάπη!

Και μην διανοηθεί κανείς να κατηγορήσει αυτή την «περήφανη περπατησιά» για την κατάντια μας (γιατί τους ψήφισε και τα ρέστα), γιατί κι εμείς σαν φοβισμένα ανθρωπάκια ευθυνόμαστε για τις δικές μας λάθος επιλογές.

Μέλια.

.

 Εικόνα από: elenaprogonova.ru