null

Ακριβές αντίγραφο του πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Von Hess. Εικόνα από:anthoulaki.blogspot.gr

 

Ιστορικό διήγημα

Το μαντάτο της απαγωγής το ‘φερε στον καραβοκύρη Χριστόδουλο ο άντρας της μεγάλης του κόρης, ο Μανόλης Λαζάρου ή Κακομανόλης.

Το πώς και το γιατί δεν ήξερε να το μολογήσει. Γνώριζε μονάχα πως ο Γιώργος ο Γιάννουζας, γιος της Μπουμπουλίνας, της επονομαζόμενης Μεγάλης Κυράς, από τον πρώτο άντρα της, είχε κλέψει τη Βγενή και πως κανένας δεν ήξερε πού κρυβόταν το ζευγάρι.

Ο Χριστόδουλος έπεσε σε βαθιά συλλοή. Τούτη η κακιά είδηση ήταν σαν κεραυνός που του ‘ρθε κατακέφαλα.

Τέτοια προσβολή στον ίδιο και στη φαμίλια του δεν τη φανταζόταν. Όλη μέρα, κλεισμένος στο γραφείο του, με τα στόρια κατεβασμένα, αρνιόταν να δεχτεί άνθρωπο, ακόμη και την καπετάνισσα. Αρνιόταν ακόμη να βάλει στο στόμα του τροφή.

Μονάχα, κατά το μεσημέρι, ζήτησε να του φτιάξουν έναν καφέ χωρίς ζάχαρη και να του ετοιμάσουν το ναργιλέ. Μέσα στο μυαλό του στριφογύριζαν χίλιες δυο σκέψεις και η γεροντική ψυχή του βρισκόταν σε μεγάλο αναβρασμό.

Έξω στο αρχοντικό μαζεύονταν σιωπηλοί οι συγγενείς. Κι είχε η σύναξή τους κάτι από κηδεία. Γιατί η απαγωγή ενός κοριτσιού, στα μακρινά εκείνα χρόνια, με τα αυστηρά ήθη, λογιζόταν πιο πικρή κι από το θάνατο.

Αργά το βράδυ εδέησε ο άρχοντας και βγήκε από το δωμάτιό του και κάλεσε σε σύσκεψη, τους γιους του, τους γαμπρούς του και τους πιο έμπιστους από τους υποστατικούς του.

-Σας κάλεσα όχι για να πάρω τη γνώμη σας. Την απόφαση την έχω κιόλας παρμένη. Η προσβολή που μας έγινε είναι βαριά και θέλει το γδικιωμό της. Αλλιώς θα πρέπει να χαθούμε από το πρόσωπο της γης. Κοντά στο γιο που τόλμησε να προσβάλει τους Κούτσηδες, πρέπει να τιμωρηθεί και η μάνα, αυτή η παλιογυναίκα που με τα καμώματά της έχει φέρει μεγάλη αναστάτωση στο νησί. Μπας κι έχει κανείς από σας διαφορετική γνώμη?

Κανένας δεν τόλμησε να αντιμιλήσει.

-Κι εσύ, ωρέ Μανόλη, συμφωνείς μαζί μου; Είσαι με το μέρος το δικό μας ή μπαλατζάρεις προς την πλευρά του ανηψιού σου και της μάνας του.

-Είμαι με το μέρος σου, πεθερέ μου. Μονάχα θα ‘θελα, όταν φτάσει η ώρα του γδικιωμού να με αφήσεις να μιλήσω λίγο μαζί της.

-Αυτό γίνεται. Και τώρα διαλυθείτε. Σας θέλω εδώ αύριο το δειλινό ζωσμένους τ` άρματα. Γιατί ποιος ξέρει τι μπορεί να ετοιμάζει αυτή η σκρόφα. Μπορεί να ‘χει φέρει αρματωμένους από το Μοριά.

Αργά το απομεσήμερο της (με το παλιό ημερολόγιο), το σπίτι του Χριστόδουλου Κούτση, σιμά στην Ευαγγελίστρια, κατακλύσθηκε από οπλοφόρους κάθε λογής. Στέκονταν όρθιοι και σιγομουρμούριζαν.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του γραφείου και πρόβαλε ο πονεμένος καραβοκύρης. Μεμιάς τα στόματα βουβάθηκαν στη θέα του ασπρομάλλη άντρα, που ‘δειχνε να έχει γεράσει μέσα σε μια νύχτα. Μερικοί πλησίασαν σεβαστικά και του φίλησαν το χέρι. Ο γέρο-Χριστόδουλος είχε περασμένη στο ζωνάρι μια πιστόλα, ενώ στο αριστερό κρατούσε ξύλινο σταυρό.

-Σιμώστε κοντά μου και επαναλάβετε μαζί μου, δυνατά, τούτον τον όρκο.

Στο όνομα του Σταυρού, ορκιζόμαστε να πάρουμε εκδίκηση για την προσβολή που έγινε στη φαμίλια μας…….Κι αν χρειαστεί να πάρουμε ζωές, αυτό να γίνει με χέρι σταθερό και καθαρή καρδία.

…….Και καθαρή καρδία, επανέλαβαν οι άντρες εν χορώ.

-Μπρος τώρα κατά το σπίτι της Λασκαρίνας. Εκείνη η σκρόφα θα κρύβετε στο υπόγειο του σπιτιού σαν ποντικίνα.

Τον Χριστόδουλο Κούτση τον τύφλωνε το μίσος, αλλιώς θα είχε καταλάβει πως η Καπετάνισσα που αψήφησε τα βόλια και τις μπομπάρδες των Τούρκων στο Ναύπλιο και στην Τριπολιτσά δεν κρυβόταν σαν «ποντικίνα» στ` αμπάρια του αρχοντικού της.

Τουναντίον είχε κινήσει χωρίς φόβο για το σπιτικό της Κουνουπίτσας, εκείνο που της είχε αφήσει ο πρώτος της άντρας, ο κακοθανατισμένος Γιάννουζας. Και σαν αληθινή αρχόντισσα, είχε αφήσει ξεκλείδωτη την ξύλινη αυλόπορτα.

΄Ηταν στην κουζίνα και καταγίνονταν, με τη βοήθεια της αραπίνας υπηρέτριας της, με το φαγητό, όταν άκουσε μια φωνή αντρική, βαριά.

-Βασκαρίνα, Βασκαρίνα, ε μωρή Βασκαρίνα! Βγες μωρή αδελφή στο παράθυρο.

Τούτη είναι η φωνή του αδελφού μου του Μανόλη, συλλογίστηκε η Καπετάνισσα. Ήρθαν κιόλας οι Κρουσκ`δες (οι συμπεθέροι).

Οι «συμπεθέροι», όπως τους είχε ονοματίσει ειρωνικά η Μπουμπουλίνα, όταν διαπίστωσαν πως το αρχοντικό της Ντάπιας ήταν κλειστό και άδειο, όρμησαν σαν τα κυνηγιάρικα σκυλιά, κατά το σπίτι της Κουνουπίτσας.

Οι πιο πολλοί έζωσαν τις πέτρινες μάντρες, από φόβο μην και το σκάσουν ο Γιώργος και η Βγενή. Λίγοι, ο πατέρας της Βγενής, ο αδελφός της ο Γιάννης, ο αδελφός της Λασκαρίνας, ο Μανόλης, και λίγοι ακόμη στενοί συγγενείς όρμησαν στο σπίτι από τη μεριά της βορεινής αυλής. Είχε κιόλας σουρουπώσει και δύσκολα διέκρινε κανείς τα πρόσωπα εκείνων που στέκονταν κάτω από τα παράθυρα, ανάμεσα στις ελιές.

-Μωρή Βασκαρίνα, δεν ακούς, μωρή. Ο αδελφός σου ο Μανόλης είμαι.

-Και τι γυρεύεις, αδελφέ από μένα; Ακούστηκε η φωνή της καπετάνισσας που στο μεταξύ είχε δρασκελίσει τα βορεινά δωμάτια του σπιτιού και είχε βγάλει το κεφάλι της κατά το ανοιγμένο, ανατολικό, παράθυρο.

-΄Ηρθαμε να μας παραδώσεις τη Βγενή και το γιο σου που είχε το θράσος να προσβάλει τη φαμίλια μας.

-Το ζευγάρι δεν κρύβεται στο σπίτι μου. Αλλά κι αν κρυβόταν δεν επρόκειτο να σας τους παραδώσω.

-Δε μιλάς συνετά, αδελφή. Κοντά στη μια προσβολή, μας ρίχνεις κατά πρόσωπο και τούτα τα αστόχαστα λόγια…Στοχάσου πόσο μεγάλη είναι η οικογένεια του καπετάν – Χριστόδουλου και πόσο βαριά η προσβολή που της έγινε….

-Τι φελάνε, αδελφέ, τα λόγια. Σας τα ‘λεγα εγώ κι έπρεπε να μ` ακούσετε. Νάνι γιεμ κρουσκ (τώρα γίναμε συμπεθέροι) και τίποτε δεν αλλάζει.

-Αδελφή, τα λόγια σου δείχνουν πως είσαι συνένοχη με το γιο σου.

-Ε, ναι, έτσι είναι. Αστ ντούαμε, εδέ αστ εντρέκεμι, νάνι τσι ντούε γκα μένα…(έτσι το θέλαμε, έτσι το φτιάξαμε, τώρα τι θέλεις από μένα)

Ένα χέρι δολερό κινήθηκε μέσα στο σύθαμπο και μια μπιστολιά βρόντηξε στον ήσυχο αγέρα του Μαγιού. Η Καπετάνισσα χτυπήθηκε στο πρόσωπο πάνω από το δεξί φρύδι. Το φαρμακερό βόλι έμεινε μέσα στο καύκαλο και της πήρε τη ζωή.

Το άψυχο βαρύ κορμί έγειρε προς τα πίσω και σωριάστηκε στο ξύλινο δάπεδο. Στην αυλή τα στόματα βουβάθηκαν και εκείνοι που κάναν το κακό-ανάμεσα τους και ο φονιάς – πισοπάτησαν, βγήκαν από τη μισάνοιχτη πόρτα και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι που πύκνωνε και στην άναντρη σιωπή που σκέπασε την ταυτότητα του δράστη.

Ποιος έκανε τούτο το φονικό, καταμεσής του Αγώνα κατά των Τούρκων; Ποιος πήρε τη ζωή της γενναίας καπετάνισσας που όφειλαν όλοι να σέβονται; Από την πρώτη στιγμή οι υποψίες είχαν στραφεί κατά του αδελφού της Βγενής, του καπετάν Γιάννη. Ο ίδιος δεν ομολόγησε ποτέ την πράξη του αλλά θωρακίστηκε πίσω από το νόμο της σιωπής.

Πέντε χρόνια αργότερα, όταν άρχισαν να λειτουργούν αστυνομίες και δικαστήρια στο νεοσύστατο Κράτος, με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια, οι δυο γιοι της Μπουμπουλίνας από το δεύτερο γάμο της, με το Δημ. Μπούμπουλη, ο Νικόλαος και ο Ιωάννης κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη και κατήγγειλαν τον Ιωάννη Χριστ. Κούτση ως δολοφόνο της μητέρας του.

«Οι υποσημειούμενοι εκ Σπετσών Νικόλαος Δημ. Μπούμπουλης και ο επίτροπος του μικρού Ιωάννη…έχοντας διαφοράν μετά τινος Ιωάννου Χριστοδούλου Κούτζη, όστις κακία φερόμενος εθανάτωσε τη Μητέρα μας ονόματι Λασκαρίνα Μπουμπουλη. Φονεύς αποδεδειγμένος τοις πάσιν, και εκ της ανοσιουργίας αυτού υποφέραμεν μέχρι τούδε ζημίας αισθαντικάς….» .

Ο καπετάν-Γιάννης αρνήθηκε με αναφορά του στη Γραμματεία της Δικαιοσύνης την κατηγορία. « Και μ` όλον ότι αγνοώ όλως διόλου την ψευδή ταύτην κατηγορίαν, μ’ όλον τούτο, δέχομαι να κριθώ μετά των προλεχθέντων Μπουμπουλέων Ιωάννου και Νικολάου….».

Η ταφή της Μπουμπουλίνας έγινε σε οικογενειακό τάφο στον ιδιόκτητο ναό του Αγίου Γιάννη(περιοχή της Κουνουπίτσας). Σε τούτη την πάνδημη κηδεία, απουσίαζαν, όπως είναι ευνόητο, ο γιος της ο Γιώργος Γιάννουζας και η Ευγενία Χριστ. Κούτση.

Γιώργος και Ευγενία παντρεύτηκαν μετά τρία χρόνια. Αφού είδαν τον Χριστόδουλο Κούτση να ταπεινώνεται και να υπόσχεται ότι θα δώσει στο Γιάννουζα από την περιουσία του ίσο μερτικό με εκείνο που θα κληρονομούσαν τα παιδιά του.

Ο Γεώργιος Γιάννουζας εξελίχθηκε σε καλό κτηματία με ακίνητα, αμπέλια, περβόλια, ανεμόμυλο κλπ. Του συμπαραστάθηκε, ψυχικά και οικονομικά, η Ευγενία, σημάδι αλάνθαστο ότι οι δυο τους ήταν ζευγάρι αγαπημένο και πως ο χαμός της Μπουμπουλίνας δεν πήγε χαμένος.

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα ήταν και παρέμεινε Μεγάλη Κυρά ως τις μέρες μας.

.

Πηγή:Scripta Manent

 

.

Το σπίτι της Μπομπουλίνας Η εικόνα από:anthoulaki.blogspot.gr

 .

H σημαία που σήκωσε η Μπουμπουλίνα στην ναυαρχίδα της τον «Αγαμέμνονα» Η εικόνα από:anthoulaki.blogspot.gr

 

.

Εικόνα από:arvanitis.eu

 

.

Το άγαλμα της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες Η εικόνα από:anthoulaki.blogspot.gr

 

.

.

.

.

.

.

Επιμέλεια της ανάρτησης για το «σπιτάκι της Μέλιας»