Τι να πρωτογράψεις σε ένα χαρτί για τον άνθρωπο που σημάδεψε τη ζωή σου;

Μόνο ένα ταπεινό ευχαριστώ που βγήκες μέσα από τα σπλάχνα του!

Τον Σεπτέμβριο του 1944, οι γερμανοί μπήκαν στο χωριό για αντίποινα, λαμπάδιασαν τα πάντα στο πέρασμα τους, σκοτώνοντας βίαια 149 αθώους ανθρώπους.

Εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα η μικρή Ελισσώ (όπως την φώναζαν χαϊδευτικά )έχασε τον πολυαγαπημένο της πατέρα, το στήριγμα του σπιτιού και το στερνοπούλι της οικογένειας, τον μικρό της αδελφό με την ίδια σφαίρα, που βρήκε τον στόχο της… την «καρδιά» και τους θέρισε τη ζωή στο πέρασμά του ο αδηφάγος χάρος.

Πολύ άδικος και άνανδρος θάνατος για έναν ήρωα πολέμου!

Αλλά και πολύ γλυκός θάνατος…. αγκαλιά με το τρυφερό βλαστάρι του!

Ένα ολόκληρο χωριό αποκαΐδια και η μυρωδιά της καμένης σάρκας τρυπούσε τα ρουθούνια αποπνικτικά για πολλές μέρες. Οι γερμανοί δεν είχαν αφήσει τίποτα όρθιο.

Η μικρή Ελισσώ μέσα στην αγριότητα του πολέμου που σάρωσε την ψυχούλα της, μεγάλωσε κι αντρειώθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Ξέχασε το παιχνίδι, τα γράμματα, τις σκανταλιές κι έχασε για πάντα την ανεμελιά και την αθωότητά της.

Oι δικοί της άνθρωποι είχαν καταρρεύσει από τον πόνο, εκείνη όμως ζώστηκε με πείσμα και αποδείχτηκε αντράκι, σηκώνοντας αγόγγυστα το βάρος της οικογένειάς της στους μικρούς της ώμους.

Η οικογένεια έπρεπε να σταθεί και πάλι στα πόδια της πάση θυσία και της έλαχε ο κλήρος. Ο πατέρας της από «ψηλά» πολύ θα καμάρωνε, γιατί αυτό το παιδί είχε τσαγανό… είχε ΨΥΧΗ!

Με λιωμένα παπούτσια στην αρχή και ξυπόλυτη μετά, κουβαλούσε στις πλάτες της ξύλα και περπατούσε χωρίς ίχνος φόβου, ώρες ολόκληρες, από τον Χορτιάτη μέχρι τη Λίμνη του Αγίου Βασιλείου, για να ανταλλάξει τα ξύλα με λίγα ψάρια.

Όταν κουραζόταν και λιγοψυχούσε, ήταν παιδί, η εικόνα του πατέρα της και του αδελφού της περνούσε μπρος στα μάτια της και αναθάρρευε.

Αγωνίστρια μέχρι το τέλος της «διαδρομής», μέχρι την στιγμή που σφάλισε για πάντα τα μάτια της και είπε «γεια» σε αυτόν τον μάταιο κόσμο και επιτέλους ξεκουράστηκε στην αγκαλιά του Θεού.

Αυτή είναι η δική μου Ελισσάβετ, η Ελισσάβετ της καρδιάς μου, που πόνεσε για να δω εγώ το φως του ήλιου, το γαλάζιο του ουρανού και να «γίνω» άνθρωπος.

Την μητέρα μου την τυράννησα μέχρι να με πάρει στην αγκαλιά της και να με χαρεί, τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης κούτσαινε από το βάρος και κοιμόταν δύσκολα σε μια πολυθρόνα.

Έκλαιγε συχνά και προσευχόταν κάθε μέρα στην Παναγιά, στην «Κυρά» όπως συνήθιζε να την λέει, να πάνε όλα καλά και να γεννηθεί το μωρό ζωντανό.

«Κυρά μου μεγάλο το όνομά σου, αξίωσέ με να γεννήσω αυτό το παιδί, να το κρατήσω στην αγκαλιά μου, κι εγώ θα έρχομαι κάθε χρόνο γονατιστή στη Χάρη Σου».

Και μια μέρα κουρασμένη από το άβολο βάρος μου, έκλεισε εξαντλημένη για λίγο τα πανέμορφα βουρκωμένα μάτια της.

Ξαφνικά … ένα χέρι την άγγιξε τρυφερά στον ώμο και μια γυναικεία φωνή της είπε:

«Μην στεναχωριέσαι Ελισσάβετ το παιδί που θα κάνεις θα το βγάλεις Μαρία»

«Κι αν είναι αγόρι;, ρώτησε η μητέρα μου και πετάχτηκε όρθια, ίσα που πρόλαβε να δει μια γυναικεία σκιά να χάνεται .

Έκανε τον σταυρό της και ξέσπασε σε λυγμούς χαράς και ανακούφισης. Ένιωσε την παρουσία της Παναγίας στο πλευρό της και πήρε δύναμη!

Και γεννήθηκα και από τον πρώτο χρόνο της ζωής μου, ανηφόριζα με την μητέρα μου (σκαρφαλωμένη στην πλάτη της) στην Μεγαλόχαρη, στην Παναγιά της Τήνου.

«Χρόνια πολλά μαμά». Είμαι περήφανη που είμαι κόρη σου!

Σ’ ευχαριστώ που μ’ έκανες «άνθρωπο»…

Μέλια.

Εικόνα «Your True Nature“ έργο του Christian Schloe

.

Κείμενα αφιερωμένα στην μητέρα μου ΕΔΩ