από το βιβλίο  του  Κώστα Π. Μαρίνη.

 ΙΙ. ΡΟΥΜΠΩΜΑ.

Ήτανε νύχτα ακόμα που ξεκίνησε για το Ψηλό Τσιούμπι ο μπάρμπα Φώτης. Πήγαινε να διορθώσει καμιά έλλειψη στο στανοτόπι του,που έπρεπε να ετοιμαστεί από τώρα, γιατί εφέτο θα σμίγανε και θ αρχίζανε το τυροκομιό νωρίς, σαν ήτανε πρώιμη η άνοιξη.

Και να κιόλα: κούκου!…κούκου!… κρυφολάλησε ο κούκος σταπένανtι ξάγναντο καταράχι.

-Μπρέ! ήρθ΄ο κούκος κιόλας, είπ΄ο μπάρμπα Φώτης, ή με γελάνε τ΄αφτιά μου; Μα ο κούκος ξανακούστηκε κοντότερα τώρα και πιο ξάστερα.

– Δε θέλει ρώτημα πως είναι κούκος, είπε φωναχτά ο γέρο Φώτης΄ και με ρούμπωσε κιόλα το παλιόπουλο!

Θυμήθηκε μάνατρίχιασμα* (Θεωρείται απαίσιο προμήνυμα θανάτου ή μεγάλης συφοράς, άμα την άνοιξη που λαλεί ο κούκος στα βουνά τον ακούει κανείς για πρώτη φορά κ΄ είναι νηστικός.

Γιαφτό τις πρώτες μέρες που πρόκειται να ρθει ο κούκος /20-30  του Μάρτη/ όλοι την αβγή που ξυπνάνε τρώνε μια μπουκιά ψωμί για να μην τους ρουμπώσει ο κούκος). 

Ξαφνιάστηκε κι άρχισε σαν ανόρεξα να κόβει πουρνάρια, μα ανήσυχες και δυσάρεστες σκέψεις τον περιτριγυρίζανε, του ρχόσαν επίμονα στο μυαλό,καθώς τα όρνια πέφτουνε στο ψοφήμι.

– Ένας κούκος άνοιξη δε φέρνει! Είπε σε λίγο για νάστειεφτεί κι άρχισε να φράζει εδώ εκεί, να προστένει κανα κλαρί κει που ήτανε χαμπηλή η φράχτη.

– Μα να ναι στ΄αλήθεια πουλί ή να ναι κανα παιδί και προβάρει; απόρησε με κάποια κρυφή ολπίδα, μα »κούκου!» ξαναλάλησε δυο τρεις βολές ο κούκος απάνου στην αχλάδα.

– Κάτι στερνή μου χρονιά θα ναι ! Ψιθύρισε μέσα του ο μπάρμπα Φώτης΄ πρώτη βολά με ρούμπωσε !

Κι άξαφνα:

» Κούκο μου, καλέ μου κούκο

πόσα χρόνια θα μου δώκεις; »

φώναξε όπως ρωτάνε τα παιδιά. Ο κούκος έκαμε να λαλήσει, έβγαλε μια μισοκομένη φωνή και πέταξε γλήγορα γλήγορα σιακείθε.

Η ταραχή του μπάρμπα Φώτη μεγάλωσε’ ο νους του δεν ξεκόλλαγε από κει. Κάπου κάπου κοντοστεκότανε, έκανε το σταβρό του και ψιθύριζε: ‘‘ Θέ μου συχώρεσέ με, κολάστηκα! Έγινα μικρό  παιδάκι… Ακούς θα ξαίρει το παλιόπουλο πόσον καιρό θα ζήσει ο άνθρωπος!… Κύριε ΄Ισού Χριστέ!… »

΄Εφραζε ακόμα, μα δίχως να δίνει και τόσια προσεχή. Η σκέψη εκείνη τον βασάνιζε αδιάκοπα σαν το σαράκι που ροκανάει το ξύλο. Το απαίσιο προμήνυμα τον τάραξε, του κοψε το κουράγιο… Και κει που ανόρεξα έκοβε πουρνάρια για τη φράχτη βλέπει ένα φίδι ξεχωμένο από τις ξιναριές του, που προσπαθούσε να φύγει μουδιασμένο, μισοπαγωμένο.

– Να, και σύ, αποκορωμένο ! είπε, κόβοντάς το στη μέση με το ξινάρι του και ξακολούθησε τη δουλιά του.

Εφραζε άνοιωθά του, μηχανικά, ξέχασε και το φίδι και το φαϊ,που είχε κάμποση ώρα που το ήφερε ο μικρότερος γιος του, ο Δημήτρης, και του φώναζε πως θα κρυώσει.

Τίποτα’ ή  σκέψη του γύριζε όλο στο ρούμπωμα, όπως η πεταλούδα γύρο στο φως. Μια στιμή όμως, που άπλωσε για ένα πουρνάρι, ήστάνθηκε δυνατόν πόνο στο χέρι του που το ξέσουρε γλήγορα, το ήφερε μπρος στο στόμα του κι άρχισε ναν το χουχουλάει.

– Φταίω γω, που δε σάποτέλειωσα, είπε, λιώνοντας τώρα το κεφάλι του φιδιού.

Στερνά, κουρασμένος από τον κόπο και τους βαριούς διαλοϊσμούς, που πήρανε ντουμάνι τώρα με το φιδοδάγκωμα, κάθισε χάμου, άναψε λίγη φωτιά, έβαλε τον πυριόβολο να ζεσταθεί κ΄έκαψε με δάφτονε το πονεμένο μέρος.

Τότε μίλησε του Δημήτρη και τον έστειλε στο χωριό να φωνάξει τον Πανοχρόνη,το γιατρό του χωριού που έμαθε τη γιατρική από τη μάννα του, ναν του ειπεί να ρθεί στο σπίτι ναν του γιατρέψει το χέρι. Στερνά κολάτσισε λίγο, διόρθωσε ακόμα μερικές ελλείψες στους βορούς κι απ΄έφυγε.

Έφτασε στο σπίτι του, όπου ήβρε όξω στην αβλή τον Πανοχρόνη και τον ξάδερφό του τον Αλέξη, που τον ρώτησε μόλις τους χαιρέτησε: τι απόγινε, ξάδερφε;

–  Καλά! του απάντησε κείνος. Το πρόσωπο του μπάρμπα Φώτη φωτίστηκε μόλις τάκουσε, έλαψε από χαρά και γυρίζοντας στον Πανοχρόνη του είπε χαρούμενα: Έλα, Πάνο, κάμε τα γιατροσόφια σου!

Εκείνος έβγαλε απο το μέσα μέρος του σιλαχιού του ένα κουτί γιομάτο περίεργα πράματα, διάφορα παράξενα εργαλεία και κοκαλάκια, διάλεξε ένα, το πέρασε απάνου στο πονεμένο μέρος και χύνοντας λίγο νερό στο κοκκινόχωμα της αβλής κι ανακατώνοντας μ΄ένα μικρουλάκι μαβρομάνικο μαχαίρι, που το βγαλε από το μαγικό κουτί, άλειψε το φαγωμένο χέρι με τη λάσπη που έφτειασε κι άρχισε ναν το ξορκίζει περνώντας απάνου τρεις βολές σε κάθε ξόρκισμα κείνο το μαυρομάνικο μαχαιράκι και μια μάβρη τσατσάρα:

‘ Φίδι !

Σου παράγγειλε η Αγιασοφιά από την Πόλη:

να μαζέψεις τα λουριά σου

και τ αργυροκούλουρά σου

μες στη γης να πας να μπεις

τρεις ημέρες να μη βγεις! »

Το είπε τρεις βολές και στερνά πρόστεσε: » μήτε όμπύασε, μήτε εγκίδα έκαμε στο κορμί του, στο χέρι του!» και : τέλειωσε, είπε, περαστικά σου !

– Φχαριστώ, πολίχρονος! Του απάντησε ο μπάρμπα Φώτης΄ άει μέσα τώρα να φιλεφτείς.

Γυρίζοντας έπειτα στον Αλέξη, τονε ρώτησε;

–  Και πότε-με καλό!- τ άρρεβωνάδια ξάδερφε;

–  Πρώτα ο θεός το Σαββάτο, μου είπανε.

– Η ώρα η καλή και η βλοημένη! φκήθηκε ο μπάρμπα Φώτης.

–  Κ α ι   σ τ α   π ο δ έ λ ο ι π α, Φώτη, του είπε ο Αλέξης. Καλό γαμπρό κάνεις στην κόρη σου, μακάρι και καλές νυφάδες στα παιδιά σου.

–  Φχαριστώ, πολύχρονος, και σε γιούς σου, Αλέξη!.

 Για την αντιγραφή

ΡΟΖΗΣ ΣΟΛΩΝ

 Πηγή:ΜΥΓΔΑΛΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑΣ