Τό βράδυ τής 10ης Απριλίου 1826, χίλιοι περίπου στρατιώτες τής φρουράς, βγήκαν κρυφά από τίς γέφυρες καί κρύφτηκαν στήν τάφρο περιμένοντας τό σύνθημα από τά ρουμελιώτικα στρατεύματα τού Ζυγού.

Αυτοί οι χίλιοι θά κτυπούσαν πρώτοι τά χαρακώματα τών εχθρών. Δέν άργησαν νά ακούσουν τήν ομοβροντία τών όπλων τών Ρουμελιωτών, τήν οποία υπολόγισαν ότι προήλθε από τό μοναστήρι τού Αγίου Συμεών ή Άη Συμιού, όπως τόν έλεγαν τότε οι Μεσολογγίτες.

Πρώτος ξεκίνησε ο Νότης Μπότσαρης μέ τούς γενναίους Σουλιώτες του, φωνάζοντας «Εμπρός! Θάνατος εις τούς βαρβάρους!». Οι δύο του σημαιοφόροι Αργύρης καί Ελένη Μπαϊρακτάρη, ήταν μπροστά γιά νά καθοδηγούν όσους ακολουθούσαν μέσα στό σκοτάδι τής νύκτας.

Η σημαία πού οδηγούσε τούς Έλληνες ήταν δώρο τής Μεγάλης Αικατερίνης τής Ρωσίας στόν μεγάλο αδελφό τού Νότη καί πρωτότοκο γιό τού Γιώργη Μπότσαρη, τόν Τούσια Μπότσαρη, ο οποίος είχε πεθάνει νεώτατος τό 1792.

Οι Σουλιώτες άνοιξαν τόν δρόμο μέ τά σπαθιά στό χέρι. Ακολούθησαν οι άλλες δύο κολώνες. Μά οι Έλληνες είχαν πολλές απώλειες. Οι Τουρκοαιγύπτιοι τού Ιμπραήμ καί οι Τουρκαλβανοί τού Κιουταχή τούς περίμεναν κρυμμένοι μέσα στό σκοτάδι καί τούς έριχναν βροχή τά βόλια.

Η κολώνα τού Νότη Μπότσαρη κινήθηκε πρός τό Μποχώρι (Ευηνοχώρι), όπου ήταν τό στρατόπεδο τών Αιγυπτίων καί η κολώνα τού Δημητρίου Μακρή κινήθηκε πρός τό Αιτωλικό, όπου καραδοκούσαν τά στρατεύματα τού Κιουταχή.

Ο Κίτσος Τζαβέλας προσπάθησε νά πηδήσει μέ τό άλογό του πάνω από τήν τάφρο, αλλά δέν τά κατάφερε καί έπεσε μέσα σέ αυτή. Τό άτυχο ζώο κόλλησε στήν λάσπη καί πέθανε, αλλά ο αναβάτης κατόρθωσε νά γλυτώσει καί μέ τούς στρατιώτες του στό πλευρό του, όρμησε κατά τών εχθρών.

Ξαφνικά ακούστηκε μία φωνή: «Οπίσω, οπίσω! Εις τούς τόπους σας, εις τά κανονοστάσια!». Κανείς δέν μπορεί μέ σιγουριά νά πεί ποιός φώναξε. Τό μόνο σίγουρο είναι ότι προκλήθηκε αναστάτωση, καθώς πολλοί νόμιζαν ότι υπήρχε αλλαγή στό σχέδιο, καί γύρισαν πίσω στό Μεσολόγγι, τό οποίο όμως είχε πλημμυρίσει από τούς στρατιώτες τού Αλλάχ, πού είχαν μπεί στήν πόλη από τίς αφύλακτες ντάπιες.

Η σφαγή πού ακολούθησε ήταν τρομερή. Η εντολή ήταν μαχαίρι γιά όλους τούς άνδρες άνω τών δέκα ετών καί ερήμωση τής πόλης τών γκιαούρηδων.

Οι Μεσολογγίτες πού είχαν κλεισθεί μέσα στά σπίτια τους πολέμησαν μέχρις εσχάτων, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι πού προτίμησαν νά τιναχτούν στόν αέρα μαζί μέ τίς γυναίκες τους καί τά παιδιά τους, παρά νά παραδοθούν στά τουρκικά θηρία πού διψούσαν γιά αίμα καί γιά γυναικεία σάρκα.

Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, πού επέλεξε νά γυρίσει από τή Ζάκυνθο καί νά μείνει στό Μεσολόγγι έπεσε από τούς πρώτους. Ακολούθησαν οι Αθανάσιος Ραζηκότσικας, Νικολός Στορνάρης, Σκαλτσοδήμος, Αντώνιος Ραζής, Μιχάλης Κοκκίνης, Σαδήμας, Γρίβας, Παλαμάς, Μάνθος Τρικούπης, παπά Ζαφείρης, Πέτρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Καρπούνης, Ντίτμαρ (Dittmar), Βάλβης, ο Ιάκωβος Μάγερ (Dr. Johann Jakob Meyer) μέ τά δύο μικρά παιδιά του, o Πρώσσος συνταγματάρχης Ντελωναί (Delaunay) καί όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες πού είχαν κλειστεί στό Μεσογόγγι.

Ο Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής ή Παπαδιαμαντής έβαλε φωτιά στόν υπόνομο, κάτω από τό γεφύρι τής Μεγάλης Ντάπιας τού Μπότσαρη, τήν ώρα πού περνούσαν από πάνω οι Τουρκαλβανοί, παίρνοντας μαζί του στόν άλλο κόσμο δεκάδες από δαύτους.

«Σάν πεινασμένοι λύκοι σέ βαρυχειμωνιά ξεχύνονται καί χυμάνε οι Τουρκαραπάδες μέσα στήν πολιτεία. Μέ τά γιαταγάνια στά χέρια οι Τουρκαλβανοί καί τίς μπαγιονέτες οι Αραπάδες αρχίζουν τό άγριο κυνηγητό τους μέσα στούς δρόμους, στά σοκκάκια. Ψάχνουν τά σπίτια.

Ό,τι ζωντανό βρίσκουν τό θανατώνουν. Λαβωμένους, αρρώστους, γέρους, γριές, τό λεπίδι δουλεύει. Τίς γυναίκες δέν τίς σκοτώνουν, τίς φυλάνες παράμερα. Έχουν τό σκοπό τους. Ξεφωνητά, κλάμματα από τά γυναικόπαιδα. Κραυγές από τούς διώκτες τους, πλημμυρίζουν τήν πόλη. Τό αίμα τρέχει μέσα στούς δρόμους καί φαίνονται οι πρώτες πυρκαϊές στά σπίτια.

Κόλαση σωστή τό Μεσολόγγι. Γκρεμίσματα, στάχτη, καπνός, κουφάρια καί τά σοκκάκια γεμάτα μέ αίματα. Μά ο αφανισμός τών Χριστιανών δέν είναι τόσο εύκολος. Οι άντρες ταμπουρώνονται έστω καί πρόχειρα στά σπίτια καί αρχίζουν νά αντιστέκονται. Μπόλικοι αλλόθρησκοι σκοτώνονται.

Πολλοί Τουρκαραπάδες τραβάνε κατά τά Καψαλέικα σπίτια. Εκεί πού έχει κλειστεί ο Καψάλης καί τούς προσμένει. Γιά νά προκαλέση ο γέρο Χρήστος τόν εχθρό, βγαίνουν οι γυναίκες στά παράθυρα. Αυτές προτιμάει ο εχθρός γιά νά τίς πουλήση στά σκλαβοπάζαρα. Συνάζονται γύρω αρκετοί Τούρκοι. Από κοντά τρέχουν καί οι Αραπάδες. Πού νά ξέρουν τί τούς καρτεράει.

Ο Καψάλης παρακολουθεί από τό παράθυρο. Οι συναγμένοι ολόγυρα είναι τόσοι πού τόν φτάνουν πιά. Μέ τό δαυλό αναμμένο στό χέρι, μπαίνει στή μπαρουταποθήκη. Από κοντά του πηγαίνουν πολλοί από εκείνους πού έχουν κλειστεί μαζύ του. Έφτασε η στιγμή τής μεγάλης θυσίας.

– «Μνήσθητί μου Κύριε!»

Ο Καψάλης ζυγώνει τό δαυλό σέ ένα ανοιχτό μπαρουτοβάρελο. Λάμψη, καπνός καί κρότος τραντάζει τή γή. Η φωτιά σμίγει γή καί ουρανό. Κουνιέται συθέμελα ο τόπος. Ολοτρόγυρα τά πάντα σωριάζονται. Σέ μεγάλη περιοχή γκρεμίζονται τά σπίτια. Καί κάτω από τά γκρεμίσματα αμέτρητα κουφάρια.

Ο δεσπότης Ιωσήφ, μέ άλλους πολεμιστές καί κάμποσα γυναικόπαιδα κύτταξε πού θά μπορούσε νά κλειστή. Μαζύ του ήταν καί ο Γεώργης Τζαβέλας, ξάδελφος τού Κίτσου. Αποκόπηκε από τή φρουρά κι έμεινε ξωπίσω. Είχε μαζύ του καί μερικά παλληκάρια. Ο Τζαβέλας φεύγει καί καταφέρνει νά πάει στή Δερβέκιστα καί νά γλυτώσει. Ο Ιωσήφ μέ τά γυναικόπαιδα καί μερικούς πολεμιστές περνάει στόν Ανεμόμυλο, ενά μικρό νησάκι.

Οι Τουρκαραπάδες ξεχύνονται κατά κεί. Νά πατήσουν τόν Ανεμόμυλο. Μά οι πολεμιστές, ταμπουρωμένοι μέσα, τούς θερίζουν. Κοκκινίζει ολόγυρα η θάλασσα από τό εχθρικό αίμα. Πολλά κουφάρια βρίσκονται στόν αφρό τής λιμνοθάλασσας. Ματώνει τά χείλια του ο Ιμπραήμ από τό κακό του. Χιλιάδες Αραπάδες κουλουριάζουν τό μικρό νησάκι γιά νά τό πατήσουν. Είναι πολύς ο εχθρός καί οι κλεισμένοι λίγοι. Δέν μπορούν νά βαστάξουν άλλο.

– «Ο θάνατος μάς απομένει.»

Τούς έχουν απομείνει μερικά βαρέλια μπαρούτη. Όλοι οι κλεισμένοι συνάζονται γύρω από τόν δεσπότη. Αυτός μέ άτρομο χέρι παίρνει τόν δαυλό καί τόν κατεβάζει. Φλόγες ξεπετιώνται, μαύρος καπνός, ο μύλος γκρεμίζεται, ταρακουνιέται τό νησάκι.

Όταν μπαίνουν στήν γκρεμισμένη πόλη οι πασάδες βρίσκουν τούς δρόμους καί τά σοκκάκια γεμάτα πτώματα. Μπαίνοντας ο Ιταλός γιατρός τού Ιμπραήμ δίνει μία φοβερή περιγραφή στό τί αντίκρυσε. Χριστιανό ζωντανό δέν συνάντησε μέσα στό Μεσολόγγι. Παντού νεκροί.

Ο μανιασμένος εχθρός αφού τελείωσε μέ τούς ζωντανούς, τώρα καταπιάνεται μέ τούς νεκρούς. Ανασκάβουν τούς τάφους τού Μάρκου Μπότσαρη, τού Βύρωνα, πού έχουν θάψει τά σπλάχνα του, τού φιλέλληνα Γερμανού Νόρμαν. Πετάνε τά οστά έξω από τούς τάφους. Ο εγγλέζος πρόξενος στήν Πάτρα, ο Φίλιππος Γκρήν, βρίσκεται κι αυτός κοντά στόν Ιμπραήμ. Όπως περνάει από τόν τάφο τού Μπότσαρη, βρίσκει τόν σκελετό έξω. Απλώνει καί βγάζει από τό νεκροκέφαλο τού ήρωα δύο δόντια. Τά παίρνει γιά ενθύμιο.»

Τάκη Λάππα – Μεσολόγγι

Πηγή:agiasofia