Η παράδοση της Ακρόπολης στο ελληνικό κράτος ολοκληρώθηκε και ο Νέζερ, ως υπολοχαγός του βαυαρικού βασιλικού επικουρικού στρατού έγινε «ο πρώτος χριστιανός φρούραρχος του κεκροπείου άστεως«, όπως περιέγραψε στα απομνημονεύματα του.

«Όταν ο ήλιος έδυσε πέρα από τα βουνά της Πελοποννήσου«, συνέχιζε ο Νέζερ, «και γεμάτο το φεγγάρι ανέτειλε πάνω από το Λυκαβηττό και σκόρπισε το μελιχρό του φως στην Αττική και στα εν μέσω αθλίων καλυβών υπερήφανα ερείπια, τότε έστησα κι εγώ το κρεβάτι μου κάτω από τις γιγάντιες κολώνες του Παρθενώνα.

Ένα κομμάτι κολόνας ήταν το προσκέφαλο μου και μια ψάθα το στρώμα μου. Ονειρευόμενος μ’ ανοιχτά μάτια, έβλεπα έκπληκτος τον άρχοντα Περικλή πάνω στην Ακρόπολη, το Σωκράτη και τους μαθητές του, τον Ευριπίδη, το Δημοσθένη και άλλους τόσους και τόσους άνδρες της ενδόξου Ελλάδας, που πλανιόντουσαν κάτω από τις κολόνες, έως ότου διέλυσαν την αχλή από τα μάτια μου οι στρατιώτες.

Καθισμένοι στα κομματιασμένα μάρμαρα, ιστορούσαν χίλια πράγματα για την πατρίδα. Αλλά ήδη έκλειναν τα κουρασμένα βλέφαρα μου και οι κρωγμοί της κουκουβάγιας, που τάρασσαν ακόμη τ’ αυτιά μου, με βεβαίωναν κι αυτοί ότι ήμουν ξαπλωμένος στην κλασική γη.

Η ψυχρή πρωινή αύρα με ξύπνησε πολύ νωρίς και πριν ο ήλιος σύρει το άρμα του πάνω από τον Υμηττό. Ανοίγοντας τα μάτια, είδα το μεγαλοπρεπή Παρθενώνα με τις ψηλές κολόνες της πρόσοψης και τις σωρούς των μεγάλων και μικρών κομματιών μαρμάρου που κάλυπταν όλη την Ακρόπολη και νόμισα αληθινό θαύμα το πώς μπόρεσαν να ξεφύγουν από τον όλεθρο του χρόνου οι θαυμάσιες εκείνες κολόνες.

Και την ημέρα αυτή, πολύ πρωί, ήρθε σε μένα, στην Ακρόπολη, ένας Χιώτης ναυτικός, που ονομαζόταν καπετάν Δημήτρης, και που το μικρό του τρεχαντήρι ήταν αγκυροβολημένο στον Πειραιά. Συνοδευόταν από το γιο του και έφερνε μια σημαία γαλάζια με λευκές ζώνες και στη μέση σταυρό μ’ ένα κοντάρι«.

Ο γιος του καπετάνιου, που μιλούσε θαυμάσια τα ιταλικά, ικέτεψε τον Νέζερ να υψώσουν στον Παρθενώνα τη σημαία της Ελλάδας. «Το’ χει τάξει ο πατέρας μου», του είπε με μάτια βουρκωμένα.

Μερικοί στρατιώτες βοήθησαν κι έτσι υψώθηκε για πρώτη φορά η ελληνική σημαία στον Παρθενώνα. «Δάκρυα χαράς έπεφταν από τα μάτια του γηραιού θαλασσινού την ώρα εκείνη«, περιέγραφε ο Νέζερ, «εγώ δε μετά από λίγο διέτρεξα την Ακρόπολη και έβλεπα τα συσσωρευμένα φύρδην-μίγδην μάρμαρα. Σ’ εκείνο τον κυκεώνα, ανάμεσα σε κιονόκρανα, κομματιασμένες στήλες, μικρά και μεγάλα μάρμαρα, ήταν και σφαίρες κανονιών, κομμάτια όλμων, ανθρώπινα κρανία και άλλα οστά«, τα οποία περισυνέλεξαν οι στρατιώτες και τα έθαψαν σ’ ένα υπόγειο νότια της Ακρόπολης.

Πηγή: ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΧΩΡΑΝΕ

Απόσπασμα από την ανάρτηση «Όταν η Αθήνα ήταν ένα τουρκοχώρι στην καρδιά της ελεύθερης Ελλάδας και οι Αθηναίοι δεν ήξεραν τι είναι το κάρο – Η απελευθέρωση της πόλης στις 31 Μαρτίου 1833»

το «σπιτάκι της Μέλιας»