ΘΡΑΚΗ

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Αύγουστος 1924…..

Ήτανε Αύγουστος του 1924 ο τελευταίος μήνας αυτού του ζεστού και κουραστικού καλοκαιριού κι ο καιρός άρχισε να δροσίζει λίγο.

Κόντευε Σεπτέμβριος, ερχόταν η κατάλληλη εποχή για την μετακόμιση των ανθρώπων από τη Β. Θράκη στην Μακεδονία.

Οι γονείς της μικρής Σταματίας, του μικρού Χρήστου, και πέντε ακόμη παιδιών όπως και πολλοί άλλοι γονείς είχαν μάθει την απόφαση των πολιτικών για την αλλαγή των συνόρων, δηλαδή ότι τα σύνορα θα τελείωναν στην Β. Μακεδονία κι είχαν προβλέψει ότι πρέπει να φύγουν.

Η 6χρονη Σταματία είχε μάθει τελευταία την είδηση της μετακόμισης, μα δεν ήξερε το λόγο που φεύγουν. Κανείς δεν της απαντούσε σ’ αυτή την ερώτηση.

Ήταν όλοι τους πολύ στεναχωρημένοι μα προσπαθούσαν να μη το δείχνουν. Ήθελαν να είναι αισιόδοξοι. Ώσπου μια μέρα….

-Σταματία γιατί κλαίς; τι σ’ έπιασε τώρα και γιατί είσαι μες τις λάσπες;

– Α! Ρε Κατερίνα, μ’ αρέσει που ρωτάς κιόλας, λες και δεν ξέρεις! Μετακομίζουμε, φεύγουμε από εδώ για πάντα. Για πάντα! Δεν σου λέει τίποτα αυτό; Και εκτός απ’ αυτό δεν μας λένε και το γιατί. Έχουμε το δικαίωμα να ξέρουμε γιατί φεύγουμε απ’ την πατρίδα μας. Όλη μέρα αυτό σκεφτόμουν και καθώς πήγαινα στα χωράφια δεν πρόσεξα κι έπεσα μες τις λάσπες. Το θεωρείς παράλογο;

– Όχι βέβαια. Κι εγώ στεναχωριέμαι. Ηρέμησε, μην κλαις, κάτι θα κάνουμε και θα το ανακαλύψουμε. Εμείς πάντα σκεφτόμαστε κάτι, έτσι δεν είναι;

-Ναι, καλά, για σένα είναι όλα εύκολα επειδή είσαι μεγάλη.

-Σιγά τη μεγάλη, μόνο 13 χρονών είμαι και εκτός αυτού αν θέλεις, όλα τα καταφέρνεις. Αν πάλι θες πια τόσο πολύ να μάθεις το λόγο, μπορούμε να φωνάξουμε και τα άλλα αδέλφια μας και κάτι φίλους και να πάμε το βράδυ να κρυφακούσουμε τι θα πούνε στη συγκέντρωση τους οι μεγάλοι! -Ουάου! Καταπληκτική ιδέα! Πάω να φωνάξω τα παιδιά.

– Στάσου περίμενε…

– Πάω…

– Ουφ, τέλος πάντων. Σημασία έχει ότι σταμάτησε να κλαίει. Έτσι όταν ήρθε το βράδυ….

– Γρήγορα παιδιά, ελάτε!

– Κατερίνα! Κατερίνα! Τι λένε;

– Σταματία! Μη φωνάζεις, θες να μας καταλάβουν; περίμενε ν’ ακούσω και θα σου πω…

– Τι λένε βρε παιδιά; Κάτι για σύνορα ακούω.

– Άσε Χρήστο, κατάλαβα τι εννοούνε. Οι πολιτικοί αποφάσισαν ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι μέχρι τη Βόρεια Μακεδονία.

– Τι ;;;

– Τι ;;; Δεν είναι δυνατόν! Θα πάω εκεί και θα τους δείρω αυτούς τους πολιτικούς. Είναι κακοί! Δεν τους αγαπάω!

– Σταματία, ηρέμησε! Δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα και πάλι όταν φύγουμε θα σκορπιστούμε.

– Γιατί ;

– Γιατί δεν χωράμε όλοι σε ένα μέρος. Είμαστε πάρα πολλοί.

– Ωχ ! Έχουμε να περάσουμε περιπέτειες….

– Και να φανταστείς την μεθεπόμενη εβδομάδα, φεύγουμε…

– Όχι! Όχι ! Όχι ! Δεν θα το επιτρέψω να συμβεί αυτό. Να φύγουμε από τον τόπο που μεγάλωσα!

– Πως μεγάλωσες καλέ, έχεις ακόμα να μεγαλώσεις…

– Χρήστο δεν είναι η ώρα για να την κοροϊδέψεις. Δεν βλέπεις ότι κλαίει;

– Καλά ντε, συγνώμη!…

– Λοιπόν, παιδιά, ως μεγαλύτερη σας λέω ότι είναι αργά και πρέπει να πάμε να κοιμηθούμε. Αν δεν μας βρουν οι γονείς μας στο σπίτι, θα τρομάξουν και θα νομίσουν ότι πάθαμε κάτι.

– Ναι, δίκιο έχεις…

– Ναι! Ναι! Σωστά, η Κυριακή έχει δίκιο. Πάμε στα σπίτια μας, άντε γεια. Τα λέμε αύριο.

– Γεια!

– Γεια !

– Καληνύχτα

– Καληνύχτα σε όλους σας και εύχομαι να βρούμε κι εμείς μια λύση με την επαναστάτρια αδελφή μου….

Σεπτέμβριος 1924….

Μια εβδομάδα αργότερα όλοι ετοιμαζόντουσαν να φορτώσουν τα πράγματά τους στα κάρα. Η Σταματία και η Μάρω όμως αρνιόντουσαν να βοηθήσουν.

– Κορίτσια γιατί δεν βοηθάτε; Όλα εμείς θα τα κάνουμε;

– Τι λες μωρέ; φεύγουμε που φεύγουμε απ’ τον τόπο που γεννήθηκα να βοηθήσω κιόλας;

– Αυτό ξαναπές το ξαδέρφη! Αρνούμαι το παιδί μου να γεννηθεί σε άλλο τόπο! Είπε η ξαδέρφη τους, η Μάρω που ήταν έγκυος.

– Μπράβο Μάρω! Είδατε έχουμε και άλλον με το μέρος μας.

– Σταματία τους παρασύρεις όλους! Της είπε η αδερφή της η Κατερίνα, όπως την έλεγαν όλοι. Αλλά αυτή δεν άκουγε κανέναν. Δεν μπόρεσε όμως να κάνει κάτι κι έτσι αναγκαστικά την επόμενη εβδομάδα τους ακολούθησε. Βασικά την πήραν μαζί τους με χίλιους κόπους….

– Σταματία σε παρακαλώ έλα, μην κάνεις σαν μωρό..

– όχι δεν έρχομαι.

– Παιδιά, νομίζω ότι πρέπει να την πάμε στο κάρο αγκαλιά!

– Αφήστε με κάτω τώρα!

– Ελάτε παιδιά, φτάσαμε!

– Ξεκινήστε, ανέβηκε και ο τελευταίος.

Τότε τα άλογα ξεκίνησαν να τρέχουν και η μικρή Σταματία έκοψε γρήγορα τρία λουλούδια που ήταν εκεί δίπλα της, πήρε μια χούφτα χώμα και τα έβαλε σε ένα γυάλινο βάζο.

Ύστερα καθώς αποχαιρετούσε τη Θράκη και κάποια ζωάκια που ήταν φίλοι της, κλαίγοντας, κοιτούσε τα ερημωμένα σπίτια και υποσχέθηκε ότι το βάζο με τα λουλούδια της και το χώμα θα το κρατήσει για όλη της τη ζωή, για να θυμάται την πατρίδα της και όσα έζησε εκεί.

Σε λίγο η ώρα πέρασε και οι άνθρωποι βγήκαν από τα κάρα για να φάνε μεσημεριανό. Η Σταματία όμως δεν πεινούσε. Δεν είχε όρεξη για τίποτα.

– Τα άλογα κουράστηκαν. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε. Πρέπει να διανύσουμε τουλάχιστον ογδόντα χιλιόμετρα συνεχόμενα. Άρα θα περάσουμε την υπόλοιπη μέρα εδώ.

– Εντάξει, τώρα θα ταΐσουμε τα άλογα και θα τους φέρουμε νερό για να πιουν μέχρι να ξεκουραστούν. Το απόγευμα κατά το βράδυ θα ξεκινήσουμε για να φύγουμε. Κατά τις 11 με 12, μπορεί και πιο νωρίς, τη νύχτα θα σταματήσουμε πάλι και θα ψάξουμε να βρούμε μέρος να διανυκτερεύσουμε.

– Ωραία, έως εδώ καλά θα είμαστε. Από εκεί και πέρα όμως;

– Τι εννοείς ;

– Όταν θα φτάσουμε στον προορισμό μας, δεν θα είναι όλα εύκολα. Οι άνθρωποι εκεί δεν θα μας δεχτούν και σαν ήρωες. Έχουμε ν’ ακούσουμε… εκτός απ’ αυτό, δεν νομίζω να ζήσουμε όλοι μαζί. Είμαστε πολλοί, αποκλείεται να χωρέσουμε σε ένα μέρος..

– Ναι, ναι! Φοβάμαι ότι από ένα σημείο και μετά θα πρέπει να χωριστούμε σε 4 ομάδες και θα διαλέξουμε 1 αρχηγό για κάθε μία. Τότε θα κινηθούμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

– Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι…

– Ακριβώς, ότι δεν θα ζούμε πια όλοι μαζί! Λυπάμαι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συναντιόμαστε πια. Θα οργανώνουμε πολύ συχνά συγκεντρώσεις.

– Ε!! Κυριακή, άκουσες τι είπαν οι μεγάλοι;

– Ναι, πρέπει να το πούμε επειγόντως στη μικρή, θα την ενδιαφέρει.

– Τι λες ρε Μάρω! Αν το ακούσει θα θυμώσει ακόμα περισσότερο.

– Μην ανησυχείτε το άκουσα. Εδώ είμαι και εγώ.

– Τι ;;; Σταματία… κοίτα, δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα.

– Όχι, όχι μη στεναχωριέσαι. Δεν πρόκειται να κάνω φασαρία…ίσα ίσα το αποφάσισα. Δεν θα κάνω τίποτα ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Και να το ξέρετε όλοι σας ! Θα φύγω απ’ το καραβάνι ΘΑ ΦΥΓΩ ! Θα κατευθυνθώ βορειοδυτικά. Έτσι μπορεί να βρω κάποιο μέσο να επιστρέψω πχ κάποιο άλογο.

– Βορειοδυτικά έχει μία λίμνη…

– Τέλος πάντων, σας το λέω. Δεν θα με ξαναδείτε!

– Ρε συ, Κυριακή, δεν νομίζεις ότι παραπάει αυτή η ιστορία;

– Μην ανησυχείς Μάρω, παιδί είναι. Θα της περάσει. Τι το επικίνδυνο μπορεί να κάνει;Το βράδυ….

– Ανεβείτε όλοι φεύγουμε…

Λέγανε όλοι και μετρούσαν τους ανθρώπους για να σιγουρευτούν ότι δεν λείπει κανείς.

Σε λίγη ώρα ο αρχηγός του καραβανιού, τους είπε ότι περνάνε από το «άγριο δάσος» , όπως το λέγανε, το οποίο είχε πολλά άγρια ζώα, ξερά δέντρα, ακόμη υπήρχε κι ένας θρύλος για ένα κορίτσι που χάθηκε εκεί πριν 5ο χρόνια και τώρα κάθε βράδυ, ακούγεται η απελπισμένη φωνή της για βοήθεια.

Για αυτό τους συμβούλεψε, να μην βγουν ούτε για λίγο έξω από το κάρο. Και για να μην υπάρξει κίνδυνος με τα μικρά παιδιά, να τα απασχολήσουν με κάτι άλλο ή να τα βάλουν για ύπνο.

– Ρούλα, Κυριακή, Μάρω. Εσείς είστε οι πιο μεγάλες, σίγουρα θα ξέρετε γιατί τρέχουν τόσο γρήγορα τα άλογα!

– Είναι γιατί περνάνε το «άγριο δάσος». Εκείνο με το θρύλο!

– Τι ;;; Βοήθεια! Φοβάμαι!

– Μην στεναχωριέσαι, θα είμαστε απόλυτα ασφαλείς.

– Μαμά , δε θέλω να μας φάνε τα άγρια ζώα!

– Ούτε εγώ…

– Παιδιά μη φοβάστε! Δεν είναι σίγουρο ότι ο θρύλος είναι αληθινός. Οι άνθρωποι παλιά βγάζανε ιστορίες από το μυαλό τους, τις οποίες τις λέγανε τόπο πολύ καιρό ώστε στο τέλος τις πίστευαν και οι ίδιοι. Άντε τώρα, πηγαίνετε για ύπνο και εγώ θα σας πω την αγαπημένη σας ιστορία.

– Ναι.. ζήτω!

– Ζήτω! Στα περισσότερα κάρα τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Όμως στο κάρο νούμερο 8, βρισκόταν η Σταματία η οποία δεν ήταν όπως τα άλλα παιδιά. Αυτήν δεν την φόβιζαν οι θρύλοι και ποτέ δεν αστειευόταν.

Τις αποφάσεις που έπαιρνε τις έπαιρνε πολύ γρήγορα, κι αυτή τη φορά, θα έκανε καθαρή τρέλα, θα έφευγε από το καραβάνι έστω στη μέση του «άγριου δάσους».

Έτσι περπάτησε σιγά-σιγά προς την έξοδο, πήρε φόρα και πήδηξε από το κάρο. Μπροστά στα μάτια της έβλεπε το καραβάνι να φεύγει κι είπε :

– Εγώ το’ χα πει, κανείς δεν θα με απομακρύνει ποτέ απο την πατρίδα μου. Και ένιωσε ότι ήταν γενναία και χάρηκε πάρα πολύ. Η χαρά της όμως αυτή θα της κοβόταν μαχαίρι. Μετά από λίγα λεπτά νύχτωσε και το σκοτάδι απλώθηκε στο δάσος.

Ο καιρός έγινε πιο κρύος και το κορίτσι ένιωθε μια ανατριχίλα να διαπερνά όλο της το σώμα κι όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο τρομακτικό γινότανε το τοπίο. Οι νυχτερίδες και οι κουκουβάγιες βγήκαν κι άρχισαν να πετούν στον μαύρο ουρανό, τα νυχτόβια ζώα άρχισαν να τριγυρίζουν στο δάσος κι όλα αυτά φαινόντουσαν τεράστια στα μάτια του μικρού κοριτσιού. Τότε τα σύννεφα έκρυψαν το φεγγάρι και τότε κυριαρχούσε το απόλυτο σκοτάδι.

– Αμάν! τι είναι αυτό το ιπτάμενο ποντίκι κι όλα αυτά τα τέρατα; κι αυτά τα ξερά δέντρα θα με κάνουν κομματάκια! Τι ;;; τι έγινε το φεγγάρι ;;; κρύφτηκε δεν το βλέπω! Αχ! Κάτι πάτησα. Δεν βλέπω που πάω. Ααααα!

Μ’ έπιασε η κακιά ξερή λεύκα. Βοήθεια ! Μαμά ! Κατερίνα ! Ρούλα ! Κυριακή ! Τι χαζομάρα έκανα; δεν έπρεπε να φύγω. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά. Έπιασε μια τρομερή βροχή, με κάτι αστραπές, που ακούγονταν σα βόμβες!

Και σε λίγη ώρα το νερό έφτασε μέχρι το γόνατο. Το χειρότερο όμως ήρθε ύστερα. Ο θρύλος που ήξερε για εκείνο το κορίτσι που χάθηκε και δεν το ξαναείδε κανείς και που το πνεύμα της φωνάζει ακόμη βοήθεια επαληθεύτηκε.

Ακουγόντουσαν απελπισμένες φωνές που σου σπάραζαν τη καρδιά και πάνω σε ένα δέντρο ήταν το κολιέ κι ένα κομμάτι ρούχου από το κορίτσι εκείνο. Τότε γεννήθηκαν μέσα της απορίες μήπως θα γινόταν και αυτή σαν εκείνο το παιδί. Δεν ήθελε να ξέρει….

Εν τω μεταξύ, στο καραβάνι πήραν χαμπάρι ότι έλειπε η Σταματία και κάνανε μεταβολή προς το «άγριο δάσος». Όλοι ήταν πολύ ανήσυχοι. Ευτυχώς όμως, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο έφτασαν. Η νύχτα δεν τους επέτρεπε να δουν.

Έτσι δοκίμασαν να ανάψουν τα κεριά αλλά η βροχή τα έσβηνε. Όμως και πάλι δεν είχαν χαθεί όλες οι ελπίδες. Η φωνή της Σταματίας που φώναζε βοήθεια ακούστηκε. Έτσι ακούγοντας προσεκτικά την βρήκαν.

Το ρούχο της είχε γαντζωθεί στο δέντρο. Έτσι με προσοχή την ελευθέρωσαν και την πήραν στο κάρο όπου εκεί είχε και φως και ζέστη. Η καημένη όμως είχε πάθει τέτοιο σοκ, που δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια της.

– Σταματία, Σταματία, άνοιξε τα μάτια σου, εγώ είμαι η Κατερίνα, η αδερφή σου και είσαι μέσ’ το κάρο. Μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι εδώ!

– Ε ! τι έγινε;

– Χάθηκες στο «άγριο δάσος». Το καταλάβαμε έγκαιρα. Έτσι επιστρέψαμε να σε βρούμε.

– Δηλαδή είμαι καλά;

– Ναι βέβαια..

– Γιούπι ! Είμαι καλά, είμαι καλά. Συγνώμη για όλα όσα σας έκανα και σας υπόσχομαι ότι δεν θα το ξανακάνω ποτέ ! Πάντα θα ακολουθώ την ομάδα μου και δεν θα φεύγω γιατί αυτή ξέρει που θα ζήσουμε,ε καλύτερα.

Επίσης, κατάλαβα ότι δεν πρέπει να στεναχωριέμαι που φεύγουμε γιατί βασικά δεν αφήνω πίσω μου τη Θράκη γιατί όλοι εμείς αποτελούμε ένα κομμάτι της και ο τρόπος ζωής και τα έθιμά μας είναι ένα μέρος της. Έτσι θα είναι πάντα στη μνήμη μας και στη καρδιά μας κι ο τόπος που ζήσαμε θα είναι διαθέσιμος να τον επισκεφτούμε.

– Αυτή η περιπέτεια σε έκανε πολύ πιο ώριμη….

– Ναι, ναι..

Η ώρα ήταν 12 τα μεσάνυχτα και η Σταματία χρειαζόταν ξεκούραση. Έτσι άλλαξε, πλύθηκε και πήγε για ύπνο. Ήταν μια πολύ κουραστική μέρα. Από τότε και πέρα σε όλη της τη ζωή τήρησε την υπόσχεση της και η Θράκη ζούσε πάντα μέσα στη καρδιά της!


Παναγιώτα Στεφούδη

13° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

Πηγή: Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης