+δ+__Ζ+¦_Ν +ι+-_Β+-+-_Ξ+_+¦ 4

Ένα παραμύθι ζωγραφισμένο από παιδιά!!

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως λέει και η γιαγιά μου, σε μια μακρινή άσπρη χώρα, τη Χιονόπολη, που δεν έχω πάει ακόμα και δε με νοιάζει, ζούσε ένα μικρούλι αρκουδάκι.

Ένα τόσο δα, άσπρο χνουδωτό αρκουδάκι, με μουτζουρωμένη, πλακουτσωτή, στραβή μύτη, που το έλεγαν… Γλυκουλίνι.

Γιατί Γλυκουλίνι;

Γιατί έτσι μ’ αρέσει να το λένε και γιατί το παραμύθι είναι δικό μου και το γράφω εγώ… για όλους μας.

Όλα εκεί… στη Χιονόπολη ντε… ήταν άσπρα!

Άσπρα τα σπίτια, άσπρο το χώμα, που μια βούλιαζε, μια γλίστραγε, άσπρο παγωμένο το νερό, άσπρη χιονάτη η βροχή, που έπεφτε συνέχεια, έτσι άσπρο, αλλά χνουδωτό, όπως όλα τα αρκουδάκια και το Γλυκουλίνι.

Ξέχασα να σας πω, ότι δέκα αρκουδοπατημασιές πιο κάτω, ζούσε ο κολλητός του φίλος. Μια μικρή άσπρη φώκια, γεμάτη μαύρα μουστάκια, που τη έλεγαν Μουσούδω και που αυτή, δεν ήταν χνουδωτή!

Ο καθένας λοιπόν, έμενε στο σπίτι του, που ήτανε φτιαγμένο, από άσπρα μεγάλα χιονότουβλα.

Μόνο μετά από ένα γερό ψαροφάϊ, που φούσκωνε η κοιλιά τους και βαριόντουσαν να πάνε να αγοράσουν κάτι χωνευτικό, κοιμόντουσαν εκεί έξω… σαν τα ζώα.

Αφήστε που δεν μπορούσαν, να κουνηθούν από το πολύ φαί, γιατί η κοιλιά τους έβρισκε, στο άσπρο χώμα. Τέτοιο φούσκωμα είχανε σας λέω!

Κάθε πρωί, το έριχναν στο παιχνίδι. Όλη μέρα έπαιζαν.

Έπαιρναν φόρα από τα ψηλά χιονόβουνα, έκαναν τσουλήθρα στο χιονόχωμα και παραβγαίνανε, στις απλωτές και στις ανάσκελες βουτιές, μέσα στα πεντακάθαρα ασπρόνερα.

Τους άρεσε πολύ, να βγαίνουν πάνω από τα νερά, με ένα ψαρομεζέ στο στόμα και με τα μουστάκια τους βρεγμένα, να έχουν γίνει κάγκελο, από το παγωμένο νερό.

Όταν όμως κουραζόντουσαν, από το πολύ παιχνίδι και λαχάνιαζαν, από τις πολλές βουτιές, ξάπλωναν να στεγνώσουν. Και περίμεναν την καλημέρα του ήλιου, που ήταν, όχι άσπρος παρακαλώ, όπως όλα τα άλλα στη Χιονόπολη, αλλά κίτρινος, μεγάλος και φωτεινός και όταν χαμογελούσε, έκαιγε πολύ. Έκαιγε τόσο πολύ, που έτσι στέγνωναν, οι δύο φίλοι τη βρεγμένη γούνα τους και ζέσταιναν, το κοκκαλάκι τους και τα παγωμένα μουσούδια τους.

Όλα αυτά λοιπόν, οι δύο φίλοι, τα έκαναν αραχτοί και με βοήθεια, μόνο το χαμόγελο του κίτρινου ήλιου, που το έπαιζε σεσουάρ και σόμπα μαζί.

Όμως κάθε φόρα, που έκαιγε ο ήλιος, όλα στη Χιονόπολη άλλαζαν, βρώμιζαν και γέμιζαν οι δρόμοι λάσπες και λακκούβες, με παγωμένο βρωμόνερο.

Ξέρετε γιατί; Γιατί ο ζεστός ήλιος, έλιωνε τα χιόνια, αλλά μόνο για λίγο.

Ευτυχώς! Αλλιώς τη Χιονόπολη, θα τη λέγανε Βρωμόπολη!

Μόλις όμως ο ήλιος νύσταζε, κουραζόταν κι αυτός βλέπετε και πήγαινε για ύπνο, όλα σκοτείνιαζαν σιγά σιγά.

Το φως έσβηνε και για να μην κουτουλάνε όλοι μεταξύ τους και κάνουνε καρούμπαλα, το έριχναν στο τραγουδοροχαλητό… σαν τον μπαμπά μου.

Και τότε οι δυο φίλοι, έκλειναν τ’ αυτιά τους με βαμβάκι, όπως κάνει η γιαγιά μου.

Έπιναν ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο, όπως η μαμά μου.

Και έχωναν το κεφάλι τους βαθιά στο χιόνι, για να μην ακούνε τα ροχαλητά των άλλων, όπως… όπως δεν ξέρω σαν και ποιόν, πειράζει;

Μια μέρα όμως, ο καλός ήλιος δεν πρόσεξε, ξεσπεπάστηκε το βράδυ που κοιμόταν, ίδρωσε, ήπιε πολύ κρύο νερό όταν δίψασε και… και αρρώστησε βαριά.

Έβηχε, πονούσε ο λαιμός του και δεν μπορούσε να καταπιεί… ούτε το σάλιο του. H φωνή του έγινε σαν του βατράχου!

Και να ήτανε μόνο αυτά!

Βούλωσαν και τ’ αυτιά του, δεν άκουγε σχεδόν τίποτα, έτρεχε η μύτη του σα βρύση χαλασμένη και είχε κόκκινα μάτια, από τον πολύ πυρετό.

Έτσι, δεν μπορούσε να πει χαμογελαστές καλημέρες στη Χιονόπολη και τόριξε στον ύπνο και στα φάρμακα, για να γίνει γρήγορα καλά.

Τότε όμως, είχε όλο βράδυ και έκανε όλο κρύο.

Κανένας δεν μπόρεσε να ξυπνήσει στη Χιονόπολη, εκείνο το πρωί. Όλοι είχαν παγώσει απ’ έξω σαν τον πάγο, όπως ο Χιονάνθρωπος και κοιμόντουσαν βαθιά.

Α! ξέχασα να σας πω, πως η Ηλιομαμά, έδινε συνέχεια, ζεστό γάλα με μέλι στον άρρωστο ήλιο, για να γίνει γρήγορα καλά.

.

Ξέρετε, το γάλα με το μέλι, είναι ένα παλιό φάρμακο, που το δίνουν πάντα οι μαμάδες στα παιδάκια τους, όταν είναι άρρωστα και πονάει ο λαιμός τους.

Έχουν κάτι περίεργες ιδέες, μερικές φορές…

Ζεστό γάλα με μέλι;

Μπλιάχ! Αηδία!

Μεταξύ μας δεν πίνεται με τίποτα αυτό το πράγμα και μάλιστα με το ζόρι, ειδικά όταν είσαι άρρωστος.

Παράξενο φάρμακο. Για να σου περάσει ο πονόλαιμος και ο βήχας, πρέπει να κάνεις… εμετό… το γάλα!

Αλήθεια σας λέω, το έπαθα κι εγώ. Όχι μόνο μια φορά. Θάλεγα και δυο φορές.

Και θα το πάθω κι άλλες ακόμη, γιατί δυστυχώς, εμείς τα παιδάκια δεν προσέχουμε καθόλου και έτσι, αρρωσταίνουμε συνέχεια.

.

Ο καημένος ο ήλιος, ήπιε τόσο ζεστό γάλα με μέλι, φούσκωσε τόσο πολύ η κοιλιά του, που άρχισε να κάνει εμετό, από τ’ αυτιά.

Σίγουρα η μαμά του, θα καμάρωνε πολύ, γιατί έπιασε το φάρμακο, για το λαιμό που σας έλεγα.

Άλλωστε πάντα πιάνει, γιατί είναι καλό φάρμακο. Δοκιμασμένο.

Α! όλα κι όλα! Ξέρω εγώ τι σας λέω.

Καλό είναι μωρέ, αλλά δεν πίνεται το άτιμο!

Δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω τίποτα για τον καλό μας ήλιο, έχει να πιεί, πολύ γάλα ακόμα, μέχρι να γίνει καλά!

Λοιπόν, το Γλυκουλίνι και η Μουσούδω, ξύπνησαν πολύ γρήγορα, γιατί δεν είχαν κλείσει, ούτε το ένα τους μάτι, από το πολύ φαγητό και από τα τραγουδοροχαλητά των άλλων, που ξαφνικά… σταμάτησαν.

Ξέρετε γιατί;

Γιατί πάγωσαν όλοι χωρίς τον Ήλιο. Αμέ!

Επιτέλους Μουσούδω, τι ωραία ησυχία! είπε το Γλυκουλίνι, που σηκώθηκε από κάτω που ήτανε ξαπλωμένο κι έβγαλε το βαμβάκι από τ’ αυτιά του, για να ακούσει τη Μουσούδω.

Σταμάτησαν τα κουδούνια να χτυπάνε στο κεφάλι μου και η κοιλιά μου ξεφούσκωσε και γουργουρίζει πάλι, απ’ την πείνα. Μουσούδω πεινάω! Μουσούδω!

Ε! ΜΟΥΣΟΥΔΩ!

Η Μουσούδω όμως, με το βαμβάκι ακόμα στ’ αυτιά, δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα. Ούτε το Γλυκουλίνι, κι ας φώναζε τόσο δυνατά. Κόντεψε να πονέσει ο λαιμός του, από τις πολλές φωνές.

Μια άσπρη φώκια, που δεν άκουγε τίποτα, ήτανε.

Κρατούσε μόνο την κοιλιά της, από το πολύ φαί, που ήτανε σαν το σωσίβιο, που έχω για τη θάλασσα, μόνο τα μπρατσάκια της έλειπαν, κι έκανε σαν ένα γουρουνάκι, που έχει πιεί μπύρα, πολύ μπύρα σας λέω, κόντεψε να σκάσει.

Να σας πω κάτι μυστικό και μεταξύ μας;

Κάπως έτσι κάνω κι εγώ, άμα φάω πολλές σοκολατονοστιμιές έκπληξη, αηδίες όπως λέει η μαμά μου και πίνω πολύ πορτοκαλάδα που αφρίζει και φουσκώνει η μικρή μου η κοιλίτσα και δεν χωράει τίποτα από φαί.

Και τότε αρχίζει ο χαμός στο σπίτι.

Φάε! Φάε! Ναι, αλλά πού να το βάλω καλέ μαμά; Πες μου πού; Στο κεφάλι μου;

Αφού έχω φουσκώσει και δεν χωράει τίποτα η κοιλιά μου σου λέω! Άσε που έχω τσιμπήσει κάτι από πριν και πολύ μου άρεσε!

 Λοιπόν αυτά γίνονται στο σπίτι μου, πάμε τώρα στο παραμύθι μας;

Καλά, γιατί σας ρωτάω, αφού ότι θέλω κάνω, εγώ είμαι ο αρχηγός, σε αυτό το παραμύθι, εγώ και μόνο εγώ, αυτό να μην το ξεχνάμε.

Άσε που τα είπαμε και στην αρχή.

 Το Γλυκουλίνι, θύμωσε με τη Μουσούδω, που δεν του είπε ούτε μια λεξούλα, ένα γεια βρε αδερφέ, που δεν τούριξε ούτε μια μικρή ματιά, ούτε ένα βλέφαρο.

– Τι να έχει; σκέφτηκε το αρκουδάκι με απορία και έξυσε το χνουδωτό του κεφαλάκι.

Δεν θυμάμαι να της είπα ή να της έκανα τίποτα. Περίεργο!

Είμαι πάντα πολύ καλός μαζί της. Αφού είναι φίλη μου και την αγαπάω!

Σούφρωσε τη μύτη του, σήκωσε το φρύδι του επάνω και…

Πρέπει να μάθω τι συμβαίνει. Τι έχει μαζί μου; Τι της έκανα επιτέλους;

Αφού δε μου μιλάει, θα πάω να της ζητήσω το λόγο και αν χρειαστεί να μαλώσω μαζί της, ακόμα και να παλέψουμε άμα θέλει, είμαι δυνατός εγώ και δεν φοβάμαι τα… τα μουστάκια της!

Σήκωσε λοιπόν τα μανίκια, από το άσπρο αεροπορικό του μπουφάν, λες και θάβαζε μπουγάδα.

Ήταν έτοιμος για καυγά.

Έκανε τα χέρια του μπουνιά, ρούφηξε την κοιλιά του προς τα μέσα, όπως βλέπουμε το παλικαράκι στην τηλεόραση και με δυο πήδους, γκαπ γκουπ, όλο αρκουδοχάρη, έφτασε πίσω από τη μισοκοιμισμένη Μουσούδω.

Το Γλυκουλίνι σωστός άντρας, όμως χωρίς παντελόνι, μόνο με το αεροπορικό του μπουφάν όπως σας είπα, χτύπησε τη Μουσούδω λίγο στην πλάτη, λίγο, ίσα ίσα για να γυρίσει και να τον δει.

Και τότε η Μουσούδω, τα είδε όλα άσπρα. Πετάχτηκε μέχρι πάνω τρομαγμένη.

Θα μπορούσα να πω, μέχρι το ταβάνι, αν υπήρχε. Κόντεψε να χτυπήσει, το στρογγυλό της το κεφάλι, στα ψηλά τα χιόνια.

Ευτυχώς που δεν πέταξε καρούμπαλο η καημένη και δεν είδε άσπρα αστράκια, παρά μόνο έσκασε σα βόμβα μες στο χιόνι, η χοντρή κοιλιά της.

– Ε! τι κάνεις εκεί;

Γλυκουλίνι τι έπαθες; ρώτησε έκπληκτη η Μουσούδω. Όνειρο βλέπεις; Τι σου έχω κάνει και με τρομάζεις;

Το Γλυκουλίνι τάχασε. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Ντράπηκε πολύ. Ήθελε να ανοίξει το χιονόχωμα και να το καταπιεί.

Ωχ! Κατέβασε το κεφάλι του.

– Συγνώμη Μουσούδω! είπε κατακόκκινο από ντροπή. Έκανα μια μεγάλη γκάφα! Συγνώμη ε!

Και αγκάλιασε τη Μουσούδω.

Ξέρεις νόμισα ότι δεν με ήθελες άλλο για φίλο σου, ότι βαρέθηκες να παίζεις μαζί μου χιονομπαλιές και ότι ήθελες να τρώς μόνη σου, όλες τις ψαρολιχουδιές.

Καλή μου Μουσούδω, εγώ σ’ αγαπάω και πολύ μάλιστα! Εσύ;

Η Μουσούδω, κοίταξε με απορία το Γλυκουλίνι, που ανοιγόκλεινε το στόμα του.

– Μη χειρότερα Θεέ μου! σκέφτηκε. Γιατί μιλάει έτσι το Γλυκουλίνι;

Πότε έμαθε αγγλικά; Και γιατί δεν ακούω ούτε μια λέξη βρε αδερφέ;

Μήπως έφαγα τόσο πολύ χθές το βράδυ και μου βγήκε το φαϊ από τ’ αυτιά;

Αυτιά είπα; Ωχ! πάλι έκανα μια μεγάλη σαχλαμάρα. Ξέχασα το βαμβάκι στ’ αυτιά μου!

Ουφ! είπα κι εγώ! Αγγλικά!  Εδώ το Γλυκουλίνι, δεν ξέρει καλά καλά, αρκουδικά να μιλήσει.

Το Γλυκουλίνι, κόντεψε να σκάσει σα μπαλόνι, από τα πολλά γέλια, όταν είδε τη φίλη του, να βγάζει επιτέλους, το βαμβάκι από τα αυτιά της και να τον ακούει.

Ξαφνικά, έγινε πολύ σοβαρός, και είπε, όπως λέμε ένα ποίημα στο σχολείο:

– Μουσούδω, παρά μία τρίχα, θα χάλαγε η πιο μεγάλη φιλία στη Χιονόπολη!

– Εεε!

– Η δική μας ντε!

– Αααα!

Αγκαλιάστηκαν, γεμάτοι γέλια και χαρές και έριξαν και δυο τούμπες, έτσι για το καλό.

– Λοιπόν Μουσούδω; είπε το Γλυκουλίνι. Τώρα επιτέλους μ’ ακούς, ε;

 Ένα δύο! ένα δύο!

η Μουσούδω τρώει για δύο

και φουσκώνει η κοιλιά της

κι έκοψε τη δίαιτα της!

Είμαι… είμαι αστέρι, είμαι ξερόλας, είμαι σοφός, είμαι το Γλυκουλίνι!

 .

Α! ξέχασα να σας πω, γι’ αυτή τη δίαιτα. Λοιπόν, δίαιτα για να μαθαίνετε, είναι αυτό που κάνει η μαμά μου. Όλη μέρα τρώει, ότι βρει μπροστά της.

Μετά κάτι μασουλάει πριν το φαί, (για να της κοπεί η όρεξη, όπως μας λέει), τρώει πάντα όλο της το φαί, καθαρίζει όλα τα πιάτα από το τραπέζι, τα γυαλίζει, για να μην πετάξει ούτε μια πιρουνιά. Αφού να σκεφτείτε, τα πιάτα μας πολλές φορές, δεν θέλουν πλύσιμο και όταν μιλάει με τις φίλες της, λέει πάντα με παράπονο:

Καλέ δεν τρώω τίποτα όλη μέρα και παχαίνω με τον αέρα!

Τρώω σαν το πουλάκι! Τσιμπάάάω!

Λοιπόν η μαμά μου μας δουλεύει, εγώ έχω μάτια και βλέπω ότι τρώει σαν τον ελέφαντα.

Να! κάτι μπουκιές κατεβάζει όλη μέρα, χωρίς σταματημό. Είναι λιχούδω, δεν είναι σαν και μένα, που τρώω λίγο, όσο θέλω, ότι θέλω και μετά κλείνω το στόμα μου, όσο πιο σφιχτά μπορώ και δεν μπαίνει μέσα, ούτε μια κουταλιά, ούτε με παραμύθια… ούτε με τίποτα!

Ότι δεν χωράει το φτύνω κι έτσι, το έλυσα το πρόβλημα. Αμέ τι νομίζετε! Έχω μυαλό ξουράφι!

Ουφ! Κουράστηκα πια να σας λέω τα σπιτικά μας, πάμε γρήγορα στη Χιονόπολη.

 .

Η Μουσούδω λοιπόν, μόλις άκουσε το τραγουδάκι που της είπε το Γλυκουλίνι, τούσκασε στα μάγουλα, δυο φιλιά, τόσοοο μεγάλα και του είπε, χαμογελώντας:

– Γλυκουλίνι, τι ωραία που μιλάς τραγουδιστά!  Θέλω κι άλλο, έλα πες μου, πες μου, είσαι σπουδαίος, είσαι…

– Α! Μουσούδω όλα κι όλα, παραγνωριστήκαμε, τώρα δεν μπορώ, δεν έχω έμπνευση, μούφυγε σου λέω! Άσε που μόλις σε βλέπω από την πείνα, ενώ εσύ πέρα βρέχει. Έχεις φάει όσο δέκα άσπρες φώκιες μαζί και μία εσύ, έντεκα. Έχεις σκάσει στο φαί κι εσύ… εκεί το νού σου, στα τραγούδια, χορευταρού, έ χορευταρού!

– Μα τα λες τόσο ωραία! είπε μες τη γλύκα η Μουσούδω.

– Το ξέρω! Το ξέρω! κοκορεύτηκε το Γλυκουλίνι. Όμως σ’ αφήνω τώρα, πάω να βρω, κάτι να φάω.

Δεν σε ρωτάω αν θέλεις τίποτα να φας, γιατί που θα το βάλεις, στις τσέπες που δεν έχεις;

Χα χα χα!

– Μα έχω μια λιγούρα, που δεν σε βλέπω!

Παραπονέθηκε η Μουσούδω.

Το Γλυκουλίνι συνέχισε να μιλάει, λες και δεν άκουσε λέξη από τα λόγια της.

– Άσε που θέλω να το παίξω και αστυνόμος. Πρέπει να ανακαλύψω, γιατί όλοι είναι κάτω ξεροί, σαν άσπρες παγωμένες κολώνες. Και το περίεργο; Ούτε ξυπνάνε, ούτε ροχαλίζουν.

– Σοβαρά;

– Ύποπτα τα βλέπω τα πράγματα Μουσούδω! Πολύ ύποπτα! Και δεν μου λες;

– Ναι;

– Που είναι ο κίτρινος ήλιος μας;

– Άσε με να το σκεφτώ!

– Τι έγινε τον πλάκωσε το πάπλωμα;

– Λες;

– Ο παλιουπναράς, μας έκοψε το φως και τη ζέστη. Φίλος να σου πετύχει! Ούτε που μας ρώτησε!

– Μα…

– Τι μα; Κόντεψε να μου πέσει η μύτη απ’ το πολύ κρύο. Θα πάω να του ζητήσω τον λόγο.

– Μα…

– Άσε που δεν μπορώ να δω από το πολύ σκοτάδι, τα μουστάκια σου και τη χοντρή σου τη κοιλιά!

Χοντρή! έ χοντροβαρέλω, χι! χι! χι!

– Μα Γλυκουλίνι… ο ήλιος είναι φίλος μας και…

– Πολύ μιλάς Μουσούδω, πολύ μιλάς και δεν μ’ αφήνεις να σκεφτώ!

– Και εγώ δεν είμαι χοντρή!

– Νομίζεις!

– Και εσύ είσαι πολυλογάς και δεν μ΄αφήνεις να μιλήσω! Και σταμάτα επιτέλους να με λες χοντρή!

Είπε η Μουσούδω, που μεταξύ μας δεν θύμωσε καθόλου, γιατί ήξερε, ότι είχε μια κοιλιά σαν της γαλοπούλας, γεμιστή όμως… με ψάρια και καβούρια. Κοκκίνισε λίγο από ντροπή και μετά έσκασε ένα μικρό γέλιο, στο Γλυκουλίνι όλο νάζι, σουφρώνοντας το στόμα της, που κόντεψε να γεμίσει, όλο μουστάκια.

– Άντε γεια σου Μουσούδω, σ’ αφήνω, φεύγω, να προσέχεις και να μη βάλεις βαμβάκι στ’ αυτιά σου, γιατί πάλι δεν θ’ ακούς. Δεν θ’ αργήσω κι επειδή μέχρι να γυρίσω θα πεινάς όπως πάντα, θα σου φέρω κάτι λίγο να φας, όχι βέβαια πάλι ψάρι, γιατί βρωμάς ολόκληρη. Κάτι άλλο θα βρω, διαφορετικό, περίεργο αλλά νόστιμο! Να αλλάξεις λίγο γεύση βρε αδερφέ!

– Γεια σου Γλυκουλίνι μου, φρόνιμα και καλό δρόμο. Μη με ξεχάσεις, γιατί πεινάω, σ’ αγαπάω και θα σε περιμένω εδώ, να εδώ που κάθομαι. Άλλωστε που να πάω; Δεν μπορώ να κουνηθώ από το φούσκωμα. Γεια σου, να προσέχεις! Κούμπωσε και το μπουφάν σου, γιατί κάνει πολύ κρύο!

Η Μουσούδω αφού τα είπε όλα αυτά, ξάπλωσε ανάσκελα στο χιόνι, σκεπάστηκε καλά, με μια χνουδωτή, πιτσιλωτή κουβέρτα, που είχε για το πολύ κρύο και που δεν ξέρω που τη βρήκε και περίμενε να περάσει η ώρα, για να γυρίσει ο φίλος της, το Γλυκουλίνι.

Επειδή βαρέθηκε να περιμένει και να περιμένει, σκέφτηκε να μετρήσει τα αστέρια στον ουρανό για να περάσει ευχάριστα και πιο γρήγορα η ώρα της.

Πω! πω! τι πολλά φωτεινά αστέρια! Είπε γεμάτη θαυμασμό η καλή Μουσούδω. Δεν πιστεύω στα μάτια μου! Καλά, πως δεν τα πρόσεξα άλλη φορά; Τώρα μάλιστα!

Ωραία ιδέα θα μετρήσω τ’ αστέρια! Θα αρχίσω τώρα και θα τελειώσω… του χρόνου! Αλλά από που ν’ αρχίσω; Κι αν ξεχάσω κανένα και το μετρήσω δυο φορές; Θα είναι διπλός κόπος και θα διπλοκουραστώ.

Α! δεν συμφέρει! Πρέπει να βάλω ένα σημάδι, από εκεί που θα αρχίσω.

Έψαξε λοιπόν στον ουρανό και βρήκε ένα μεγάλο τηγάνι, ζωγραφισμένο με φωτεινά αστέρια.

Α μάλιστα! από δω θα αρχίσω και θα τελειώσω εκεί, σ’ εκείνο το φωτεινό, στρογγυλό πράγμα, που φαίνεται πέρα, μακρυά. Θα προλάβω να τα μετρήσω όλα, γιατί έχω πολλές ώρες μπροστά μου και γιατί μετράω πολύ σωστά και πολύ γρήγορα.

_Ε+¬ +υ_Δ_Α_Β+¬ _Α+-_Β+-+-_Ξ+_+¦

Λοιπόν αρχίζω! Ένα… ένα… ένα… ένα… φτού μωρέ δεν θυμάμαι το παρακάτω! Δεν πειράζει, θα τα μετρήσω έτσι, όλα μαζί και το Γλυκουλίνι θάναι περήφανο για μένα, που βρήκα αυτό το καινούργιο μέτρημα!

Πω! πω! έχω τόσο μυαλό! Ούτε αστερονόμος να ήμουνα! Λοιπόν συνεχίζω ένα… ένα… ένα… ένα…….. χρ… χρ… χρ… χρ…

 .

Καταλάβατε ε; Ήρθε ο πρώτος ύπνος. Μέτρημα να σου πετύχει!

Η Μουσούδω ροχάλιζε τόσο δυνατά, που άρχισαν να σπάνε τα χιόνια και να ραγίζουν τα παγόβουνα.

Έκανε τόσο θόρυβο, αλλά αυτή δεν άκουγε τίποτα, νόμιζε ότι μέτραγε και μάλιστα σωστά και γρήγορα.

Το Γλυκουλίνι, περπατούσε κουκουλωμένο.

Πολύ κρύο σας λέω, ούτε το χειμώνα δεν κάνει τόσο κρύο. Μέχρι που δίπλωσε και τ’ αυτιά του για να μην κρυώνει.Μόνο τα μάτια του είχε έξω από το μπουφάν κι ανοικτά, για να βλέπει λίγο, μη σκοντάψει και πέσει.

Ενώ, για να παίρνει θάρρος και για να μη φοβάται στο σκοτάδι, με το χνουδωτό του το χεράκι, έσφιγγε μέσα στην τσέπη του, το γούρι του. Μια μικρή, διάφανη κρυστάλλινη πετρούλα, που βρήκε μια μέρα, μέσα στα ασπρόνερα.

Παντού ησυχία, σκοτάδι και πολύ κρύο. Άκουγε μόνο από μακρυά, ένα περίεργο… χρ… χρ… χρ… χρ…

– Δε βαριέσαι, σκέφτηκε. Κάποιος έξυπνος σαν και μένα, θα ξύπνησε νωρίς νωρίς και θα κόβει κάτι με το πριόνι.

Πού να είναι όμως το σπίτι του ήλιου; Όχι, δεν μπορεί να είναι ψηλά στον ουρανό, κάπου πίσω από εκείνη την ψηλή βουνοκορφή θα βρίσκεται, χωμένο στο χιόνι.

Περπάτησε πολύ πολύ ώρα, μέσα στο σκοτάδι.

 .

Πόση ώρα; Πού να ξέρω; Δεν έχω ρολόϊ, είμαι πολύ μικρό ακόμα.

Μια, δυο, τρεις ώρες σας κάνει; Να, όσο κάνει το λεωφορείο, για το χωριό του παππού μου.

 .

Ξαφνικά, σε μια χιονοστροφή μέσα στο σκοτάδι, σε μια μεγάλη αλάνα, που έμοιαζε με γήπεδο… ναι γήπεδο… Να! ένα χιονόσπιτο όλο φως.

Αυτό είναι πολύ άδικο! Σκέφτηκε το Γλυκουλίνι. Εμείς στα σκοτάδια κι αυτός στο φως! Εμείς κουτουλάμε τη μύτη μας στα χιόνια κι αυτός ζωή και κότα! Ας πάω όμως κοντά, να δω ποιος είναι αυτός ο εξυπνάκιας που τα έχει όλα.

Άρχισε να τρέχει, μουρμουρίζοντας βρωμόλογα, όπως:

Που να του χαλάσει η σούπα του… που να του παγώσει η μύτη του και να γίνει παγάκι… που να πεινάει σα λύκος… που να έχει ένα φίλο με βαμβάκι στ’ αυτιά του… που να…

Τα βρωμόλογα όμως, κόπηκαν στη μέση, μόλις τα ωραία του μάτια, είδαν το σπίτι αυτού του έξυπνου, από κοντά.

Μμ! Μπράβο! Χαλάλι του! Ωραίο σπίτι έφτιαξε ο μάγκας! Με ωραίο κήπο, με δικό του φως! Μπράβο δικέ μου! Παίρνω τα βρωμόλογα που σου είπα… πίσω! Ποιός ξέρει τι δουλειά κάνεις και πόσα λεφτά χαλάς;

Στάθηκε δειλά, έξω από την πόρτα του κήπου.

Περίεργο; σκέφτηκε.Τι ηρεμία είναι αυτή;

Όλα ήταν χιονισμένα και άσπρα.

Ο ξύλινος φράχτης, σκεπασμένος κι αυτός με χιόνι, αλλά ο κήπος, δεν είχε ούτε μια σταλιά χιόνι. Ήταν γεμάτος με πολλά, μικρά, πανέμορφα λουλουδάκια, που είχαν πολλά χρώματα και ανάκατες μυρωδιές.

Το Γλυκουλίνι έκανε, ένα βήμα μπρος και δύο πίσω, είχε ζαλιστεί, από τις πολλές μυρωδιές των λουλουδιών και από το γλυκό τραγούδι, ενός μικρού κίτρινου πουλιού, που πατούσε με τις κούτσικες πατουσούλες του, στο φωτεινό παράθυρο, του άσπρου φωτισμένου σπιτιού και κελαηδούσε αμέριμνο!

Το σπίτι γύρω γύρω, ήταν γεμάτο, με μεγάλα μπαλώματα χιονιού. Μια ψηλή καμινάδα, έβγαζε ολόμαυρο καπνό, που πήγαινε κατ’ ευθείαν στην αγκαλιά του ουρανού.

Λες και ο ουρανός τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες!

Όλα αυτά, έκαναν το Γλυκουλίνι να καταπιεί τη γλώσσα του και να καλοανοίξει τα μάτια του.

Θεούλη μου τι γίνεται εδώ πέρα; Τι ομορφιά; Τι αρμονία; Δεν μπορεί, εσύ έβαλες πάλι το χεράκι σου! Σίγουρα, σίγουρα είναι δική σου δουλειά, γιατί όλα είναι, σαν να τα έφτιαξαν οι άγγελοι σου, οι μάστορες.

Το Γλυκουλίνι ξέχασε ότι πείναγε, ξέχασε τη Μουσούδω, ακόμα και τ’ όνομά του ξέχασε.

Θα μπω στον κήπο και… θα χτυπήσω την πόρτα και… Θεούλη μου, άνοιξε μου εσύ, αυτή τη πόρτα!

Άνοιξε την πόρτα του κήπου, σιγά σιγά. Φοβισμένα. Δειλά. Μυρωδιές, χρώματα, φως, όλα μαζί, τα πήρε σε μια ανάσα, σε μια ματιά και εκείνο το μικρό πουλί με το τραγούδι του, χάιδευε ακόμα τ’ αυτιά του.

Τι όμορφα που είναι εδώ! Νάχα και εγώ ένα τέτοιο σπίτι! Αχ! Αναστέναξε. Γιατί να μην είσαι εδώ μαζί μου, λιχούδω Μουσούδω; Να χορτάσεις μυρωδιές και χρώματα και όλα αυτά μαζί, με μια ματιά, με μια ανάσα;

Θα τα γράψω όλα στο μυαλό μου, από άκρη σε άκρη, για να τα πω στην καλή μου τη Μουσούδω, με κάθε λεπτομέρεια. Τέτοια πράγματα, δεν είναι να τα χάνει κανείς. Μια φορά τα βλέπει και τα ζει στη ζωή του.

Κι εγώ… φάνηκα τυχερός!

Κόντεψε να γίνει πύραυλος όμως, όταν είδε μπροστά στις παγωμένες του πατούσες, το χαλάκι της εξώπορτας, που είχε ζωγραφισμένο τον Ήλιο και έγραφε με μεγάλα χρυσά γράμματα:

«ΗΛΙΟΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ»

Α! δεν πάει άλλο! Σκέφτηκε. Κάτι γίνεται εδώ πέρα και θα το ανακαλύψω ο κόσμος να χαλάσει! Θα χτυπήσω την πόρτα, κι ότι βρέξει ας κατεβάσει.

Και με το άσπρο αρκουδοδάχτυλο του, που έτρεμε από το κρύο και από το φόβο, χτύπησε το κουδούνι, τεντώνοντας τα αυτιά του, για ν’ ακούσει καλύτερα.

Μέσα από το σπίτι, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή, τραγουδιστή… σαν της μαμάς μου.

– Ανοικτά είναι, ελάτε, σκουπίστε μόνο λίγο τα πόδια σας ή ακόμα καλύτερα… βγάλτε τα παπούτσια σας.

– Τα παπούτσια;  ΆΠοιά παπούτσια, καλέ καλή κυρία; φώναξε το Γλυκουλίνι. Εγώ δεν φοράω παπούτσια, είμαι μια μικρή, άσπρη αρκούδα, με χνουδωτές πατούσες και αεροπορικό μπουφάν.

Να μπω;

Η πόρτα άνοιξε, πέρα ως πέρα και ένα ζεστό φως, τύλιξε σαν πέπλο το Γλυκουλίνι, που δε ήξερε τι να κάνει; Να μπει; Να βγει; Ή να το βάλει στα πόδια;

– Έλα μέσα μικρό μου να ζεσταθείς! Άκουσε πάλι, αυτή τη γλυκιά φωνή, που ήτανε σαν της μαμάς μου.

– Ωχ! πρόλαβε μόνο να πει το Γλυκουλίνι, γιατί…

… γιατί είδε έκπληκτο μπροστά του, μια λεπτή κυρία, με πολύ μακριά ξανθά μαλλιά, σχεδόν άσπρα, γεμάτη φως που… … που έλαμπε ολόκληρη.

– Έλα μέσα, και μη φοβάσαι! Είπε η ξανθιά κυρία, με την πολύ γλυκιά φωνή.

Σε ξέρω είσαι το Γλυκουλίνι. Εγώ είμαι η μαμά του Ήλιου, που είναι άρρωστος και θα είναι άρρωστος ακόμα λίγο. Αλλά θα γίνει σύντομα, πολύ καλά! Αυτό στο υπόσχομαι!

– Εεεεμ… μπορώ να του πω ένα γεια; Ξέρετε, δεν θέλω να ενοχλήσω! Ψέλλισε δειλά το Γλυκουλίνι, κοιτάζοντας συγχρόνως, τις μύτες των ποδιών του.

– Βέβαια καλό μου. Έλα, πλησίασε κοντά στο κρεβάτι του. Θα χαρεί πολύ να σε δει. Ξέρεις ψήνεται στον πυρετό και πονάει ο λαιμός του.

– Ωχ! σκέφτηκε το Γλυκουλίνι, που θυμήθηκε το φάρμακο για το λαιμό που σας έλεγα. Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματααα!

Μήπως ήρθε η ώρα να φύγω; αναρωτήθηκε και έκανε ένα μεγάλο βήμα προς την πόρτα. Προλαβαίνω ακόμα. Το μπουφάν μου το φοράω, παπούτσια δεν έχω…

Αλλά μόλις είδε τον άρρωστο Ήλιο, στεναχωρήθηκε και δεν ήθελε να φύγει. Βούρκωσε μάλιστα και κάποια στιγμή, άρχισε να ρουφάει τη μύτη του και να τη σκουπίζει στο μανίκι του.

Πάει το μπουφάν! Τέτοια ζουμιά τον είχαν πιάσει.

– Αχ! καλέ μου Ήλιε, μας έλειψες! Τι χαρά που σε βρήκα! Έλα άντε, γίνε γρήγορα καλά. Γιατί χωρίς εσένα, θα μείνουμε όλοι παγωμένοι σαν πάγος, πεινασμένοι σαν λύκος και χωρίς το ωραίο σου φως, όλοι θα κουτουλάμε μεταξύ μας και θα γεμίσουμε καρούμπαλα!

Ο Ήλιος που άχνιζε απ’ τον πυρετό, άνοιξε τα κόκκινα μάτια του και τον χάιδεψε με το ζεστό χαμόγελο του, που έκαιγε.

– Θα γίνω καλά Γλυκουλίνι, είπε ο άρρωστος ήλιος. Μην ανησυχείς. Γκούχου! γκούχου! Θα γίνω καλά! Θα σηκωθώ γρήγορα απ’ το κρεβάτι μου, μωρέ και μένα μου λείψατε όλοι στη Χιονόπολη!

Βούρκωσε ο Ήλιος. Με την ανάσα του, φούντωσε τη φωτιά στο τζάκι και το δωμάτιο, άστραψε από ένα δυνατό φως.

– Μωρέ σαν πολύ άσπρος μου φαίνεται ο Ήλιος! σκέφτηκε το Γλυκουλίνι. Καλέ τι έπαθε και έχασε το ωραίο κίτρινο χρώμα του;

– Ελάτε ελάτε, αφήστε τα αυτά τώρα! Ακούστηκε η γλυκιά φωνή της κυρα – Ήλιαινας.

Σε μια δυο μέρες, θα σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και τότε, όλα θα ξεχαστούν. Γλυκουλίνι κάτσε κοντά στο τζάκι να ζεσταθείς, γιατί είσαι ακόμα πολύ παγωμένο. Έκανες τόσο δρόμο νάρθεις να μας δεις. Και πάρε μικρό μου αυτή την πετσέτα, να σκουπίσεις τις βρεγμένες σου πατούσες, μην κρυώσεις!

Άντε πείτε τα εσείς κι εγώ θα σας φέρω, κάτι ζεστό, για να πιείτε.

Ακούστηκε ένα «ΩΧ!» με δυο φωνές. Το Γλυκουλίνι κοίταξε τον Ήλιο και ο Ήλιος το Γλυκουλίνι.

Συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Δεν πιστεύανε στ’ αυτιά τους, ότι είπανε και οι δυο μαζί, έτσι τσακ μπάμ «Ωχ!»

Έσκασαν στα γέλια, μέχρι που πόνεσε η κοιλιά τους.

– Μπράβο Γλυκουλίνι, που ήρθες να δεις τον άρρωστο Ήλιο μου, φώναξε η Ηλιομαμά, μέσα από την κουζίνα. Είσαι πολύ ευγενικό και πολύ γενναίο αρκουδάκι.

Μήπως θέλετε να σας φέρω και λίγα μπισκότα, που έφτιαξα το πρωί, με μέλι και γάλα;

– Ωχ! είπε το Γλυκουλίνι. Μας πήρε η κατηφόρα, μας πήρε ο ποταμός!

– Ωχ! συνέχισε ο Ήλιος. Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιόνι!

Τότε ακούστηκαν, τα Ηλιοβήματα της να πλησιάζουν.

– Το λιγότερο από μια ηλιαχτίδα, θα σας φέρω κάτι ζεστό να πιείτε και λίγα τραγανά μπισκοτάκια να φάτε! Φώναξε η Ηλιομαμά, μέσα από την κουζίνα.

Σίγουρα θα πεινάτε, το ξέρω. Λίγη υπομονή, έρχομαι.

Οι χαρές και τα γέλια, κόπηκαν απότομα.

.

(Όπως ο μπαμπάς μου, όταν νομίζει πως ξυρίζεται και καμαρώνει όταν κόβεται και μας δείχνει τα τσιρότα του).

.

Κοίταξαν με αγωνία προς την πόρτα και τότε…

Αχ! τότε, φάνηκε ένας δίσκος, με δύο τόσοοο μεγάλα ποτήρια γάλα, άσπρο γάλα που άχνιζε και μαζί, ένα πιάτο γεμάτο μπισκότα.

+δ+__Ζ+¦_Ν _Α+-_Β+-+-_Ξ+_+¦ 3Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ο Ήλιος χώθηκε κάτω απ’ την κουβέρτα και τόπαιζε κοιμισμένος και χορτασμένος. Το Γλυκουλίνι κόντεψε να μπει στο τζάκι και να κάψει τη γούνα του.

– Ελάτε, ελάτε! είπε η κυρά – Ήλιαινα. Μη ντρέπεστε, ξέρω πόσο σας αρέσει, το ζεστό γάλα με το μέλι. Αφήστε δε, που τα μπισκότα μου είναι πεντανόστιμα, τραγανά μυρωδάτα… Ελάτε… δοκιμάστε τα.

Ξέρεις Γλυκουλίνι μου, ότι αν το παιδάκι μου πιει αυτό, μόνο αυτό το μεγάλο ποτήρι γάλα, θα γίνει καλά και τότε, θα ξαναρχίσει να χαμογελάει από τον ουρανό, όπως πάντα σε όλους μας.

Το Γλυκουλίνι που κόντεψε να ψηθεί σαν μπριζόλα, βγήκε μέσα από το τζάκι, μουτζουρωμένο και γεμάτο έκπληξη.

Πρέπει να φανώ άνδρας δυνατός και να κάνω μια παλληκαριά, για το καλό του Ήλιου μας. Τι αεροπόρος είμαι; σκέφτηκε αποφασιστικά. Θα πιώ το γάλα μονορούφι, χωρίς να κάνω… Μπλιάχ!

Και μετά θα ζητήσω κι άλλο τόσο γάλα, έτσι για να δείξω, πόσο ωραίο είναι και πόσο πολύ μ’ αρέσει. Πρέπει ο Ήλιος να γίνει καλά. Είναι φίλος, τον αγαπάμε και τον χρειαζόμαστε.

Όσο για τα μπισκότα… αυτά λέω να μην τα φάω.. Θα τα πάω όλα στη Μoυσούδω, έτσι, για ν’ αλλάξει λίγο το φαί της. Αλλά τι λέω;

Αφού γι αυτήν, όλα ίδια είναι. Ψαρονοστιμιές!

Ε! Ήλιε, παλιέ μου φίλε, ξύπνα. Πριν σου πω γεια, τα λέμε αύριο, θέλω να πιω στην υγειά σου, ένα ποτήρι γάλα, για να ζεσταθώ και να πάρω δύναμη, για τον παγωμένο δρόμο που με περιμένει.

Άσε που πρέπει να πάω και κάτι στη Μουσούδω να φάει, την ξέχασα και θα πεινάει! Λοιπόν τι λες, να της πάω όλα τα μπισκότα, να τελειώνουμε;

Ο Ήλιος, έβγαλε αργά – αργά, τις ξασπρισμένες αχτίδες του, μέσα από την κουβέρτα, μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, ζωγραφισμένο στα χείλη, που τον έκανε κούκλο.

– Δε βαριέσαι είπε. Ήπια τόσο γάλα, σε ένα ποτήρι θα κολλήσω; Ευτυχώς που πονάει ο λαιμός μου και δεν μπορώ να καταπιώ τα μπισκότα της μαμάς μου, που τόσο μ’ αρέσουν… λέμε τώρα…

Εντάξει Γλυκουλίνι, κέρδισες. Θα το… ωχ! ωχ! ωχ! πιούμε και αυτό το μεγάλο ποτήρι γάλα. Έλα, διάλεξε πρώτος ένα ποτήρι, για να τελειώνουμε.

Πήραν από ένα μεγάλο ποτήρι γάλα, άλλωστε ίδια ήτανε, τσουγκρίσανε σαν δυο μεγάλοι άντρες και το Γλυκουλίνι δακρυσμένο, είπε:

– Στην υγειά σου καλέ μου φίλε και άσπρο πάτο!

Ρούφηξε το αχνιστό γάλα.

Γκλούπ! Γκλούπ! Γκλούπ! Αααχ!

Ποτέ του δεν είχε πιει, τόσο νόστιμο γάλα, τόσο γλυκό, τόσο μυρωδάτο! Ήθελε κι άλλο, αλήθεια ήθελε κι άλλο.

Ο Ήλιος κόντευε με την σειρά του να τελειώσει το γάλα του, όταν το Γλυκουλίνι είπε:

Ει! Ήλιε! Είσαι για ένα ποτήρι ακόμα; Πω! πω! τελικά είναι πεντανόστιμο το γάλα με το μέλι!!!

Τι καλή που είναι η μαμά σου! Τι νόστιμα πράγματα που σου δίνει και πίνεις! Άσε που αν πιεις ακόμη ένα ποτήρι γάλα, θα γίνεις πιο γρήγορα καλά.

Ο Ήλιος είχε γουρλώσει τα μάτια του.

– Τι έπαθε ο χνουδωτός; σκέφτηκε ανήσυχος. Μάλλον θα τούπεσε βαρύ το γάλα. Ας μην του χαλάσω όμως το χατίρι. Έκανε τόσο δρόμο να έρθει να με βρει. Ας το πάρει το ποτάμι.

Μαμά! φώναξε ο ήλιος. Μπορείς σε παρακαλώ, να μας φέρεις, ένα τελευταίο ποτήρι… τελευταίο λέω μαμά και το εννοώ… ζεστό γάλα;

Η Ηλιομαμά, μόνο που δεν πήδηξε, από τη χαρά της.

Επιτέλους, το χρυσό μου! Συνήθισε να πίνει το γάλα μου! Σκέφτηκε καταχαρούμενη.

Μέχρι να τους κατέβει το γάλα στο λαιμό, η Ηλιομαμά, είχε έρθει με δύο τόσοοο μεγάλα, καινούργια ποτήρια, γεμάτα αχνιστό γάλα, με μέλι.

Πότε το έφτιαξε, αυτή μόνο ξέρει.

 .

(Αλήθεια, οι μαμάδες για τα παιδιά τους είναι γρήγορες μαγείρισσες).

 .

Αυτά τα καινούργια ποτήρια γάλα, τα ήπιαν λίγο πιο αργά, γιατί τα απολάμβανανε και γιατί είχανε φουσκώσει. Παραλίγο να φτάσει το γάλα στ’ αυτιά τους.

– Φίλε μου! είπε το Γλυκουλίνι συγκινημένο. Πρέπει να φύγω τώρα. Να προσέχεις.

Να! σου δίνω και το γούρι μου. Είναι μαγικό ξέρεις. Θα σε φυλάει και έτσι, δεν θα αρρωσταίνεις εύκολα. Βέβαια αν θέλεις τη γνώμη μου; Το κρύο το νερό, καλύτερα να το ξεχάσεις.

Πάρτο. Είναι δικό σου.

Πάρτο ντε! Μην ντρέπεσαι! Πάρτο για να με θυμάσαι και μη φοβάσαι για μένα, εγώ θα ψάξω να βρω άλλο. Θα κάνω κάτι βουτιές στα χιονόνερα! Μούρλια!

Ο Ήλιος του χαμογέλασε, τόσο γλυκά, όσο το μέλι που είχε πιει και το δωμάτιο άστραψε, για άλλη μια φορά, από το λαμπερό φώς του.

– Σ’ ευχαριστώ μικρέ μου φίλε, είπε συγκινημένος. Θα τόχω πάντα μαζί μου, δίπλα στην καρδιά μου. Να, νιώθω κιόλας καλύτερα. Κάτι μου λέει, ότι αύριο ή μεθαύριο, θα τα λέμε πάλι από ψηλά.

Άντε, τρέχα τώρα στη Μουσούδω. Και μην ξεχάσεις τα μπισκότα. Πάρτα όλα να τελειώνουνε!

Έτσι του είπε και δάκρυσε από χαρά και συγκίνηση.

Η μαμά Ήλιαινα, τον περίμενε στην πόρτα. Κρατούσε στα χέρια της, μια μεγάλη σακούλα και μια μικρή. Τον άγγιξε τρυφερά με τις αχτίδες της και του είπε:

– Γλυκουλίνι μου, σε ευχαριστώ που βοήθησες να γίνει καλά το παιδί μου. Θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη και όποτε θέλεις ένα ποτήρι ζεστό γάλα με μέλι… ξέρεις που θάρθεις. Εδώ, σε μένα. Να! πάρε κι αυτές τις σακούλες.

Είναι για τη Μουσούδω. Που να τρέχεις τώρα να ψάχνεις!

Το Γλυκουλίνι, πήρε τις δύο σακούλες, με μεγάλη ανακούφιση και με πολύ περιέργεια.

Τι νάχει μέσα η μεγάλη σακούλα; σκέφτηκε. Αχ τι καλή που είστε καλέ κυρία! Θα τρέξω χωρίς σταματημό για τη Μουσούδω.

Γεια σας, περαστικά κι ευχαριστώ!

Μουσούδωωω σούρχομαι…

Έβαλε τα πόδια του στην πλάτη, βιαζότανε. Έριξε ένα τρέξιμο άλλο πράγμα…

Κόντευε να φτάσει, όταν τα ωραία του αυτιά, άκουσαν εκείνο το χρ… χρ… χρ… που το είχε ξεχάσει.

Ωπα! νάτο πάλι αυτό το πριόνι! Σκέφτηκε. Μεγάλη όρεξη έχει αυτός, για να κόβει τόσες ώρες.

Αχ! τι να κάνει η καλή μου η Μουσούδω; Μάλλον θα με περιμένει να γυρίσω. Θα έχει μια πείνα!!!

Μπορεί και να φοβάται αυτό το χρ! χρ! χρ! Γιατί που να ξέρει τι είναι; Παλιοπριόνι! Πρέπει να βιαστώ.

Στην τελευταία χιονοστροφή, σταμάτησε απότομα. Όλα ήτανε, όπως τα είχε αφήσει.

Παγωμένα, σκοτεινά… όλα… εκτός από αυτό το χρ… χρ… χρ… που δυνάμωνε στ’ αυτιά του, όλο και πιο πολύ.

Άρχισε να μετράει, δέκα αρκουδοπατημασιές, για να βρει το σπίτι του και τη Μουσούδω, μέσα στο σκοτάδι.

– Ένα… δύο…

Κρέμασε τη μεγάλη σακούλα στην πλάτη του κι έβαλε τη μικρή, στην μέσα τσέπη του μπουφάν του, γιατί με τα χέρια του, ήθελε να κλείσει τ’ αυτιά του.

– Τρία… τέσσερα…

– Ωχ! Θεούλη μου! σκέφτηκε. Τι φασαρία είναι αυτή;

-Πέντε… έξη…

-Τι είναι τούτο το θηρίο; Μήπως ζωντάνεψε ο Χιονάνθρωπος της γειτονιάς;

– Επτά… οκτώ…

– Και η Μουσούδω που να είναι; Σίγουρα κάπου κρυμμένη και θα τρέμει απ’ το φόβο της!

– Εννέα… δέκ…α… ααα…

Πάνω λοιπόν στο δέκα περπάτημα, γκουπ πάρτον κάτω. Τούφυγε κι η μεγάλη σακούλα, γέμισε η μουσούδα του χιόνι, είδε τον ουρανό σφοντύλι, έγινε χάλια, αλλά ευτυχώς, σταμάτησε αυτό το ενοχλητικό χρ… χρ… χρ…

– Τι στο καλό; απόρησε. Πάλι καλά που με τέτοιο σκοτάδι, έπεσα, μόνο μια φορά! Αλλά τι μαλακό και στρογγυλό πράγμα, είναι αυτό κάτω από τα πόδια μου, που… κουνιέται κιόλας;

Κι αυτή η ανυπόφορη ψαρίλα, κάτι μου θυμίζει… τη Μουσούδω! Μουσούδω; Εσύ είσαι εκεί κάτω;

Μίλα μου;

– Ε; Τι έγινε; Ποιός τόλμησε να διακόψει, το επιστημονικό μου αστρομέτρημα; ακούστηκε η αγουροξυπνημένη φωνή της Μουσούδως. Κι όχι τίποτα άλλο, έχασα το λογαριασμό και… τον ύπνο μου! Φτου!

Γλυκουλίνι μου, γύρισες; είπε μες στη γλύκα, χωρίς καν να ξαφνιαστεί, που είδε το φίλο της.

Άργησες μωρέ κι εγώ κουράστηκα να μετράω τ’ αστέρια! Τα μέτρησα όμως όλα, μέχρι νάρθεις!

Δεν άφησα ούτε ένα αμέτρητο! ‘Έτσι δε χρειάζεται να τα μετρήσεις εσύ… ποτέ μα ποτέ… ελπίζω.

Θα σου πω εγώ πόσα είναι. Μετά όμως ε;

Άλλη μέρα… σε κανένα μήνα… (μπας και το ξεχάσεις) είπε από μέσα της η πονηρομουσούδω.

– Αχ Μουσούδω! είπε το Γλυκουλίνι. Τι καλά που είσαι καλά! Δε μου λες; Μήπως άκουσες κανένα περίεργο θόρυβο;

– Τι θόρυβο καλέ;

– Ένα ενοχλητικό χρ… χρ… χρ…

– Μπα! Εγώ δεν ξέρω τίποτα! Δεν άκουσα τίποτα! Αφού όλο μέτραγα σου λέω! απάντησε η Μουσούδω.

– Καλά Μουσούδω μου, μη θυμώνεις! Μια ερώτηση έκανα! είπε το Γλυκουλίνι. Έλα, είμαι σίγουρος ότι θα πεινάς. Σου έφερα να φας, όχι πάλι ψάρια και αηδίες!

Κάτι άλλο όπως σου είπα, κάτι διαφορετικό. Είμαι σίγουρος ότι θα σου αρέσει. Εγώ το διάλεξα με τα χεράκια μου. Δηλαδή, για να πω την αλήθεια, μου τόδωσε η μαμά του Ήλιου, για σένα.

Έλα, έλα να δεις τι σούφερα, γιατί ούτε κι εγώ ξέρω τι κουβάλαγα τόση ώρα και με έχει φάει η περιέργεια!

Το Γλυκουλίνι, άνοιξε τη μεγάλη σακούλα, με καμάρι και πολύ περιέργεια.

Ξαφνικά γέμισε όλη η Χιονόπολη ψαρίλα.

Μπα! Είπε το Γλυκουλίνι κι έκλεισε με το χέρι του τη μύτη του.

– Μουσούδω πριν φας, δεν πας να πλύνεις λίγο τα δόντια σου, να φύγει αυτή η ψαρίλα;

– Έλα Γλυκουλίνι, πεινάω! είπε η Μουσούδω και μπήκε ολόκληρη μέσα στη μεγάλη σακούλα.

Θα πλυθώ μετά. Θα τα κάνω όλα μαζί. Τι να πλένομαι δυο φορές; Δεν κάνει!

Πριν προλάβει να της πει, μια λέξη το Γλυκουλίνι, η Μουσούδω, ξαναβγήκε μέσα από την σακκούλα, με ένα τόσοοο μεγάλο ψάρι, μέσα στο στόμα της.

– Μπράβο Γλυκουλίνι μου μμμμ!!! Ωραία έκπληξη μου έκανες πάλι! Αλήθεια, πως τόξερες ότι τράβαγε η όρεξη μου, ένα τόσο μεγάλο ζουμερό ψάρι;

Βάλανε τα γέλια. Βέβαια η Μουσούδω, γελούσε με το στόμα γεμάτο ψάρι.

Όσο ξεκοκάλιζε τον ψάρακλα η Μουσούδω, το Γλυκουλίνι της τα είπε όλα, με το νι και με το σίγμα.

Όλα όσα είχε κάνει και όσα είχε δεί. Όλα σας λέω, δεν ξέχασε τίποτα!

Η Μουσούδω έτρωγε χωρίς σταματημό, τον άκουγε όμως με προσοχή, και κούναγε που και που το κεφάλι της.

– Αυτά που λες Μουσούδω, με τον φίλο μας τον κίτρινο Ήλιο. Αν είμαστε τυχεροί, αύριο το πρωί, μπορεί να μας χαμογελάσει πάλι και να μας ζεστάνει όλους, εδώ στη Χιονόπολη.

– Μιαμ! μιαμ! έκανε η Μουσούδω μ’ ευχαρίστηση, που ακόμα έτρωγε το ατελείωτο ψάρι.

– Κατάλαβα, κατάλαβα, είπε το Γλυκουλίνι. Μόνος μου τα λέω και μόνος μου τ’ ακούω.

– Μιαμ! μιαμ!

Ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό, μια ερώτηση.

– Και δε μου λες Μουσούδω; Πόσα τάβγαλες τα αστέρια είπαμε;

– Γκάχα! γκούχα! Πνίγηκε η Μουσούδω και κόντεψε να καταπιεί το ψάρι ολόκληρο και τη γλώσσα της μαζί.

Δάκρυσαν τα μάτια της απ’ τον πολύ βήχα. Το Γλυκουλίνι τη χτύπαγε μ’ αγάπη στην πλάτη για να συνέλθει και της έλεγε:

– Κοίτα ψηλά στον ουρανό, εκεί, στα μετρημένα αστέρια, για να σου περάσει ο βήχας.

Και η Μουσούδω…

– Ένα… ένα… γκούχου! γκούχου!

– Εντάξει Μουσούδω, είπε το Γλυκουλίνι. Μην κουράζεσαι άλλο, εντάξει με έπεισες ότι τα μέτρησες όλα τ’ αστέρια. Έλα, σύνελθε τώρα και μη με κάνεις να ανησυχώ!

Πάρε μια βαθιά ανάσα για να σταματήσει αυτός ο παλιοβήχας!

Την πήρε με αγάπη αγκαλιά και η Μουσούδω, μετά από λίγο, σταμάτησε να βήχει και έγινε τελείως καλά.

– Αχ επιτέλους μου πέρασε ο βήχας!

Ξαφνικά το Γλυκουλίνι, θυμήθηκε τη σακούλα με τα μπισκότα, που είχε στην μέσα τσέπη του μπουφάν του.

– Μουσούδω! Φώναξε. Τυχερή! Σου έχω ακόμα μια έκπληξη. Να! Πάρε αυτή τη σακουλίτσα. Είναι ένα μικρό δώρο για σένα.

Η Μουσούδω, όρμηξε με φόρα στο μικρό σακουλάκι, το άδειασε όλο παρακαλώ μέσα στο στόμα της και μέχρι να πεις ένα δύο τρία, το είχε καταπιεί ολόκληρο, με μεγάλη ευχαρίστηση, μουγκρίζοντας σαν την αγελάδα.

– Μμμμμ! Καλέ μπράβο! Είπε. Από πότε βγάζουνε ψαρομπισκότα;

Μπράβο Γλυκουλίνι μου, ωραία ιδέα είχες!

Ήταν όλα ΝΟ – ΣΤΙ – ΜΟ – ΤΑ – ΤΑ!!!

Σε ευχαριστώ πολύ!

– Δεν κάνει τίποτα Μουσούδω! Είπε χαμογελαστά το Γλυκουλίνι, που ευχαριστήθηκε η φίλη του, το φαγητό που της είχε φέρει.

– Ουφ! Φούσκωσα πάλι! Ξεφύσηξε η χορτάτη Μουσούδω. Και να φανταστείς Γλυκουλίνι μου, δεν έφαγα σχεδόν… τίποτα. Τσίμπησα μόνο λίγο ψαράκι και τραγάνισα ένα μπισκοτάκι!

Έφαγα πολύ; Όχι πες μου έφαγα πολύ;

– Έφαγες του σκασμού! Τη μάλωσε το Γλυκουλίνι. Και θα γίνεις μια χοντρή!

– Καλέ νύσταξα… δεν κοιμόμαστε λίγο; Ήταν η απάντηση της Μουσούδως.

Και τόριξαν στον ύπνο παρέα.

Το Γλυκουλίνι ήτανε πολύ κουρασμένο, γιατί είχε περπατήσει πολύ.

Αλλά μόλις έκλεισε τα μάτια του και τον πήρε λίγο ο ύπνος, πετάχτηκε από ένα δυνατό… χρ… χρ… χρ…

Το Γλυκουλίνι ακόμα γελάει.

Κατάλαβε ότι το πριόνι, ήταν το ροχαλητό της Μουσούδως, που είχε κουραστεί να μετράει τ’ αστέρια, με το δικό της περίεργο τρόπο.

Πέρασαν πολλές ώρες και ξαφνικά το Γλυκουλίνι, ξύπνησε από μια γνωστή μυρωδιά «γάλα με μέλι».

Άνοιξε τα μάτια του. Όλη η Χιονόπολη, έλαμπε από ζωή.

Όλοι ξύπνησαν. Οι παγοκολώνες έλιωσαν.

Ο ουρανός ήτανε καθαρός και εκεί πάνω, όμορφος, φωτεινός και χαμογελαστός, ήτανε ο κάτασπρος φίλος τους, ο Ήλιος.

_Ε+¬ +υ_Δ_Α_Β+¬ _Α+-_Β+-+-_Ξ+_+¦ 1

– Κάτασπρος! Καλά, που πήγε το κίτρινο; σκέφτηκε το Γλυκουλίνι κι έστειλε από μακριά, δυο μεγάλα φιλιά στον Ήλιο.

– Καλημέρα, καλημέρα!

– Ω! ποτέ δεν σε έχω δει καλύτερο, τόσο λαμπερό, τόσο… τόσο…

– Έλα, πέστο μη ντρέπεσαι! Του είπε γελώντας ο Ήλιος. Τόσο άσπρο! Το ξέρω.

Πρέπει να ήπια, πιο πολύ γάλα απ’ ότι έπρεπε και γι’ αυτό έγινα πιο λαμπερός, χάρη στη μαμά μου, που με φρόντισε και χάρη σε σένα, που ήπιες στη υγειά μου, με τόση αγάπη, τόσο πολύ γάλα με μέλι.

Φίλε μου Γλυκουλίνι, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, πάντα θα σε συντροφεύω από ψηλά. Σ’ ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου!

Βούρκωσε, κι ένα δάκρυ του, έπεσε στη Χιονόπολη.

Το Γλυκουλίνι, βιάστηκε να το μαζέψει, μέσα στην παλάμη του, για να μην πέσει στο χιόνι και χαθεί.

Το δάκρυ τότε άλλαξε και έγινε, μια πετρούλα στρογγυλή, κατακίτρινη και λαμπερή.

Μελένια.

Κράτησε την καλέ μου φίλε, είπε ο Ήλιος.

Τώρα έχουμε κι οι δύο, από μια τυχερή πετρούλα, για τις δύσκολες μέρες. Άντε, γεια σου Γλυκουλίνι, πάω να δω, όλη τη Χιονόπολη. Μούλειψε!

– Γεια σου και να προσέχεις, είπε το Γλυκουλίνι, σφίγγοντας καλά την πετρούλα του, μέσα στα χνουδωτά χεράκια του.

Μουσούδω!  Πες γεια στον Ήλιο μας, που ξαναγύρισε πάλι κοντά μας!

Μουσούδω! Ει Μουσούδω!

– Ένα… ένα… ένα… χρ… χρ… χρ…

– Αχ Μουσούδω! Τι θα γίνω μ’ εσένα;

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως λέει και η γιαγιά μου, στην μακρινή άσπρη χώρα, στη Χιονόπολη, που δεν έχω πάει ακόμα και που θέλω τώρα να πάω, όλα ήταν άσπρα.

Άσπρο το αρκουδάκι, άσπρη κι η μικρή φώκια, άσπρο το νερό, άσπρο και το χώμα, άσπρη η βροχή, άσπρο το γάλα, άσπρος κι ο Ήλιος, άσπρη και γλυκιά, σαν το μέλι και η φιλία τους.

Ήτανε όλα άσπρα, γιατί… γιατί πάλι θα τα λέμε;

Γιατί είναι δικό μου το παραμύθι και γιατί δε θα λέμε, όλο τα ίδια και τα ίδια…

Μέλια.

Παραμύθι για μικρά και μεγάλα παιδιά! 

.   

***Χίλια ευχαριστώ στους μικρούς μου φίλους – συνεργάτες, που με τις πανέμορφες ζωγραφιές τους ομόρφυναν κι αυτό το παραμύθι!!

.

Advertisements