Γιά τοὺς μικρούς μας φίλους. Καί τούς μεγαλυτέρους!

Μιὰ φορὰ καὶ ἕνα καιρὸ ζούσανε σ’ ἕνα παλιὸ ἀρχοντικὸ σπίτι τρία ἀγόρια. Ἡ μητέρα τους εἶχε πεθάνει καὶ τὰ μεγάλωσε μιὰ γριὰ παραμάνα ἡ κυρὰ Μάρθα.

Ἕνα βράδυ ποὺ ὁ πατέρας τους ἔλειπε ἀπὸ τὸ σπίτι, γιατί ἦταν γιατρὸς καὶ ὅλο τὸν καλοῦσαν σὲ ἀρρώστους, τὰ τρία ἀγόρια καθόντουσαν γύρω-γύρω ἀπ’ τὸ μεγάλο τραπέζι τῆς κουζίνας καὶ τρώγαν καρύδια μὲ μέλι.

Τσὰφ τσοὺφ ἔκαναν τὰ καρύδια καθὼς ἔσπαγαν ἀπὸ τὰ σφυράκια τῶν παιδιῶν.

Ξαφνικὰ μέσα ἀπὸ ἕνα καρύδι ἀκούστηκε μιὰ φωνή:

— Προσέχτε, ἀνοῖχτε το καρύδι μὲ προσοχή, γιατί θὰ πονέσω.

Γούρλωσαν τὰ μάτια τὰ τρία ἀγόρια, καὶ μὲ προσοχὴ ἄνοιξαν τὸ καρύδι ἀπ’ ὅπου ἀκούστηκε ἡ φωνή.

Θεέ μου τί ἀντίκρυσαν τὰ μάτια τους. Ἕνα τόσο δὰ μικρὸ  κοριτσάκι μὲ κίτρινο φόρεμα, πετάχτηκε μέσα ἀπ’ τὸ καρύδι.

— Εἶμαι ἡ Καρυδένια, εἶπε κι ἔκανε μιὰ ἀστεία ὑπόκλιση.

Πέρασε λίγη ὥρα χωρὶς τ’ ἀγόρια νὰ μπορέσουν νὰ βγάλουν τσιμουδιὰ ἀπὸ τὴν ἔκπληξη. Στὸ τέλος τῆς εἶπαν:

— Καλῶς ὅρισες Καρυδένια. Κάτσε νὰ γίνης ἀδελφούλα μας.

Ἡ Καρυδένια μὲ καινούργιες ὑποκλίσεις τοὺς ἀπάντησε, ὅτι αὐτὸ ἦταν μεγάλη της τιμή, νὰ τὴν θεωροῦν ἀδελφούλα τους, καὶ ὅτι θὰ ἔκανε ὅτι μποροῦσε γιὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήση.

Ἐστρώθηκε λοιπὸν κι αὐτὴ στὸ τραπέζι, κι ἄρχισε νὰ βουτᾶ τὰ δαχτυλάκια της στὸ μέλι, κι ὕστερα νὰ τὰ γλύφη. Πέρασε κάμποση ὥρα. Ἡ Καρυδένια ἔλεγε χαριτωμένα ἀστεῖα, καὶ τὰ ἀγόρια γελοῦσαν μὲ τὴν ψυχή τους.

Κάποια στιγμὴ τὸ μεγαλύτερο ἀγόρι τῆς εἶπε: Διψῶ, φέρε μου λίγο νερό. Ἡ Καρυδένια γεμάτη προθυμία πήδησε ἀπ’ τὸ τραπέζι κι ἔτρεξε στὴ βρύση.

Ὅμως ἐπειδὴ ἦταν τόσο μικρούλα θἆταν ἀδύνατο νὰ φτάση στὸ νερό. Γι’ αὐτὸ σκέφθηκε νὰ σπρώξη μὲ τὰ δυὸ χεράκια της μιὰ καρέκλα ν’ ἀνέβη ἐπάνω, κι ἀπὸ κεῖ νὰ πηδήξη στὸ νεροχύτη.

Ὅταν τέλος πάντων τα κατάφερε κι ἔφερε νερό, τὸ ἀγόρι τῆς εἶπε:

— Γιὰ σπουργίτη μὲ πέρασες καϋμένη καὶ μοῦ ἔφερες τόσο λίγο νεράκι μέσα σὲ κρασοπότηρο;

— Δὲν μποροῦσα νὰ σηκώσω μεγάλο ποτήρι, εἶπε ἡ μικρούλα  Καρυδένια, ὅλο παράπονο.

Τὸ μικρὸ ἀγόρι ὁ Χρυσοκαρδούλης τὴν παρηγόρησε:

— Μὴ λυπᾶσαι. Σιγὰ-σιγὰ θὰ μεγαλώσεις κι ἐσύ.

Ἀπὸ κείνη τὴ μέρα ἡ Καρυδένια ζοῦσε σὰν ὅλα τὰ κοριτσάκια τοῦ κόσμου, μαζὶ μὲ τὰ τρία ἀδέλφια της. Κι ἐπειδὴ δὲν εἴχανε μητέρα, ἔμαθε νὰ κάνη πολλὲς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ.

Ἡ Κυρὰ Μάρθα βλέπετε ἦταν γριὰ καὶ πότε ἕνα κουμπὶ ἔλειπε ἀπ’ τὰ πουκάμισα τῶν παιδιῶν, πότε τὸ φαγητὸ ἀργοῦσε νὰ ἑτοιμαστῆ, πότε τὰ δωμάτια ἦταν ἀσκούπιστα.

Ἡ μικρούλα Καρυδένια λοιπὸν στρώθηκε γιὰ τὰ καλὰ στὴ δουλειά. Δὲν ἦταν τώρα τόσο μικρὰ σὰν τὴν πρώτη μέρα ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ καρύδι, ἀλλ’ ὅμως ἦταν πολὺ λεπτούλα γιὰ νὰ κάνη τόσες δουλειές.

Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε αὐτό, τὰ δυὸ μεγάλα ἀγόρια ἦταν πολὺ ἀπαιτητικά.

Φέρε μου τὰ μποτάκια μου, Καρυδένια, φώναζε ὁ ἕνας.

Δῶσε μου λίγο νερό, πεταγόταν ὁ ἄλλος, ψάξε νὰ μοῦ βρῆς τὴ σφεντόνα μου, Καρυδένια.

Φέρε μου τὸ ψαλίδι νὰ κάνω τὸν ἀετό μου, συμπλήρωνε ὁ δεύτερος.

Ἐκείνη πρόθυμα ἔτρεχε πότε ἐδῶ καὶ πότε κεῖ, χωρὶς νὰ φέρνη ἀντίρρηση. Μόνο ὁ μικρότερος ἀδελφός της ὁ Χρυσοκαρδούλης, δὲν τῆς ζητοῦσε ποτὲ τίποτα. Ὅ,τι ἤθελε πήγαινε καὶ τὄπαιρνε μόνος του. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν κουράζη ποὺ ἦταν τόσο μικρὴ καὶ λεπτούλα, γιατί τὴν ἀγαποῦσε πολύ.

Μιὰ Κυριακὴ πρωὶ ὁ πατέρας πῆρε καὶ τὰ τέσσερα παιδιὰ νὰ τὰ πάη ἐκδρομὴ μὲ τὸ αὐτοκίνητο. Ὅταν ἔφτασαν στὸ βουνό, τὰ παιδιὰ ἐνθουσιασμένα κατέβηκαν ἀπ’ τὸ αὐτοκίνητο κι ἔτρεξαν στὸ δάσος.

Ἦταν πάρα πολὺ ὄμορφα. Πανύψηλες βελανιδιὲς καὶ πλατάνια θεόρατα, ποὺ κάτω τους κυλοῦσαν ποταμάκια μὲ κρυστάλλινο νερό. Ἡ Καρυδένια ἔτρεξε νὰ μαζέψη ἀνεμῶνες. Κοντά της κι ὁ Χρυσοκαρδούλης τὴ βοηθοῦσε.

Τὰ δύο μεγάλα ἀγόρια σκαρφάλωσαν στὰ δένδρα ἢ κυνηγοῦσαν πουλιά. Ὁ πατέρας τους κάθισε σὲ μιὰ πέτρα κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο καὶ διάβαζε τὴν ἐφημερίδα του.

Τὰ δύο μικρὰ παιδιὰ εἶχαν ξεμακρύνει πολύ. Εἶχαν φτιάξει ἕνα ὡραιότατο μπουκέτο, μὰ δὲν τοὺς ἔκανε καρδιὰ νὰ σταματήσουν. Κοντὰ σὲ μιὰ μεγάλη καρυδιὰ συνάντησαν μιὰ γριούλα ποὺ μάζευε χόρτα.

— Καλὴ μέρα γιαγιά, τῆς εἶπαν τὰ δυὸ παιδιὰ πρόσχαρα.

— Καλή σας μέρα παιδιάκια μου, ἔκανε ἡ καλὴ γριούλα.

Ἡ Καρυδένια ἔκανε νὰ σκύψη κάτω ἀπ’ τὴν καρυδιὰ ποὺ φάνταζαν τρεῖς ὁλόδροσες ἀνεμῶνες.

— Ὄχι κορούλα μου ἐκεῖ, εἶπε ἡ γριούλα.

— Γιατί, γιαγιά;

— Κάποτε ἐκεῖ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μέρος ἦταν ἕνα μικρὸ πηγαδάκι. Ὅσες γυναῖκες δὲν εἶχαν παιδιὰ ἐρχόντουσαν ἐδῶ καὶ ρίχνοντας ἕνα λουλουδάκι μὲς στὸ νερό, παρακαλοῦσαν τὴν καλὴ νεράϊδα τοῦ δάσους λέγοντας: 

Πάρε σὺ τὸ λουλουδάκι/καὶ σὲ μὲ δῶσε παιδάκι.

Τότε ἕνα μεγάλο καρύδι ἔπεφτε ἀπὸ τὴν καρυδιὰ στὴν ποδιά τους. Τὸ ἔσπαγαν καὶ μέσα βρίσκανε τὸ παιδάκι ποὺ ἐπιθυμοῦσαν.

— Καὶ τώρα γιαγιὰ ποῦ εἶναι τὸ πηγάδι, ποῦ εἶναι ἡ νεράϊδα;

— Μὲ τὰ χρόνια τὰ πολλὰ παιδιά μου καὶ τὸ πηγάδι βούλωσε, καὶ ἡ νεράϊδα ἔφυγε ἀπὸ τὸ δάσος. Ἐγὼ ἔρχομαι κάθε Φθινόπωρο, μαζεύω τὰ καρύδια, τὰ πουλάω ὕστερα στοὺς ἐμπόρους, κι ἔτσι βγάζω τὸ ψωμάκι μου.

Τότε τὰ δυὸ παιδιὰ διηγήθηκαν στὴ γριούλα τὴν ἱστορία τῆς Καρυδένιας κι ἐκείνη ἔδειξε μεγάλη χαρἀ, ὅταν τὴν ἄκουσε. Γιατί κατάλαβε ὅτι τὸ κοριτσάκι ποὺ βρισκόταν τώρα μπροστά της τόσο ὄμορφο κι εὐγενικό, εἶχε βγῆ μέσα ἀπὸ καρύδι τῆς δικιᾶς της καρυδιᾶς.

Χάρισε τότε στὴν Καρυδένια ὅλα τα χορταράκια ποὺ εἶχε μαζέψει, λέγοντάς της νὰ τὰ φυτέψη ἕνα-ἕνα στὸ περιβολάκι της.

Φαντάζεσθε τὴν ἔκπληξη καὶ τῆς Καρυδένιας καὶ τοῦ Χρυσοκαρδούλη, ποὺ εἶδαν σὲ λίγες μέρες τὶς δροσάτες ἀνεμῶνες. Κάθε πρωὶ τὶς ἔκοβαν καὶ γέμιζαν τὰ βάζα τους, καὶ κάθε δειλινὸ ὁ κῆπος ξανάταν γεμάτος.

 

Μαρίας Κουβαλιᾶ: «Στοῦ δάσους τὴν ἄκρη», ἐκδόσεις “ΤΗΝΟΣ, 1970.

 .
.
.