Ο ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΚΑΠΛΑΝΗΣ
(Ἐκ τοὐ περιοδικοῦ «Ζωὴ τοῦ Παιδιοῦ» Διασκευὴ Θ. Μακροπούλου)

Ἀπὸ μικρὸς ὁ Ζώης Καπλάνης ὑπῆρξεν ἥρως τῆς ζωῆς. Θὰ ἦτο τεσσάρων ἐτῶν — ἐκεῖ πέραν εἰς τὸ χωρίον τῆς Ἠπείρου Γραμμένον — ὅταν ἀπέθανεν ἡ καλή του μήτηρ.

Τὸ θέαμα τῆς ἐξηπλωμένης ἀψύχου γυναικὸς ὁ Ζώης δὲν τὸ ἐλησμόνησε ποτέ.

Ὀλίγα ἔτη βραδύτερον ὁ πατήρ του ἐνυμφεύθη καὶ πάλιν. Δυστυχῶς ἡ μητρυιὰ δὲν συνεπάθησε καθόλου τὸ ξένον παιδί.

Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ νέα συμφορὰ ἐκτύπησε τὸν μικρὸν Ζώην:

Ἀπέθανε καὶ ὁ πατήρ του! Συνῆλθεν ὅμως ταχέως καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐργασθῇ, διὰ νὰ συντηρήσῃ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν μητρυιάν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψῃ.

—Εἶσαι ἀξιέπαινος, μικρέ μου Ζώη, τοῦ εἶπε μίαν ἡμέραν ὁ ἱερεύς, ποὺ βοηθεῖς τὴν μητρυιάν σου, καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἀνταμείψῃ.

Ὁ Ζώης μὲ ἕνα τεμάχιον ξηροῦ ἄρτου ἔτρεχεν εἰς κάθε ἐργασίαν. Τέλος ἔγινε καὶ ξυλοκόπος. Τὰ ξύλα, ὅσα ἔκοπτε, τὰ μετέφερεν ὁ ἴδιος εἰς τὰ Ἰωάννινα, ὅπου τὰ ἐπώλει. Καὶ μὲ τὰ χρήματα ἠγόραζε τὰ ἀναγκαῖα καὶ ἐπέστρεφεν εἰς τὸ χωρίον.

Εἰς τὴν πατρικὴν οἰκίαν ὅμως τὸν ἀνέμενον, ἀντὶ εὐχαριστιῶν, αἱ ὕβρεις καὶ κάποτε καὶ τὸ ξύλον τῆς σκληρᾶς μητρυιᾶς.

Ὤ! Ἦτο πολὺ δυστυχὴς ἡ ζωὴ τοῦ μικροῦ Ζώη. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς ὅλην τὴν περιοχὴν τὸν ὠνόμαζον «Πικροζώην».

Ἐπτὰ ὁλόκληρα ἔτη ὑπέμεινεν ὁ Ζώης τὴν σκληρὰν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄδικον κακομεταχείρισιν τῆς μητρυιᾶς του. Ἡ ψυχή του εἶχεν ἐκχειλίσει ἀπὸ πικρίαν.

Ἕνα ἀπόγευμα ἐπέστρεψε κατάκοπος εἰς τὴν οἰκίαν καί, ἀντὶ νὰ εὕρῃ ὀλίγην τροφὴν καὶ ἕνα, ἔστω, γλυκὺν λόγον, ἤκουσε πάλιν ὕβρεις καὶ ἐδέχθη ἰσχυρὸν ράπισμα. Ἡ ἀδικία τὸν ἔπνιξεν, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε.

Ἐστράφη, ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἐξῆλθεν. Ἔπειτα ἠκολούθησεν ἀποφασιστικῶς τὸν κάτω δρόμον τοῦ χωρίου — ξυπόλυτος καὶ κακοενδεδυμένος — χωρὶς νὰ σκέπτεται τίποτε, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ παύσῃ τὰ δάκρυα.

Αἴφνης εἰς τὸ βάθος κάτω τῆς πεδιάδος διακρίνει τὴν λίμνην τῶν Ἰωαννίνων μᾶλλον σκοτεινή. Πέραν αὐτῆς, εἰς τὴν πόλιν φαίνονται τὰ ποῶτα φῶτα.

—Θὰ πάω στὰ Γιάννενα, ψιθυρίζει.

Καὶ σφογγίζει διὰ τῆς χειρός του τὰ δάκρυα Καὶ ἀμέσως ἀκολουθεῖ τὸ κατωφερὲς μονοπάτι.Μιαν ὥραν βραδύτερον περιπλανᾶται εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Ἠπειρωτικῆς πρωτευούσης.

Ἡ νὺξ ἐπροχώρησεν. Ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἕνα καταλυμα. Τὰ ὀλίγα χρήματά του ὅμως τὰ εἶχε δώσει εἰς τὴν μητρυιάν.

Παρεκάλεσεν εἰς ἕνα πανδοχεῖον νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ κοιμηθῇ κάπου, ἀλλὰ τὸν ἐκδιώκουν. Ποῦ νὰ σταθῇ, κατάκοπος, ὅπως ἦτο; Ἡ πόλις ἔχει ἡσυχάσει. Περιφέρεται ὀλίγον ἀκόμη ὡς σκιὰ καὶ τέλος ἐξαπλώνεται εἰς τὸ πλατὺ βάθρον τῆς εἰσόδου μιᾶς ἀρχοντικῆς οἰκίας.

Καὶ μήπως ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ; Τὸν βασανίζουν τὸ νυκτερινὸν ψῦχος, ἡ μοναξιά, αἱ σκέψεις, αἱ ἀναμνήσεις.
Τὰ δάκρυα πλημμυρίζουν πάλιν τοὺς ὀφθαλμούς του. Ἀνασηκώνεται τότε καὶ ἀρχίζει μίαν θερμὴν προσευχὴν πρὸς τὸν Θεόν.

Τὰ χείλη σαλεύουν:

—Καὶ Σύ, Χριστέ μου, ὅταν ἤσουν μικρὸ παιδάκι,ἐγνώρισες κατατρεγμούς. Ἡ καλή Σου Μητέρα μὲ τὸν Ἰωσήφ,
διὰ νὰ Σὲ σώσουν, Σὲ ἐπῆγαν πολὺ μακριά, ἐκεῖ κάτω εἰς τὴν Αἴγυπτον. Γι’ αὐτό, Ἰησοῦ, ἀγαπᾷς ἰδιαιτέρως τὰ ὀρφανὰ καὶ ἔρημα παιδιά. Προστάτευσέ με λοιπὸν καὶ μέ. Δός μου θάρρος καὶ ἐλπίδα.

Ἡ προσευχὴ αὐτὴ δίδει δύναμιν εἰς τὸ ὀρφανόν. Τέλος ὁ ὕπνος τοῦ σφραγίζει τοὺς ὀφθαλμούς.


ΘΕΟΣΤΑΛΤΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ

Ἀνέτειλε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Εἶναι Κυριακή, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ κώδωνες τῶν ναῶν ἀντηχοῦν εἰς ὅλην τὴν πόλιν. Ἡ μία θύρα μετὰ τὴν ἄλλην ἀνοίγονται καὶ μικροί, μεγάλοι, πλούσιοι, πτωχοὶ πηγαίνουν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ.

Μόνον ὁ μικρὸς Ζώης, κοιμᾶται ἀκόμη.

Αἴφνης ἡ μεγάλη θύρα τοῦ ἀρχοντικοῦ ἀνοίγεται καὶ αὐτὴ καὶ ὁ οἰκοδεσπότης — ὁ κύριος Χατζηνίκου — στέκεται ἔκπληκτος. Τὸ θέαμα τοῦ κοιμωμένου παιδιοῦ τὸν συγκινεῖ.

—Τὸ δυστυχισμένον! ψιθυρίζει. Ποιός ξέρει τὴν συμφοράν του καὶ τὸν πόνον του!

Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐξυπᾷ ὁ Ζώης ἀποτόμως. Σηκώνεται. Τρίβει τοὺς ὀφθαλμούς του. Τακτοποιεῖ ὀλίγον τὰ μαλλιά του. Καὶ παρατηρεῖ, ἔκπληκτος καὶ αὐτός, τὸν οἰκοδεσπότην.

—Πῶς εὑρέθης ἐδῶ, παιδί μου; τὸν ἠρώτησε τότε ὁ πονετικὸς Ἠπειρώτης.

Καὶ χωρὶς νὰ περιμείνῃ ἀπάντησιν, φωνάζει τοὺς ὑπηρέτας του καὶ τοὺς συνιστᾷ νὰ περιποιηθοῦν τὸ ξένον παιδί. Καὶ ἀμέσως αὐτὸς φεύγει διὰ τὴν ἐκκλησίαν. Ἐκεῖ προσεύχεται καὶ διὰ τοὺς ἰδικούς του καὶ διὰ τὸ ἄγνωστον παιδί, τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει νὰ προστατεύσῃ.

Οἱ ὑπηρέται εἰσάγουν τὸν Ζώην εἰς τὸ ἀρχοντικόν. Τὸ παιδὶ μένει κατάπληκτον ἀπὸ ὅσα βλέπει. Πόσος πλοῦτος!

Ἀλλὰ καὶ πόσον καλοὶ ἄνθρωποι! Ὅλοι γελαστοί. Καὶ τοῦ ὁμιλοῦν μὲ ἀγάπην, σὰν νὰ γνωρίζωνται ἀπὸ πολλὰ ἔτη. Τοῦ δίδουν ἀμέσως καινουργῆ ἐνδύματα. Τοῦ προσφέρουν θερμὸν ποτὸν καὶ ἄφθονον ψωμί. Ὁ Ζώνης πρώτην φορὰν ἀντικρύζει τόσην καλωσύνην.

Ἐκεῖνος ὁ μάγειρος, τί χρυσὸς ἄνθρωπος! Τὸν περιποιεῖται σὰν νὰ εἶναι υἱός του.

—Φάγε, Ζώη, τοῦ λέγει, γιατὶ ἔχεις ἀδυνατίσει πολύ.

Ὁ Ζώης ένθυμεῖται πῶς διῆλθε τὴν νύκτα. Κατόπιν τοῦ ἔρχεται εἰς τὸν νοῦν ἡ προσευχὴ καὶ λέγει μέσα του μὲ
βαθεῖαν συγκίνησιν:

—Θεέ μου, Σὲ εὐχαριστῶ! Σὲ εὐχαριστῶ!

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κύριος Χατζηνίκου ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν. Κάποιος τότε φωνάζει:

—Ζώη, ἔλα ἐδῶ, σὲ θέλει τὸ ἀφεντικό.

Ὁ Ζώης εἶναι ταραγμένος, σχεδὸν τρέμει. Παρουσιάζεται εἰς τὸν καλὸν οἰκοδεσπότην, ἀλλὰ εὑρίσκει ἀρκετὸν θάρρος καὶ ἀπαντᾷ εἰς ὅσα ἐκεῖνος τὸν ἐρωτᾷ.

Ὁ κύριος Χατζηνίκου ἀκούει μὲ προσοχὴν τὴν ἱστορίαν τοῦ μικροῦ βιοπαλαιστοῦ, ἐννοεῖ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ ἁγνότητα τοῦ παιδιοῦ. Συγκινεῖται καὶ τοῦ λέγει:

—Ἀφοῦ ὁ Θεὸς σε ἔστειλε στὸ σπίτι μου, θὰ μείνῃς ἐδῶ, παιδί μου. Θὰ βοηθῇς τὸν μάγειρο. Θὰ ἔρχεσαι κάποτε εἰς τὸ κατάστημά μου γιὰ κανένα θέλημα. Δέχεσαι;

Ὁ Ζώης δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ. Κύπτει μόνον καὶ ἀσπάζεται μὲ δάκρυα τὴν χεῖρα τοῦ εὐεργέτου του.
Ὁ προστάτης τοῦ Ζώη διετήρει τότε εἰς Ἰωάννινα κεντρικὸν κατάστημα γουναρικῶν. Εἶχε καὶ ὑποκατάστημα εἰς τὸ Βουκουρέστιον.


ΝΕΑ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΖΩΗΣ

Ὁ μικρὸς Ἠπειρώτης, ἀφοῦ ἐξησφάλισε τὴν στοργικὴν προστασίαν τοῦ καλοῦ ἀνθρώπου, ἀρχίζει μίαν νέαν περίοδον τῆς ζωῆς του.

Βοηθεῖ τὸν μάγειρον, ψωνίζει εἰς τὴν ἀγοράν, ἐκτελεῖ προθύμως διάφορα θελήματα, ἀκόμη καὶ τῶν μεγαλυτέρων του ὑπηρετῶν.

Σέβεται ὅλους τοὺς μεγαλυτέρους, ἂς εἶναι ὑπηρέται. Καὶ φέρεται μὲ διακριτικότητα, διὰ νὰ μὴ θίξῃ κανένα.
Ἐνώπιον τῶν ἄλλων δὲν ὁμιλεῖ.

—Λέγε καὶ σὺ τίποτε, τὸν ἐνθαρρύνει ὁ μάγειρος.

Ὁ Ζώης ὅμως μειδιᾷ.

—Λέγε μας, εἶπε μίαν ἡμέραν εἷς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κυρίου Χατζηνίκου, τὰ ἔμαθ῟ες ὅλα τὰ γράμματα τοῦ
ἀλφαβήτου;

—Τὰ ἔμαθε, ἀπήντησεν ὁ μάγειρος. Καὶ μάλιστα διαβάζει ἀρκετὰ καλά.

Ὁ μικρός, ὅταν τοῦ ἔμενε καιρός, ἐμελέτα. Ὁ Ζώης οἰκονόμησεν ἓν βιβλίον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὰς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου εἰς τὸ ἐξώφυλλον καὶ τὰς λέξεις: «Σταυρέ, βοήθει!»

Πόσην χαρὰν ᾐσθάνθη τὸ παιδί, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν κατώρθωσε καὶ ἔγραψε τὰς δύο ἐκείνας λέξεις!

Μίαν νύκτα ὁ οἰκοδεσπότης ἠγέρθη τυχαίως καὶ ἐξῆλθε τοῦ δωματίου του. Τότε διέκρινεν, ὅτι εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ μικροῦ ὑπῆρχεν ἀκόμη φῶς. Ὁ Ζώης ἐμελέτα καὶ ἔγραφεν.

Ἀντελήφθη δέ, ὅτι κάποιος εἶχε πλησιάσει τὴν θύραν τοῦ δωματίου, καὶ δι’ αὐτὸ ἔσβησε τὸν λύχνον καὶ ἐχώθη εἰς τὰ σκεπάσματά του.

—Μήπως μὲ παρεφύλαξαν; ἐσκέφθη. Καὶ ἂν ἦτο τὸ ἀφεντικὸ καὶ μ’ ἐκαταλαβε, ἀσφαλῶς θὰ μοῦ ἀπαγορεύσῃ
τὴν μελέτην.

Τὴν ἑπομένην ὁ οἰκοδεσπότης ἐκάλεσεν εἰς τὸ γραφεῖόν του τὸν Ζώη.

—Παιδί μου, τοῦ λέγει, εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ σέ.

Ἔχω πληροφορηθῆ τὰς προόδους σου καὶ εἰς τὰ γράμματα καὶ σὲ συγχαίρω. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει τώρα νὰ φύγῃς ἀπὸ τὸ μαγειρεῖον καὶ ἀπὸ τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ καὶ νὰ ἔλθῃς νὰ ἐργάζησαι εἰς τὸ κατάστημα. Ἐκεῖ θὰ σοῦ μένῃ καιρὸς καὶ διὰ μελέτην.

Διὰ δευτέραν φορὰν ὁ Ζώης ἀσπάζεται τὴν χεῖρα τοῦ εὐεργέτου του καὶ τὴν βρέχει μὲ τὰ δάκρυά του, χωρὶς νὰ
δύναται νὰ εἴπῃ λέξιν.

Εἰς τὴν νέαν του ἐργασίαν ὁ Ζώης ἐπιδεικνύει ἐξαιρετικὴν προσοχήν, προθυμίαν καὶ ἐπιμέλειαν. Ἐντὸς ὀλίγου μανθάνει τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐργασίας καὶ βλέπει ἐπίσης πῶς πλύνουν τὰ γουναρικά, πῶς τὰ ράπτουν καὶ πῶς τὰ συσκευάζουν εἰς δέματα.

Ὁ κύριος Χατζηνίκου χαίρει διὰ τὰς προόδους τοῦ προστατευομένου του καὶ θεωρεῖ καύχημά του νὰ ἔχῃ εἰς τὸ κατάστημά του παρόμοιον ὑπάλληλον.

Βραδύτερον αὐξάνει τὸν μισθὸν τοῦ Ζώη καὶ καθιστᾷ τοῦτον σπουδαῖον παράγοντα εἰς τὴν ἐπιχείρησίν του. Ὁ νέος δὲν ὑπερηφανεύεται καθόλου. Συμπεριφέρεται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ προστάτου του ὅπως καὶ πρίν.

Ἐξ ἄλλου συνεχίζει τὴν μελέτην. Καὶ δὲν λησμονεῖ νὰ εὐχαριστῇ τὸν Θεὸν εἰς τὰς προσευχάς του διὰ τὴν τόσην προστασίαν.

ΔΕΝ ΛΗΣΜΟΝΕΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟΝ ΤΟΥ

Ὀλίγα ἔτη κατόπιν ὁ κύριος Χατζηνίκου ἀναχωρεῖ ἐξ Ἰωαννίνων καὶ ἐγκαθίσταται εἰς τὸ Βουκουρέστιον. Τὸν
συντροφεύει καὶ ὁ Ζώης Καπλάνης, ἔμπειρος, πλέον εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν γουναρικῶν. Καὶ οἱ δύο ἀναπτύσσουν τὰς ἐργασίας. Ὁ πρῶτος διευθύνει τὸ κατάστημα καὶ ὁ Ζώης ταξιδεύει διὰ γουναρικὰ εἰς ἀρκετὰς χώρας τῆς Εὐρώπης.

Πόσην χαρὰν αἰσθάνεται, ὅταν ἐπιστρέφῃ πλησίον τοῦ κυρίου Χατζηνίκου! Καὶ πάντοτε τοῦ ὑπενθυμίζει:

—Ἐλησμόνησες, κύριε, τὸν δύστυχον Ζώην, τὸν ὁποῖον ἀντίκρυσες μὲ πόνον μίαν Κυριακὴν ἐμπρὸς εἰς τὴν θύραν τοῦ σπιτιοῦ σου! Θυμᾶσαι, ὅτι ἔτρεμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὸ κρύον! Ἦτο πεντάρφανος καὶ παντέρημος εἰς τὸν κόσμον.

Τὸ σπίτι σου ἔγινε πατρικόν μου. Καὶ εὑρῆκα ὅ,τι μοῦ ἔλειπε· περιποίησιν καὶ πρὸ παντὸς ἀγάπην. Ἐστάθης δι’ ἐμὲ προστάτης καὶ διδάσκαλος. Ὅ,τι εἶμαι τώρα καὶ ὅ,τι ἔχω τὸ χρτωστῶ είς σέ.

Μετ’ ολίγα ἔτη ὁ κὐριος Χατζηνίκου ἀπέθανε καὶ ὁλοκληρος ἡ ἐπιχείρησης ἔμείνεν εἰς χεῖρας τοῦ Καπλάνη. Πλοῦτος πολύς, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ηὔξανε. Ὁ Ζώης δὲν λησμονεῖ τὸν τόπο του καὶ τοὺς δυστυχεῖς.

—Θὰ δώσω χρήματα εἰς τὰ ὀρφανὰ καὶ εἰς τοὺς πεινασμένους λέγει μόνος του. Θὰ κτίσω σχολεῖα εἰς τὸν τόπον μου, διὰ νὰ μάθουν γράμματα ὅσα παιδιὰ θέλουν νὰ σπουδάσουν. Τὰ χρήματα δὲν εἶναι ἰδικά μου. Μοῦ τὰ ἔδωσεν ὁ Θεός. Καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὰ διαθέσω δι’ ἄλλους σκοπούς.

Ἀρχίζει λοιπὸν τὰς δωρεάς. Στέλλει πολλὰς χιλιάδας χρυσῶν λιρῶν καὶ κτίζει ἕνα μεγάλον πρότυπον σχολεῖον εἰς Ἰωάννινα. Συντηρεῖ μὲ ἰδικά του χρήματα τὰς περιφήμους τὀτε σχολάς, τὴν Ἀθωνιάδα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὴν Πατμιάδα τῆς Πάτμου. Στέλλει πολλὰ χρήματα εἰς τὸ νοσοκομεῖον, διὰ νὰ νοσηλεύωνται οἱ ἄποροι.

Στέλλει ἐπίσης χρήματα, διὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν συμπατριῶται του ἀπὸ τὰς τουρκικὰς φυλακάς. Ἀγαπᾷ ἰδιαιτέρως τὰ ὀρφανὰ καὶ στέλλει δι’ αὐτὰ δέκα χιλιάδας λιρῶν εἰς ᾽Ιωάννινα καὶ δέκα χιλιάδας διὰ τὰ ὀρφανα τοῦ Γραμμένου.

Ἐν ὅσῳ ἔζη ὁ Ζώης Καπλάνης δὲν ἔπαυσε νὰ εὐεργετῇ τὸν τόπον του. Καὶ ὅταν ἀπεδήμησεν εἰς Κύριον, ἀφῆκεν ὅλην του τὴν περιουσίαν — ἑκατὸν ὀγδοήκοντα τρεῖς χιλιάδας λιρῶν — εἰς φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα.

Ἐκ τοὐ περιοδικοῦ «Ζωὴ τοῦ Παιδιοῦ» Διασκευὴ Θ. Μακροπούλου


Γ. ΜΕΓΑ, Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ
Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ
Δ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ 1959

ντιγραφὴ γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»