῾Η κ. Σοφία καί ὁ κ. Γιάννης ἦταν ἕνα ὑποδειγματικό ζευγάρι καί καλοί γονεῖς.

᾿Εκείνη ἀφοσιωμένη στά καθήκοντά της τά οἰκογενειακά καί ὁ σύζυγός της ἄφηνε τήν καλύτερη ἐντύπωσι στήν κοινωνία τοῦ χωριοῦ καί στήν ὑπηρεσία του.

᾿Εργαζόταν ὡς ὑπεύθυνος τμήματος ἑνός ἐργοστασίου τῆς περιοχῆς. Τά δυό παιδιά τους, ἡ Εὐανθία καί ἡ Ζωή, στό Γυμνάσιο ἡ πρώτη καί στήν Στ΄ Δημοτικοῦ ἡ δεύτερη, ξεχώριζαν μέσα στό Σχολεῖο.

Καί γιά τήν ἐπιμέλειά τους, κυρίως ὅμως γιά τό ἦθος τους, στό ὁποῖο ἔκδηλη φαινόταν ἡ φροντίδα τῶν γονέων καί εἰδικώτερα ἡ σφραγίδα τῆς μητέρας.

Τήν Κυριακή ἐκκλησιαζόταν ὅλοι μαζί καί ἦταν νά τούς καμαρώνη κανείς, ἔτσι καθώς προσηλωνόταν στήν θεία Λειτουργία.

Τί καλό ζευγάρι! τί καλά παιδιά, ἔλεγαν καλοδιάθετα ὅλοι.

– Τόσο καλά παιδιά πού ἔχετε, κάντε κι’ ἕνα τρίτο, εἶπε στήν κ. Σοφία ἡ γειτόνισσα.

– Φθάνουν τά δύο, κ. ᾿Ανθή. Μ’ ἕναν μισθό εἴμαστε, μέ ἐνοίκιο στό σπίτι καί τόσα ἄλλα. Βλέπεις, εἴμαστε ξένοι, ὅλα τ’ ἀγοράζουμε.

– ῎Εχει ὁ Θεός γιά ὅλους. Κάθε παιδί πού γεννιέται κολυμπάει μέσα στήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κι’ ἔχει μερίδιο στ’ ἀγαθά Του.

– Σωστά, μά τά παιδιά μεγάλωσαν τώρα… Ποιός ἀρχίζει πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή… Δέν θέλω ἄλλο…

– ῎Αχ, παιδάκι μου, τά παιδιά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ καί πάντα καλόδεχτα πρέπει νἆναι…

* * *

Πέρασαν μῆνες. ῾Ο χειμώνας ἔφυγε μέ τά κρῦα καί τούς βοριάδες καί ἡ ἄνοιξις ξύπνησε ὅλη τήν πλάσι.

Στόλισε τίς πλαγιές μέ πολύχρωμες ὀμορφιές καί γέμισε μῦρα τήν ἀτμόσφαιρα. Πλησίαζε τό Πάσχα πού βραδυπορώντας φέτο πάτησε στό κατώφλι τοῦ Μάη τήν πρώτη του μέρα. ῞Ολα ντυμένα στά γιορτινά τους πρόσμεναν τήν Λαμπρή.

Τά χελιδόνια μέ σπουδή κλωσσοῦσαν τ’ αὐγουλάκια τους στίς φωλιές τους καί οἱ πελαργοί κροτάλιζαν ἀπ’ τά ψηλά τήν χαρά τους, καθώς πρόσμεναν νά σπάσουν τά κελύφη τῶν αὐγῶν τους καί νά προβάλη ἡ καινούργια ζωή, οἱ νεοσσοί τους «καλοί λίαν» ὅπως ὥρισε ὁ Δημιουργός τους.

Τότε ἔνοιωσε καί ἡ κ. Σοφία νά ἀναδεύη μιά καινούργια ζωή στά σπλάχνα της. Καί αὐτή ἡ αἴσθησις σάν θλιβερή μουσική ὑπόκρουσις συνώδευε τίς σκέψεις της, τήν κάθε στιγμή της, ὑπερνικώντας τήν χαρά τῶν ἡμερῶν. ᾿

Αγωνία καί ἀθυμία μαζί κατέκλυσαν τήν ψυχή της. Μά δέν εἶπε τίποτε. «Νά συγκρατηθῶ, νά περάσουν οἱ γιορτερές μέρες καί βλέπουμε», σκεφτόταν.

Μέ τήν πρώτη εὐκαιρία ἐξέφρασε τήν ὑπόνοιά της στόν σύζυγό της.

– Πρῶτα νά βεβαιωθοῦμε, εἶπε δειλά ἐκεῖνος, βλέποντάς την ἀναστατωμένη.

Σάν πέρασε ἡ Διακαινήσιμος, τήν ἄλλη μέρα, ξεπροβόδισαν τά παιδιά στό σχολεῖο καί οἱ δυό τους ἐπισκέφθηκαν τόν γιατρό στήν κοντινή πόλι.

– Μέσα σας πάλλει μιά καινούργια ζωή, εἶπε στήν κ. Σοφία. Εἶσθε στόν 2ο μῆνα τῆς κυήσεως. ῎Εχετε ἄλλα παιδιά;

–῎Αλλα δύο, γιατρέ… Καί δέν ἤθελα τρίτο… ψέλλισε καί ἀπ’ τά μάτια της ἀνάβρυσαν δάκρυα.

– Γιατί, κυρία μου; Σᾶς φαίνεται πολύ τό τρίτο παιδί; Στήν ἐποχή μας εἶναι λίγα τρία παιδιά. Ποῦ ξέρουμε τί ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή στόν καθένα μας, σέ μᾶς καί στά παιδιά μας;

– Τά παιδιά δέν εἶναι μόνο κόπος καί φροντίδα… Εἶναι κυρίως δαπάνη… καί μ’ ἕναν μισθό… εἶναι πρόβλημα…

– Τά παιδιά εἶναι καί εὐλογία. Ποῦ ξέρετε μέ τί χαρίσματα θἆναι προικισμένο αὐτό τό παιδί, καί ποῦ ξέρετε ἄν δέν σταθῆ αὐτό ἡ βακτηρία τῶν γηρατειῶν σας; Νἄχετε ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι’ ὅλα καλά θά πᾶνε.

– Σάν πνευματικός μιλήσατε…

– Μίλησα σάν πατέρας καί σάν γιατρός, ταγμένος νά ὑπηρετῶ τήν ζωή.

– Πόσα παιδιά ἔχετε, γιατρέ;

– Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, πέντε.

῾Η κ. Σοφία δέν μίλησε. ῎Ενευσε τό «χαίρετε» καί σιωπηλή προχώρησε πρός τήν πόρτα.

῾Ο κ. Γιάννης ἔσφιξε τό χέρι τοῦ γιατροῦ, εὐχαριστώντας τον.

Ταξίδεψαν σιωπηλοί στό χωριό τους.

Τά παιδιά γύρισαν χαρούμενα ἀπό τό σχολεῖο καί γέμισε τό σπίτι μέ τήν παρουσία τους.

– Μαμά, γράψαμε διαγώνισμα, στήν Φυσική, φώναξε χαρούμενη ἠ Εὐανθία.

– Καλά, παιδί μου.

– Μαμά, σάν κάτι νά σ’ ἀπασχολῆ. Τί συμβαίνει;

– Νοιώθω λίγο κουρασμένη, αὐτό εἶναι ὅλο.

Τήν ἄλλη μέρα ζήτησε νά δῆ τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας τους, πού ἦταν καί ὁ πνευματικός, στό ἐπιτραχῆλι τοῦ ὁποίου ἀπόθετε τούς προβληματισμούς καί τά ἁμαρτήματά της.

῞Οταν μπῆκε στό Γραφεῖο του, δίπλα στόν ναό, ὁ π. Γεώργιος ἀνησύχησε βλέποντάς την ταραγμένη.

– Εἶναι, λοιπόν, τόσο σοβαρό τό πρόβλημα; Τί συμβαίνει;

– Πολύ σοβαρό. Καί τοῦ ἐξιστόρησε τό γεγονός.

– Μά αὐτό εἶναι εὐχάριστο! Χαρά καί εὐλογία! «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!

– Θά προτιμοῦσα νά μήν ἐρχόταν, πάτερ… δέν μπορῶ ἀκόμη νά τό ἀποδεχθῶ.

– Μήπως σοῦ πέρασε ἡ σκέψις νά ἀπαλλαγῆς;

– Μέ στεναχωρεῖ ἡ ὕπαρξίς του, μά δέν θά τό ἐπέτρεπα ποτέ στόν ἑαυτό μου τέτοιο πράγμα.

– Σωστά, παιδί μου, γιατί ξέρεις εἶναι «φόνος ἐκ προμελέτης»· ἔγκλημα πού τό διαπράττουν δυστυχῶς οἱ φυσικοί προστάται τοῦ ἀδυνάμου νά αὐτοπροστατευθῆ ἐμβρύου. ῎Εγκλημα ἀποτρόπαιο, κι’ ἄς κλείνη θεληματικά τά μάτια του ὁ νόμος τῶν ἀνθρώπων. Δέν κολάζεται στήν γῆ, μά ποιός θά ξεφύγη ἀπό τήν δικαία κρίσι τοῦ Θεοῦ; Οὐδείς!

᾿Ηρέμησε, κ. Σοφία.

῾Ο Θεός πού ἔδωσε αὐτήν τήν ζωή μέσα σου θά μεριμνήση καί γι’ αὐτήν. Εἶναι δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Δέξου το μέ χαρά. Γιατί δέν φθάνει νά συμβιβασθῆς, πρέπει νά τό ἀγαπήσης. Γιατί καί μέσα στά σπλάχνα σου τό ἀνεπιθύμητο παιδί αἰσθάνεται τήν ἀποστροφή καί αὐτό ἐπηρεάζει τήν ὅλη ψυχοσωματική του κατάστασι.

– Δέν ξέρω τί νά πῶ καί τί νά κάνω.

– Πές ἀποφασιστικά: «Γενηθήτω τό θέλημά σου, Κύριε». ῎Ακουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ. Σοῦ μίλησε μέ τό στόμα τοῦ γιατροῦ. Σοῦ μιλᾶ, ἄν θές, καί μέ τήν ταπεινότητά μου, μέ τό στόμα ἑνός πολυτέκνου κληρικοῦ, πού εἶδε πλούσια τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τῆς πολυμελοῦς οἰκογενείας του.

– Σᾶς εὐχαριστῶ, πάτερ, μά πῶς νά τό πῶ, θἄθελα κάτι δυνατώτερο νά μέ ταρακουνήση.

– ῾Ο Θεός μᾶς μιλᾶ κάθε μέρα καί μέ διαφορετικούς τρόπους, φθάνει ἐμεῖς νά ἔχουμε αὐτιά πού ἀκοῦνε.

῾Η κ. Σοφία γύρισε στό σπίτι της καί ἀγωνιζόταν νά συμφιλιωθῆ μέ τό γεγονός, νά βρῆ τήν ἀλλοτινή χαρά της, τήν σιγουριά, τήν ξενοιασιά της.

Γυρόφερνε τίς δουλειές της, μά ἡ σκέψις της ἦταν κολλημένη στό ἀνεπιθύμητο πού κυοφοροῦσε. Πόσο δυσκολευόταν νά ἀποδεχθῆ τό γεγονός!… Μόνο τόν τελευταῖο μῆνα νοιάστηκε γιά τά ρουχαλάκια τοῦ παιδιοῦ.

῏Ηταν οἱ πρῶτες μέρες τοῦ Δεκέμβρη ὅταν ἡ κ. Σοφία ἔφερε στόν κόσμο ἕνα ὁλόγερο καί καλόγνωμο ἀγοράκι. ῎Ετρωγε καί κοιμόταν, δίχως κλάματα καί γκρίνια, σάν νά πρόσεχε νά μήν κουράση τήν μητέρα του.

Μά ἐκείνη ἔνοιωθε ἄβολα ἀκόμη μ’ αὐτή τήν ἄκαιρη, ὅπως τήν θεωροῦσε, γέννα. Καί τήν ἐντυπωσίαζε καί τήν παραξένευε ἡ χαρά τῶν παιδιῶν της καί τοῦ συζύγου της πού ξεχείλιζε, θαρρεῖς, ἀπ’ τήν καρδιά τους καί ἀνέβαινε στό πρόσωπο καί ξεχύνονταν ὁρμητική γύρω.

Στό σπίτι, πού μέ πολλή φροντίδα συγύρισαν ἡ Εὐανθία μέ τήν Ζωή, περίμενε τό νεογέννητο ἕνα ὁλοκαίνουργιο κρεββατάκι. Τό διάλεξαν οἱ ἴδιες καί τό ἔστησαν μέσα στό δικό τους δωμάτιο.

– Τόν θέλουμε μαζί μας, ἐμεῖς θά τόν προσέχουμε, εἶπαν παρακλητικά καί ἡ κ. Σοφία δέν τούς ἀρνήθηκε αὐτή τήν χαρά, μιά καί θά εἶχαν διακοπές.

῏Ηταν παραμονές Χριστουγέννων καί τό σπίτι μοσχομύριζε ἀπό τίς ἑτοιμασίες τῶν ἡμερῶν.

Τήν παραμονή τούς ἐπισκέφθηκε ἡ μελλοντική νουνά τοῦ μικροῦ, χάρηκε μαζί τους καί φεύγοντας, ἄφησε καί τό δωράκι της: ῞Ενα μικρό πιάνο-παιχνίδι μέ 6-7 χοντρά ξύλινα πλῆκτρα.

῾Η Ζωή τό ἔβγαλε ἀπό τό περιτύλιγμά του καί τό στόλισε πάνω στό τραπέζι τοῦ παιδικοῦ δωματίου. «Θά τό δοκιμάσουμε αὔριο, πού εἶναι Χριστούγεννα» εἶπε.

Πῆρε καί σκοτείνιαζε καί μόνο τά λαμπάκια τοῦ Χριστουγεννιάτικου δένδρου σκορποῦσαν χαρούμενες μαρμαρυγές μέσα στό δωμάτιο, ὅπου ἥσυχα ἀναπαυόταν ὁ «Βενιαμίν» τῆς οἰκογενείας.

Τό δεῖπνο ἦταν λιτό, νηστήσιμο, τό βράδυ τῆς παραμονῆς. Τό πρωΐ, στήν Χριστουγεννιάτικη θ. λειτουργία θά κοινωνοῦσαν ὅλοι, ἐκτός ἀπό τήν μητέρα καί τό νεογέννητο.

῾Η κ. Σοφία ἔμεινε γιά λίγο στήν κουζίνα, ἐνῶ ὁ κ. Γιάννης καί τά παιδιά ἔσκυψαν συγκινημένοι πάνω στό μικρό τους καί τό καληνύχτισαν ἀπιθώνοντας ἁπαλά γλυκό τό φιλί τους πάνω στό μέτωπό του.

῾Η Εὐανθία καί ἡ Ζωή καληνύχτισαν τούς γονεῖς τους καί μπῆκαν στό δωμάτιό τους. Γονάτισαν γιά τήν βραδινή τους προσευχή κι’ ὕστερα εἰρηνικά ἀποκοιμήθηκαν.

Σέ λίγο τό σπίτι ξαπόσταινε στό σκοτάδι καί μόνο τό ἱλαρό φῶς τοῦ κανδηλιοῦ ἀπό τό σαλόνι μαζί μέ τά φωτάκια τοῦ δένδρου ἀπό τό δωμάτιο τῶν παιδιῶν ἀχνοφώτιζαν τό ἐσωτερικό του κι’ ἀπ’ τίς ἀνοιχτές πόρτες τρύπωναν στά ὑπνοδωμάτια, χύνοντας ἱλαρότητα στά κοιμισμένα πρόσωπα.

* * *

Τί νύχτα ἦταν αὐτή! ῾Η πιό σημαντική στήν ἱστορία τοῦ κόσμου! Νύχτα γεμάτη μυστήριο! «Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα γεμάτη μάγια»!

Τό ρολόϊ χτυποῦσε ἁπαλά τίς ὧρες, σάν γιά νά μήν ταράξη τόν ὕπνο τῶν δικαίων. Μά ξαφνικά μιά μελωδία γλυκειά, πρωτάκουστη, ὅλο ἁρμονία ξεχύθηκε στό δωμάτιο τῶν παιδιῶν. Μιά μελωδία θεσπέσια, οὐράνια, ἀγγελική!

Πρώτη ξύπνησε ἡ Εὐανθία. ᾿Ανακάθησε. ᾿Από ποῦ ἐρχόταν αὐτή ἡ μουσική μελωδία; Τό ἐνετόπισε! ᾿Από τό μικρό πιάνο-παιχνίδι ἔβγαιναν οἱ νότες, χωρίς κανείς νά τό πειράξη, χωρίς κανείς ν’ ἀγγίξη τά πλῆκτρα του!

᾿Εκείνη τήν ὥρα ξύπνησε καί ἡ Ζωή.

– Εὐανθία, ἐσύ παίζεις;

– ῎Οχι, ξύπνησα ἀπό τήν μουσική.

– Φοβᾶμαι, εἶπε ἡ Ζωή.

῾Η Εὐανθία ἔτρεξε στό δωμάτιο τῶν γονέων τους.

– Μαμά, μπαμπά, σηκωθῆτε.

Πετάχτηκαν καί οἱ δυό τους.

– Τί συμβαίνει;

– Τό πιάνο, τό παιχνιδάκι, ἀκοῦστε το, παίζει μόνο του ἐδῶ καί ὥρα… καί φοβηθήκαμε…

Μπῆκαν ὅλοι σιγά-σιγά στό δωμάτιο τῶν παιδιῶν.

῾Η θεσπέσια μελωδία ἐξακολουθοῦσε νά ἀκούγεται ἁπαλή, μυστηριακή.

῎Εμειναν νά ἀκοῦν κι’ ἦταν σάν νά στάλαζε στίς καρδιές τους μιά πρωτόγνωρη γαλήνη, ἕνα αἴσθημα πληρότητος καί χαρᾶς, ὥσπου χαμήλωσε καί ἔσβησε ἁπαλά.

Τότε ἔνοιωσαν πώς ἦταν ἄλλου κόσμου μουσική. Καί γονάτισαν. Σάν σέ κατανυκτική προσευχή. Τά δάκρυα κυλοῦσαν στά πρόσωπά τους

– Θεέ μου, ψιθύρισε ἡ κ. Σοφία, ἦρθες σήμερα στό σπιτικό μας, τήν μέρα τῆς συγκαταβάσεώς Σου… συγκατέβηκες καί σέ μᾶς ξεχωριστά, νεογέννητος ᾿Εσύ, ὁ Θεός μας… Καί μοῦ μίλησες τόσο συγκλονιστικά μέσα ἀπ’ αὐτό τό παιχνιδάκι, δίπλα ἐδῶ στήν κούνια τοῦ ἀνεπιθύμητου νεογέννητου παιδιοῦ μου… Συγχώρεσέ με, Κύριε… Γενηθήτω τό θέλημά Σου… Εὐλογημένο κι’ ἅγιο καί καλόδεχτο ὅ,τι θέλεις,… ὅ,τι μᾶς στέλνεις… γιά τώρα …καί γιά πάντα…

Σηκώθηκε, πῆρε τό βρέφος στήν ἀγκαλιά της καί γιά πρώτη φορά τό φίλησε ζεστά, μ’ ὅλη τήν θέρμη τῆς καρδιᾶς της, ἐνῶ τά χείλη της ψέλλιζαν «εὐλογημένον τό ἐρχόμενον ἐν ὀνόματι Κυρίου».


Πηγή: Περιοδικό «Ἁγία Λυδία», Δεκέμβριος 2000.

 
Πηγή: ΕΛΑΦΟΣ