to 1

Όλα άρχισαν μια μέρα, που είχα μια καταπληκτική ιδέα! «Βρε δεν πάω μια βόλτα στο δάσος, να πάρω καθαρό αέρα;

»Να κόψω κανένα λουλουδάκι;

»Να δω το στρογγυλό το φεγγαράκι;

»Να μετρήσω τα αστεράκια;

»Και γιατί όχι;

»Να κοιμηθώ εκεί το βράδυ»; σκέφτηκα, με το μικρό μου μυαλουδάκι.

Παρέα με τη πράσινη φύση, τα ψηλά δέντρα, τα μπλιαχ μαμούνια με τα πολλά πόδια, που με ανατριχιάζουν;

Να χαζέψω τα πολύχρωμα πουλιά, τους άγριους λύκους, τις χοντρές αρκούδες, τα λιοντάρια… τα…

«Ε! Ε!» θα μου πείτε… «Σαν πολλά δεν μας τα λες»;

Εντάξει καλέ, πως κάνετε έτσι;

Παρασύρθηκα και έβαλα και κάτι παραπάνω… λίγα λιοντάρια ,ας πούμε.

Άλλωστε τι πειράζει, ζώα δεν είναι κι αυτά;

Βέβαια, ίσως από άλλη γειτονιά κι από άλλο παραμύθι.

Αλλά όπως λέει κι η γιαγιά μου, που τα ξέρει όλα, γιατί είναι σοφή γιαγιά «όλοι οι καλοί… παντού χωράνε».

Χρειαζόμουνα ,που λέτε, μία τσάντα, για να βάλω μέσα τα απολύτως απαραίτητα πράγματα, που θα έπαιρνα μαζί μου, σε αυτήν την ωραία βόλτα.

Γιατί εγώ όταν ταξιδεύω, όλα κι όλα, θέλω τις ανέσεις μου.

Άνοιξα τη μεγάλη ντουλάπα, που έχουμε στο χωλ και βάζουμε μέσα ό,τι δεν μας χρειάζεται και λυπόμαστε να το πετάξουμε και… να σου μπροστά μου ένα σωρό τσάντες, μικρές, μεγάλες… ανάκατες και… άλλα πολλά.

Τά ‘χασα.

Πω! Πω!Τσαντομάνι!

«Τώρα ποιά να διαλέξω, που όλες μου αρέσουν»; αναρωτήθηκα αναποφάσιστη.

Αλλά επειδή είμαι πολύ έξυπνη (κι αυτό να το θυμάστε), σκέφτηκα ένα τρομερό παιχνίδι:

Έκλεισα τα μάτια, χώθηκα μέσα στη μεγάλη ντουλάπα, μέτρησα μέχρι το τρία και έπιασα μια τσάντα στην τύχη, στα τυφλά που λένε.

«Ένα… ένα… ε… ε…»

Ωχ το ξέχασα το παρακάτω! Αλλά δεν βαριέσαι, σκέφτηκα, ποιος θα το προσέξει;…

«Τρίααα…»

Γιατί μέτρησα μέχρι το τρία;

Γιατί μέχρι εκεί ξέρω να μετράω καλά, απ’ έξω και ανακατωτά. Αν και μεταξύ μας, νομίζω πως κάτι μικρό ξέχασα στο μέτρημα, αλλά ας μη το κάνουμε και θέμα!

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, κρατούσα στα χέρια μου μια μεγάλη τσάντα, τουλάχιστον δυο φορές σαν το μπόι μου… και βάλε.

Γιατί τόσο μεγάλη;

Δεν ξέρω, αυτή βρήκα μπροστά μου και για να μην τη προσβάλω, είπα… ας πάει και το παλιάμπελο… και τη διάλεξα.

Καλά δεν έκανα;

Σ’ αυτή τη μεγάλη τσάντα λοιπόν, που είχε μόνο μία ρόδα και κούτσαινε, έβαλα ό,τι χρειαζόμουν γι’ αυτή την ωραία βόλτα στο δάσος.

Τα απαραίτητα, που λέγαμε, δηλαδή έβαλα τα πάντα!

Μόνο μια παλιά, μικρή καρό κουβέρτα, λίγο τρύπια και πολύ ξεφτισμένη, που ήταν όμως η αγαπημένη μου.

Αυτήν την ολοκαίνουργια, κατά τα άλλα ,κουβέρτα, δεν την αποχωριζόμουν ποτέ μα ποτέ!

Γιατί όπως λέει και η μαμά μου στις φίλες της… έχω τις ανασφάλειες μου, αλλά δεν ανησυχεί καθόλου, γιατί… θα μου περάσει.

Με λίγα λόγια ,πιο απλά, είμαι κακομαθημένη.
Αλλά καλό παιδί!

Μόλις έβαλα στην τσάντα τη γλυκιά μου κουβερτούλα, και ησύχασα που δεν την ξέχασα, σκέφτηκα μήπως έπρεπε να πάρω και τίποτα άλλο μαζί μου.

Μπα!

Τι να κουβαλάω τώρα;

Να χαλάσει και το φερμουάρ της τσάντας;

Να σπάσει και η μία ρόδα;

Να φωνάζει και η μαμά;

Να μας ακούει και η γειτονιά;

Απαπά! Δεν κάνει!

Θα τα πάρω όλα από το δάσος, τελεία και παύλα και δεν σηκώνω κουβέντα επί του θέματος.
(Μη γελάτε εσείς, γιατί σας βλέπω).

Εκεί στο δάσος, έχει τα πάντα σας λέω, ακόμα και του πουλιού το γάλα.

Ναι καλέ, αυτό που πουλάνε στα σούπερ μάρκετ και δεν ξέρω γιατί, δεν το έχω δοκιμάσει ακόμα.

Και για να μην με καίει ο ήλιος, φόρεσα που λέτε, ένα καταπληκτικό πράσινο, ξεχειλωμένο καπέλο, που βρήκα μπροστά μου.

Λάθος επιλογή, γιατί ήταν του μπαμπά μου, που έχει να… ένα κεφάλι! Και μου έπεφτε λιγουλάκι μεγάλο.

Δυστυχώς ,όταν το κατάλαβα ήταν αργά… το είχα κιόλας φορέσει και πολύ μου άρεσε, γιατί ήταν άνετο, μου σκέπαζε το λαιμό, μου έκρυβε τα αυτιά, μαζί και τα μάτια και σε γενικές γραμμές, δεν μ’ έσφιγγε καθόλου!

Και το κυριότερο από όλα: Αυτό το καπέλο, είχε και το αγαπημένο μου χρώμα… πρά-σι-νο, αν και εμένα μεταξύ μας και εντελώς εμπιστευτικά, μου αρέσει πιο πολύ το ροζ το κουφετί!

Αμέ, το ξέρω ότι έχω καλό γούστο!
Κορίτσι δεν είμαι;

Αλλά αυτό το πράσινο καπέλο, που τόσο πολύ μου άρεσε, ήτανε πολύ μεγάλο, βρε παιδάκι μου, μα πολύ μεγάλο!

Μέχρι να το συνηθίσω, που δεν το συνήθισα ποτέ, κάθε τόσο έλεγα: «Το κεφάλι μου μίκρυνε ή το καπέλο μου μεγάλωσε τόσο πολύ, που σε κάθε δεύτερο βήμα δε βλέπω τη μύτη μου»;

Πάντως είχε μεγάλη πλάκα, γιατί το κεφάλι μου, έμαθε κολύμπι, μέσα σ’ αυτό το καπέλο και εγώ έμαθα να περπατάω… με κλειστά μάτια.

Τέλος πάντων, για να μην σας κουράζω άλλο, μετά από όλα αυτά, σκέφτηκα να πω ένα μεγάλο γεια, σε όλους στο σπίτι.

Ξέρετε τώρα, για να μη φωνάζει η μαμά… για να μην γκρινιάζει ο μπαμπάς… για να μη μουρμουρίζει ο παππούς… για να μην ανησυχεί η καλή μου η γιαγιά… για να μη μας ακούει η γειτονιά που έχει μεγάλα αυτιά… για όλα αυτά.

Η μαμά μου ήταν στην κουζίνα, καθάριζε κρεμμύδια για το στιφάδο, που θα μαγείρευε το βράδυ, κι έκλαιγε χωρίς σταματημό, όπως πάντα.

Όχι ,δεν έκλαιγε γιατί έφευγα, αλλά από τα κρεμμύδια που καθάριζε και της έκαιγαν τα μάτια.

Μόλις με είδε η μαμά μου με το τεράστιο καπέλο στο κεφάλι, με ρώτησε χωρίς να σταματήσει να κλαίει: «Παιδάκι μου ήρθαν οι Απόκριες; Και δε μου λες, τι ακριβώς ντύθηκες;»

Αχ βρε μαμά, γιατί δεν με καταλαβαίνεις;

Ο μπαμπάς μου, καθόταν στην πολυθρόνα του, όπως το συνήθιζε, και διάβαζε την εφημερίδα του, πίνοντας εκείνο το μαύρο ζουμί που οι μεγάλοι το λένε καφέ και που, όπως λένε, πολύ τους αρέσει.

Εμένα καθόλου!

Μόλις με είδε ο μπαμπάς να μπαίνω στο δωμάτιο, κούνησε το κεφάλι του και σίγουρα θα σκέφτηκε: «Πότε θα βάλει επιτέλους μυαλό αυτός ο μπελάς;» … χα χα χα!

Εγώ είμαι ο μπελάς!
Αχ βρε μπαμπά, γιατί βιάζεσαι;
Έχω καιρό, θα μεγαλώσω, κάνε λιγουλάκι υπομονή!
Κάθε πράγμα στον καιρό του!

Ο παππούς μου ήταν στην αποθήκη και πριόνιζε, μέρες τώρα, ένα μεγάλο ξύλο που δεν κοβότανε με τίποτα και μουρμούριζε κάτι που δεν καταλάβαινα, μέσα από τα δόντια του (μεταξύ μας και μη κάνετε κουβέντα… μέσα από τη μασέλα του)!

Μόλις με είδε, άφησε για λίγο το πριόνι, έβγαλε τα γυαλιά του, σκούπισε τον ιδρώτα του, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και… έκανε αμέσως το σταυρό του.

«Μη χειρότερα Θεέ μου!» είπε «μια τσάντα, με πόδια και πράσινο καπέλο»!

Αχ βρε παππού, χωρίς τα γυαλιά σου δεν βλέπεις ούτε τη μύτη σου!

Μόνο η γιαγιά μου με κατάλαβε και μού ‘στειλε δυο μεγάλα φιλιά μέσα από το κοτέτσι, που τα έπιασα στον αέρα και τα έβαλα γρήγορα γρήγορα στην τσέπη μου, για να μην τα χάσω.

Είναι τόσο πολύτιμα!
Αχ,βρε γιαγιά, πόσα ξέρεις!

Ξέρετε γιατί με κατάλαβε η γιαγιά μου;

Γιατί η γιαγιά μου, όταν ήταν κοριτσάκι, πήγε κι αυτή μια τέτοια ωραία βόλτα στο δάσος.

Αφού τους χαιρέτησα όλους, άνοιξα την εξώπορτα… στην τύχη (γιατί με το καπέλο που φορούσα, δεν έβρισκα … ούτε την πόρτα… ούτε το πόμολο). Τέτοιο χάλι…

Έκανα δυο βήματα μπροστά, στα κουτουρού, σκόνταψα στη μαύρη γάτα της γειτόνισσας και πήρα μια ωραία τούμπα, σούπερ αεροπλανική!

Η καημένη η γατούλα κοιμόταν ανέμελη πάνω στο χαλάκι της εξώπορτας μας, γιατί είχε σκιά, κι εγώ μέσα από το καπέλο μου δεν την είδα, σκόνταψα επάνω της, μπουρδουκλώθηκα κι έπεσα…

to 2

Και όση ώρα βρισκόμουν έτσι ανάσκελα, κάτω από την κερασιά να λιγουρεύομαι τα ζουμερά κεράσια της, η γάτα, τρομαγμένη, έτρεχε σα τρελή πάνω – κάτω, πάνω – κάτω, με τις τρίχες στην ουρά… κάγκελο!

Έτρεχε καπελωμένη, με το πράσινο καπέλο μου και νιαούριζε με παράπονο και απορία ΝΙΑΟΥ… ΝΙΑΟΥ… σαν να έλεγε: «Τι έγινε ,βρε παιδιά;»

Σηκώθηκα αμέσως από κάτω, γιατί έπρεπε να φύγω.

Η γάτα φρενάρισε απότομα πάνω στην τσάντα μου και αυτή τη φορά, είδε μπόλικα αστράκια.

Έσκυψα πήρα το καπέλο από τη γάτα, το γέμισα κεράσια και το ξαναφόρεσα, στο μικρό μου κεφαλάκι.

Και αυτή τη φορά, δεν θα το πιστέψετε!
Το καπέλο μου ερχόταν… ίσα ίσα, γιατί με τα κεράσια που είχα βάλει μέσα, είχε στενέψει και είχε γίνει… στα μέτρα μου!

Χάιδεψα τη ζαλισμένη γάτα, που ακόμα γύριζε σα σβούρα γύρω από την ουρά της νιαουρίζοντας μπας και την ηρεμήσω λίγο και…

Μετά δεν έχασα καιρό, γέμισα και τις τσέπες μου με τραγανά κεράσια, γιατί σκέφτηκα, σαν έξυπνη που είμαι (το θυμάστε αυτό, έ;) ότι από το πολύ περπάτημα και από τον καθαρό αέρα θα μ’ έπιανε… λιγούρα.

Και αφού τα σκέφτηκα όλα αυτά, πήρα χαρούμενη το δρόμο για το δάσος.

Περπάτησα, περπάτησα, ώρες ολόκληρες!

Ξοπίσω μου έσερνα τη μεγάλη τσάντα με τη μία ρόδα, κι έτρωγα ασταμάτητα κεράσια, φτύνοντας επίτηδες τα κουκούτσια στο μονοπάτι για σημάδι.

Δεν ήθελα να χάσω το δρόμο της επιστροφής, ούτε βέβαια… το στιφάδο της μαμάς!
Τόσο κλάμα έριξε η καλή μου η μαμά, να πάει χαμένο; Δεν κάνει!

Α! Κι όταν κουραζόμουν από τη βαριά τσάντα που έσερνα, σταματούσα, την άφηνα για λίγο κάτω, την άνοιγα, έριχνα μια σούπερ βουτιά μέσα της και ξεκουραζόμουν.

Τι νομίζατε, τζάμπα την κουβάλαγα τόσο δρόμο;

Είχα ένα τσαντόσπιτο με όλα τα κομφόρ!
Είμαι πολύ οργανωμένη, γι αυτό τα είχα σκεφτεί όλα από πριν.

Δεν ήθελα να μου χαλάσει τίποτα, μα τίποτα, αυτήν τη ωραία βόλτα στο δάσος.
Ο κόσμος να χαλούσε, εγώ θα περνούσα καλά.

Ήθελα να έχω κάτι καλό να θυμάμαι όταν μεγαλώσω πολύ, «για τα γεράματά μου» που λένε κι οι μεγάλοι, κουνώντας το κεφάλι τους με νόημα.

Μόλις έφτυσα και το τελευταίο κουκούτσι από τα κεράσια, σταμάτησα να περπατώ και κάθισα κάτω από ένα δέντρο.

Όχι καλέ ,δεν ήταν κερασιά, νομίζω πως ήταν βελανιδιά, ή κάτι τέτοιο. Έκατσα λοιπόν, στον ίσκιο αυτού του δέντρου για να πάρω μια ανάσα από τον πολύ ποδαρόδρομο.

Είχα φουσκώσει κι από το πολύ φαΐ, διψούσα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν και…

«Ωχ! ξέχασα να πάρω νερό»! σκέφτηκα.

Αλλά δεν ανησύχησα καθόλου γι αυτό!
Ολόκληρο δάσος… κάπου θα πουλάνε νερό!
Τόσος κόσμος ζει εδώ κι ας μην τον βλέπω, τι κάνει όταν διψάει;

Αφού ξεκουράστηκα καλά καλά, σηκώθηκα κι άρχισα να ψάχνω για κανένα μαγαζί ή, ακόμα καλύτερα, για κανένα περίπτερο, για να αγοράσω ένα μπουκάλι νερό, άντε και δυο τσιχλόφουσκες.

Κόντεψαν να βγάλουν φουσκάλες τα ποδαράκια μου, από το πολύ περπάτημα.
Όσο και αν έψαξα, δεν βρήκα ούτε ένα μαγαζί, ούτε μία βρύση και το σπουδαιότερο, ούτε ένα ζώο, ούτε έναν άνθρωπο!

Μα πού πήγαν όλοι τους;

Ήρθα εγώ και έφυγαν αυτοί;

Μα καλά στο δάσος έχει μόνο ζώα;

Και πού είναι τα ζώα;

Και όταν διψάνε ή πεινάνε τι κάνουν;

Δεν τρώνε;

Δεν πίνουν;

Κοίτα να δεις!

Δεν έχουνε ούτε ένα σούπερ μάρκετ!

Και εμείς στη γειτονιά μας, έχουμε τρία σούπερ μάρκετ, το χασάπη τον κυρ Γιώργο με τις μουστάκες του και τα χωριάτικα λουκάνικά του, το μανάβη τον κυρ Αλέκο με τις σάπιες του ντομάτες, που για να μας τις πουλήσει, μας τις λέει ζουμερές και…

Κι εγώ που νόμιζα ότι το δάσος είναι μια μεγάλη πόλη, με πολλά δέντρα και πολλά ζώα… Άρα και πιο πολλά μαγαζιά!

Ναι, αλλά πούντα;

Μήπως ήρθα σε λάθος δάσος;

Και αν ναι, τι πειράζει;

Εγώ μια φορά, τη βόλτα μου την έκανα… τα κεράσια μου τα έφαγα όλα… τις ξάπλες μου τις έριξα κανονικά…

… ΔΙΨΑΩΩΩ!

Φώναξα μάλλον πολύ δυνατά, γιατί μια βελανιδιά, τρόμαξε και άρχισε να μου πετάει, όλα της τα βελανίδια, μαζί με τους σκίουρους που κοιμόντουσαν αμέριμνοι, μέσα στα πυκνά κλαδιά της.

Δεν θυμάμαι πόσες φορές φώναξα «άουτς και «ωχ μανούλα μου»! Σίγουρα θα ήτανε πολλές, όσες και τα βελανίδια που έφαγα στο κεφάλι!

Και να ήταν μόνο αυτό;

Το υπέροχο καπέλο μου, από τα πολλά βελανίδια κι από τους πολλούς νυσταγμένους σκίουρους που πέσανε επάνω του, έκανε γκελ και εκσφεδονίστηκε μέτρα μακριά, γεμάτο απορία.

Για την ακρίβεια, πήγε και καρφώθηκε πάνω σε ένα αγκαθωτό πουρνάρι και έμεινε εκεί να με περιμένει, με παράπονο.

Η τσάντα μου πήρε την κατηφόρα και φρενάρισε με δύναμη, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, κάνοντας: «βρε τι πάθαμε!»

«Κοίτα να δεις!» σκέφτηκα, που από τον πολύ πόνο, βόγκηξε και η τσάντα μου!! Περίεργες τσάντες που φτιάχνουν σήμερα!

– «Συγνώμη ,καλή μου βελανιδιά, που σε τρόμαξα»! ζήτησα ευγενικά συγνώμη από τη βελανιδιά, γιατί είμαι ευγενικό παιδί και με καλούς τρόπους.

– «Πώς τολμάς να με αποκαλείς βελανιδιά ,σπόρε»;

– «Ορίστε»; απόρησα.

– «Πώς τολμάς να μην αναγνωρίζεις τα υπέροχα, ολοστρόγγυλα, μοναδικά, ζουμερά καρύδια μου»;

– «Τα ποια»;

– «Ζουμερά καρύδια μου λέω»!

– «Ααα! Ώστε γι΄αυτό πόνεσε τόσο πολύ το καπέλο μου, η τσάντα μου και το κεφάλι μου, γέμισε ολοστρόγγυλα καρούμπαλα που πονάνε! Μάλιστα ,τώρα εξηγούνται όλα!

Συγνώμη κυρία μου, σας πέρασα για κάποια άλλη! Παραγνώρισα! Δεν έβλεπα και καλά, βλέπετε φταίει και το καπέλο που»…

– «Να βάλεις γυαλιά και να πετάξεις αυτό το απαίσιο πράσινο καπέλο», μου απάντησε απότομα η θυμωμένη καρυδιά, κι από τότε δεν μου ξαναμίλησε.

Ευτυχώς!

Κοίτα μπέρδεμα!

Κοίτα τι μπορεί να πάθει ο άνθρωπος, που δεν πήγε ακόμα στο σχολείο, για να μάθει να ξεχωρίζει τη βελανιδιά από την καρυδιά!

«Και τώρα τι κάνουμε»; αναρωτήθηκα και με χίλια ζόρια σηκώθηκα από κάτω.

Παντού καρύδια!
Χαμός!

Θα φάω ,σκέφτηκα, κανένα ζουμερό καρύδι, μπας και ξεχάσω τον πόνο μου από τα καρούμπαλα!

– «Καλέ, κυρία καρυδιά, μπορώ ε; Μπορώ»; ρώτησα δειλά, τη θυμωμένη καρυδιά και έκανα για λόγους ασφαλείας, δύο μεγάλα βήματα προς τα πίσω.
Φοβήθηκα λίγο, μήπως τινάξει πάνω μου, τα λίγα καρύδια, που της είχαν απομείνει στα κλαδιά!

– «Πειράζει»;

– «Χμ… χμ…» ήταν η φλύαρη απάντηση, της κυρίας καρυδιάς.

– «Όπως νομίζετε κι ευχαριστώ πολύ! Θα πάρω ένα, έτσι για να μη σας προσβάλω και για να δω τέλος πάντων, πόσο ζουμερά και νόστιμα είναι»!, απάντησα μες στην ευγένεια, ενώ μου τρέχανε τα σάλια.

«Να μην πάνε και χαμένα τόσα καρύδια», σκέφτηκα έξυπνα.
«Ναι ,αλλά μετά θα διψάω και… και άντε να βρεις νερό!» ξανασκέφτηκα… έξυπνα!

Έτσι, πολύ περήφανη για τις έξυπνες ιδέες μου, αποφάσισα να ξεχάσω το φαΐ και να πάω να μαζέψω τα σκορπισμένα μου πράγματα.

Πριν ξεκινήσω το μάζεμα, έβαλα κρυφά μερικά καρύδια στις τσέπες μου, έτσι, για ώρα ανάγκης.

Μετά, πήγα να μαζέψω το πράσινο καπέλο μου, που ήταν ακόμα καρφωμένο πάνω στο αγκαθωτό πουρνάρι και με περίμενε υπομονετικά.

Το τράβηξα από δω, το τέντωσα από κει, μέχρι που τα κατάφερα (το έσκισα λιγάκι, αλλά μη του το πείτε του μπαμπά, γιατί θα στεναχωρηθεί και δεν κάνει).

Μόλις έπιασα το καπέλο μου στα χέρια μου, σκέφτηκα ότι το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να το βάλω στο πονεμένο μου κεφάλι, μπας και ζεσταθούνε τα καρούμπαλα και πάψουν επιτέλους να με πονάνε.

Πρέπει όμως να σας εξομολογηθώ, ότι ήτανε τόσα πολλά τα καρούμπαλα, που δεν χωρούσανε μέσα στο καπέλο μου και έτσι «για πρώτη φορά στα χρονικά» όπως θα έλεγε και ο μπαμπάς μου, το καπέλο… με έσφιγγε για τα καλά!

Μετά πήγα και μάζεψα την μεγάλη μου τσάντα, ναι, αυτή με τη μία ρόδα που σας έλεγα και στην αρχή.

Μου φάνηκε ασήκωτη!

Μάλλον θα έφταιγε, που είχα ώρα να φάω κάτι και δεν είχα τις ανάλογες δυνάμεις.

Αφού τα έκανα όλα αυτά, πήγα και κάθισα πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, μακριά από τα δέντρα, έτσι για σιγουριά και για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο, να σκεφτώ τι έπρεπε να κάνω.

Σκεφτόμουν, και συγχρόνως έξυνα το κεφάλι μου χωρίς να βγάλω το καπέλο μου.

Όχι, δεν το έξυνα για να μου κατέβει καμιά καλή ιδέα, απλά είχα μια φοβερή φαγούρα, που όσο περνούσε η ώρα όλο και χειροτέρευε.

Ανησύχησα και με ζώσανε τα φίδια όταν, κάποια στιγμή, μου πέρασε από το μυαλό… πως… ΚΑΤΙ έχει μέσα το καπέλο μου! Κάτι που κουνιέται… που περπατάει… πάνω στο κεφάλι μου… που έχει πολλά πόδια… πόδια… ουάου… «ΒΟΗΘΕΙΑ ΓΕΙΤΟΝΟΙ, ΕΝΑ ΜΑΜΟΥΝΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ!
ΜΠΛΙΑΧ»!

to 4

Πετάχτηκα όρθια, άρπαξα το καπέλο μου στο χέρι, το πέταξα κάτω στη γη και άρχισα να το πατάω με τα παπούτσια μου, ενώ φώναζα χωρίς σταματημό: «Θα σε λιώσω παλιομάμουνο… θα σε κάνω νιανιά… να, να ,για να μάθεις»!

– «Συγνώμη, τι κάνεις εκεί κοριτσάκι»;

– «Λιώνω ένα παλιομάμουνο! Πειράζει»;

– «Και πού είναι αυτό το παλιο… τέτοιο»;

– «Εδώ! Εδώ μέσα στο καπέλο μου και κάτω από τα πόδια μου»!

– «Είσαι σίγουρη ,μικρή μου»;

– «Ε! Παιδιά είμαστε τώρα! Μα πού είσαι δεν σε βλέπω»;

– «Και τι σου έκανε αυτό το…»

– «Παλιομάμουνο; Περπατούσε στο κεφάλι μου! Μπλιαχ! Και…»

– «Και σου έφερε φαγούρα»!

– «Ναι»!

– «Δε σε δάγκωσε»;

– «Όχι καλέ»!

– «Τότε γιατί θέλεις να το λιώσεις»;

– «Ε… ε… γιατί μου προκαλεί αηδία! Το σιχαίνομαι»!

– «Και είναι λόγος αυτός για να το λιώσεις»;

– «Ε… ε… τώρα που το λες όχι! Μα πού είσαι; Γιατί κρύβεσαι; Έλα, βγες επιτέλους, να μιλήσουμε σαν άνθρωποι»!

– «Αυτό δεν γίνεται»!

– «Γιατί»;

– «Γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος σαν εσένα»!

– «Δεν πειράζει! Και τι είσαι»;

– «Είμαι ένα σκαθάρι με…»

– «Με πολύ καλούς τρόπους»!

– «Ναι ,και με πολλά μικρά πόδια»!

– «Α! Δεν πειράζει»!

– «Τότε γιατί θέλεις να με λιώσεις»;

– «Καλέ όχι εσένα, αυτό το αηδιαστικό μαμούνι, που μου γαργαλούσε το κεφάλι τόση ώρα! Έλα, φανερώσου»!

– «Υποσχέσου μου ότι δεν θα βάλεις τις φωνές»;

– «Περίεργος που είσαι»!

– «Κλείσε τα μάτια σου και βάλε το χέρι σου πάνω στα μαλλιά σου, σε παρακαλώ»!

– «Ωραίο παιχνίδι φαίνεται αυτό! Εντάξει, έβαλα το χέρι μου στα μαλλιά μου, τώρα τι κάνουμε»;

– «Θα δεις, κοριτσάκι, κι ελπίζω να σου αρέσει αυτό το παιχνίδι μέχρι το τέλος»! είπε το σκαθάρι κι άρχισε να ανεβαίνει αργά αργά πάνω στο χέρι μου.

– «Καλέ! Χα χα! Σταμάτα να με γαργαλάς! Χα χα με τα μικρά σου ποδαράκια! Ε; Τι; Πο – δα – ρά – κια; Μπλιαχ»!

– «Γεια σου ,κοριτσάκι, εγώ είμαι το σκαθάρι, σε γαργάλησα πολύ»;

– «Όχι ,καλέ! Αλλά σαν να μου φάνηκε, ότι περπατούσε στο κεφάλι μου και μετά στο χέρι μου, ένα σιχαμερό μαμούνι και…»

– «Εγώ ήμουνα»!

– «Αχ, δόξα τω Θεώ, γιατί… Εσύ; Τι εσύ; Είσαι εσύ ένα αηδιαστικό….

– «… μαμούνι που τόση ώρα ήθελες να το λιώσεις με τα πόδια σου»!

– «Άντε καλέ! Αφού είσαι φίλος μου»!

– «Ναι είμαι φίλος σου, αλλά είμαι και σκαθάρι! Δηλαδή ένα μαμούνι που το μισείς και το σιχαίνεσαι»!

– «Εγώ»;

– «Ναι»!

– «Αποκλείεται ,σου λέω! Εσένα σε συμπαθώ και δεν μου έχεις κάνει τίποτα! Και σταμάτα να μου γαργαλάς το χέρι παλιομάμουνο! Ωχ»!

– «Συγγνώμη, δεν το ‘θελα!» είπε το σκαθάρι και με ένα πήδημα βρέθηκε στο χώμα.

– «Μα εγώ… ξέρεις…»

– «Ξέρω ,ξέρω, γεια σου κοριτσάκι, έχεις δίκιο είμαι αηδιαστικός, καλύτερα να φύγω, να σου αδειάζω τη γωνιά».

– «Ναι… καλύτερα… αλλά εσύ ,βρε παιδάκι μου ,δεν είσαι μαμούνι! Είσαι ο φίλος μου»!

– «Είμαι μαμούνι ,είμαι μαμούνι! Τελεία και παύλα»!

– «Ωραία ,είσαι μαμούνι, τι να κάνουμε τώρα»;

– «Τίποτα. Σου επιτρέπω όμως να με λιώσεις! Έλα, πάτα με να τελειώνουμε»!

– «Καλά ,αφού το θέλεις τόσο πολύ, δεν θα σου χαλάσω το χατίρι. Είσαι έτοιμος»;

– «Θα με πονέσεις»;

– «Λίγο! Όσο πατάει η γάτα! Έτοιμος»;

– «Ναι! Και τι φταίω εγώ που τρόμαξες την καρυδιά με τις φωνές σου ε»;

– «Α, δεν ξέρω»!

– «Ναι ,αλλά δεν μπήκα εγώ μέσα στο καπέλο σου! Εγώ κοιμόμουνα στο αγκαθωτό πουρνάρι και το καπέλο σου μπήκε σε μένα! Με καπέλωσε»!

– «Λεπτομέρειες»!

– «Μα…»

– «Τι μα και ξε μα! Σταμάτα να μιλάς και κάτσε επιτέλους να σε λιώσω να τελειώνουμε»!

– «Καλά»!

– «Έτοιμος; Με το τρία! Ένα… ένα… ένα…»

– «Δύο…»

– «Μπορείς να μη με διακόπτεις γιατί με μπερδεύεις;»

– «Συγνώμη».

– «Τρ…»

– «Και πώς σε λένε»;

– «Κοριτσάκι».

– «Εμένα αν θέλεις να ξέρεις, με λένε Σωτήρη και πολύ θα μου λείψεις»!

– «Καλά ,μπορείς να με φωνάζεις «Μαρία» και εμένα δεν θα μου λείψεις καθόλου»!

– «Μα…»

– «Τι μα; Αφού θα σε πάρω μαζί μου στην πόλη, στο σπίτι μου, στο δωμάτιο μου, στον κήπο του σπιτιού μου»!

– «Μα…»

«Τι μα; Θέλεις να μετρήσω ως το τρία; Θέλεις»;

– «Πάντα ήθελα να δω την πόλη από κοντά! Φεύγουμε»;

– «Κάτσε να μαζέψω το καπέλο μου και την τσάντα μου από κάτω… Κοίτα που βιάζεται»!

– «Μπορώ να κάτσω πάνω στο καπέλο σου να βλέπω τη θέα από ψηλά»;

– «Ναι ,αλλά φρόνιμα, μη με γαργαλήσεις γιατί…»

– «Ξέρω ,ξέρω ,θα με λιώσεις με το τρία»!

Φόρεσα, που λέτε, παιδιά, το σκονισμένο μου καπέλο, πάνω του είχε γαντζωθεί ο Σωτήρης, ο καλός μου φίλος. Μαζί πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Ανυπομονούσα να γνωρίσω στους δικούς μου τον καινούριο μου φίλο και να φάω και στιφάδο!

Ήμουνα πολύ τυχερή που τον συνάντησα, η τσάντα όμως ήταν ασήκωτη.

Προσπάθησα να την ανοίξω για να δω τι έχει μέσα, αλλά με την τούμπα που έφαγε είχε χαλάσει το φερμουάρ.

Και το ‘λεγα εγώ, ποιος ακούει τώρα τη μαμά;

Λίγο πριν φτάσουμε στη γνωστή καρυδιά, ο Σωτήρης σηκώθηκε απότομα όρθιος, αναπήδησε πάνω στο κεφάλι μου και φώναξε:

– «Μπουου»!

– «Μαμά μου ,μπλιαχ,μαμούνι!», φώναξε η καρυδιά και πέταξε κάτω όλα της τα φύλλα, μιας και τα καρύδια τα είχε πετάξει τη προηγούμενη φορά.

– «Στριμμένη!» φώναξε ο Σωτήρης.

– «Γκρ… γκρ…» έκανε η καρυδιά και σχεδόν κουνήθηκε απειλητικά, προς το μέρος μας.

Πότε φτάσαμε στην πόλη, πότε άνοιξα την πόρτα της αυλής του σπιτιού μας, ούτε που το κατάλαβα.

– «Μμ… στιφάδο!» είπε ο Σωτήρης και σηκώθηκε όρθιος πάνω στο κεφάλι μου.

– «Ξέρεις τι είναι το στιφάδο;» τον ρώτησα απορημένη.

– «Όχι, αλλά μυρίζει πολύ ωραία»!

– «Νιάου ,νιάου»!

– «Σωτήρη, να και η φίλη μου, η γάτα! Είναι πολύ καλή, αλλά εσύ για καλό και για κακό, μη τη πλησιάζεις και πολύ»!

– «Και γιατί ,παρακαλώ»;

– «Γιατί αυτή μπορεί να σε λιώσει, χωρίς να μετρήσει ως το τρία»!

– «Καλά ,θα της μάθω να μετράει»!

– «Σωτήρη, ήρθε η ώρα να σου γνωρίσω τους δικούς μου».

– «Το φαγητό είναι έτοιμο! Σε λίγο τρώμε»!

– Αυτή είναι η καλή μου η μαμά, που όλη μέρα έκλαιγε, για να φάμε σήμερα εμείς στιφάδο.

– «Τελειώνω με το πριόνισμα του ξύλου και έρχομαι»!

 – Αυτός είναι ο παππούς μου ο πεισματάρης, που καιρό τώρα, παλεύει με το πριόνι ένα ξύλο, που όπως λέει, δεν κόβεται με τίποτα.

– «Σε πόση ώρα τρώμε; Διαβάζω ένα ενδιαφέρον άρθρο στην εφημερίδα και θέλω να το τελειώσω».

Αυτός είναι ο μπαμπάς μου που, όταν δεν δουλεύει, διαβάζει από μόνος του μια ολόκληρη εφημερίδα. Ώρες ολόκληρες την παλεύει!

– «Δεν ξέρω τι είναι η εφημερίδα… αλλά μπράβο κουράγιο!» είπε με θαυμασμό ο Σωτήρης που έβλεπε γύρω του καινούρια πράγματα.

«Κοκοκο»

– «Μπράβο κοπέλα μου, τόκανες πάλι το φρέσκο το αυγουλάκι»!

– Και αυτή είναι η καλή μου η γιαγιά, που τα ξέρει όλα!

– «Η κοκοκο»;

– «Όχι ,καλέ αυτή είναι η κότα»!

– «Και ποιά είναι η κοπέλα;»

– «Η κότα που έκανε το αυγό»!

– «Και την λένε κοκοκο;»

– «Δεν αφήνουμε καλύτερα αυτήν την κουβέντα, γιατί αρχίζω και εκνευρίζομαι;»

– «Καλά ,ό,τι πεις!»

Μπήκαμε στο σπίτι, σέρνοντας εγώ τη βαριά την τσάντα με τη μία ρόδα και το χαλασμένο φερμουάρ.

Στο χωλ άφησα επιτέλους την τσάντα, με μεγάλη ανακούφιση. Το Σωτήρη τον πήρα μαζί μου.

Ουφ ,πάει και αυτό! Σκέφτηκα με χαρά, που ήμουν και πάλι στο σπίτι μου, με τους δικούς μου ανθρώπους και με το φίλο μου, το Σωτήρη.

– «Όλα είναι έτοιμα, ελάτε ,τρώμε! φώναξε η μαμά από την κουζίνα».

– «Πάμε να πλύνουμε τα χέρια μας, Σωτήρη»!

– «Τα πόδια μας θέλεις να πεις»!

– «Μη μου το θυμίζεις ,εντάξει;»

– «Καλά ,ό,τι πεις!»

Πήγαμε στο μπάνιο, πλύναμε τα χέρια μας και… τα πόδια μας και μπήκαμε στη τραπεζαρία.

– «Πεινάω σαν λύκος, Σωτήρη!»

– «Εγώ πεινάω σα σκαθάρι, Μαρία!»

– «Μαρία ,είπες τίποτα;» ρώτησε η μαμά μου.

– «Ναι ,μαμά, αλλά μη δίνεις σημασία».

– «Πώς πήγε η βόλτα στο δάσος; Και τι καλά μας έφερες;»

Ήταν η γιαγιά μου, που μού ‘σκασε ένα φιλί στο μάγουλο κι αφού έριξε μια ματιά στο καπέλο μου, μού ‘κλεισε με νόημα το μάτι.

– «Φοβερό αυτό το άρθρο, που αναφέρεται στην αίσθηση του χιούμορ! Γελάμε ,λέει, με τις ατυχίες των άλλων, γιατί νομίζουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι και…. Γκαπ γκουπ… Άουτς…»

«Χι χι χι!» γελάσαμε ευγενικά όλοι από μέσα μας.

Όλα αυτά ήταν ο μπαμπάς μου, που μόλις ανακάλυψε την τσάντα στο χωλ και ποιός τον ακούει.

– «Γέλασε κανείς;»

Και απάντηση δεν πήρε.

– «Γιατ,ίβρε γυναίκα ,δεν συμμαζεύεις τα πράγματα; Θέλεις να σπάσουμε κανένα πόδι;»

– «Γιατί ,Γιώργο, σήμερα, όλη τη μέρα, την πέρασα στην κουζίνα, για να φας εσύ το αγαπημένο σου φαγητό!»

– «Και δεν μπορούσες πρώτα να μαζέψεις, αυτήν τη τσάντα;»

– «Όχι! Γιατί περίμενα να την μαζέψεις κάποια ώρα εσύ! Αλλά πού τέτοια τύχη…»

– «Ωχ, Σωτήρη άναψε καυγάς και φταίω εγώ!»

– «Δεν νομίζω! Ο μπαμπάς σου φταίει, που μάλλον δεν βοηθάει καθόλου τη μαμά σου!»

– «Μαμά ,την τσάντα εγώ την άφησα στο…»

– «Ποια τσάντα;» ρώτησε η μαμά μου.

– «Αυτή που κάνει βόλτες στο χώλ!» πετάχτηκε ο μπαμπάς μου, που κούτσαινε λιγάκι από το χτύπημα.

– «Δεν ξέρω τίποτα για καμιά τσάντα ,Γιώργο!»

– «Και τόση ώρα γιατί τσακωνόμαστε;»

– «Δεν θυμάμαι! Τι θα γίνει, θα φάμε;»

Ο μπαμπάς μου κούνησε το κεφάλι του γεμάτος απορία.

Η γιαγιά μου πλησίασε τη μαμά μου και της είπε όλο καμάρι: «Μπράβο ,κόρη μου, που σταμάτησες τον καυγά τόσο έξυπνα, μπράβο!»

Η μαμά έσκασε ένα χαμόγελο, λίγο πονηρό θα ‘λεγα, κι άρχισε να σερβίρει στα πιάτα, το περίφημο στιφάδο.

– «Κώστα ,άσε το ξύλο, τρώμε τώρα, κι αύριο μέρα είναι!» φώναξε η γιαγιάκα μου τον παππού μου που πριόνιζε.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό, ήρθε και ο παππούς μου, χαμογελαστός, χαμογελαστός, όπως πάντα.

Λίγο πριν καθίσει μου έριξε μια περίεργη ματιά και…

– «Γιώργο ,παιδί μου», είπε στο μπαμπά μου, «δεν ήξερα ότι αυτό το παλιό καπέλο, είχε και ένα μαύρο κουμπί».

– «Δεν είναι κουμπί ,παππού!» του απάντησα για να υπερασπίσω το φίλο μου. «Είναι ο φίλος μου ,ο Σωτήρης!»

– «Γεια σου ,Σωτήρη ,καλώς ήρθες στο σπιτικό μας!» τον καλωσόρισε ευγενικά, η καλή μου η γιαγιά.
– «Αχ ,τι καλή κυρία που είναι η γιαγιά σου, με συγκίνησε!»

– «Πού τον βλέπεις,βρε γυναίκα ,τον Σωτήρη;» ρώτησε έκπληκτος ο παππούς μου τη γιαγιά μου.

– «Μα στο κεφάλι της εγγονής σου ,Κώστα μου!»

– «Πού;» κόντεψε να ξαναπέσει ο μπαμπάς μου, αυτή τη φορά πάνω στην καρέκλα.

– «Μα δε με βλέπετε;» παραπονέθηκε ο Σωτήρης κι άρχισε να χοροπηδάει πάνω στο κεφάλι μου.

Η μαμά μου συνέχισε να σερβίρει αμίλητη το φαγητό. Μόνο κάποια στιγμή, σήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε το καπέλο μου και είπε σοβαρή σοβαρή: «Μαρία, βγάλε επιτέλους αυτό το σκονισμένο καπέλο και πήγαινε το στον κήπο, γιατί είναι γεμάτο μαμούνια!»

– «Μα ,μαμά ,αυτό το μαμούνι, είναι ο φίλος μου ο Σωτήρης!»

– «Δεν θέλω μαμούνια στο στιφάδο μου!»

– «Και εγώ στο καπέλο μου!» φώναξε ο μπαμπάς μου, από την άλλη μεριά του τραπεζιού.

– «Μα, μπαμπά, αυτό το καπέλο το είχαμε για πέταμα!»

Τότε η γιαγιά μου άστραψε και βρόντηξε.

– «Δεν καταλαβαίνω τι πρόβλημα έχετε με τον Σωτήρη;»

– «Έλα ντε! Τι τους έκανα;» παραπονέθηκε ο Σωτήρης.

– «Και πού είναι οι καλοί σας τρόποι; Δεν ήξερα ότι η οικογένεια μου είναι τόσο αφιλόξενη;» συνέχισε η γιαγιά, έξω φρενών.

– «Μητέρα ,τα παραλές! Δεν είναι κακό που δεν θέλουμε μαμούνια στο σπίτι μας!» Μπήκε δυναμικά στην κουβέντα ο μπαμπάς μου.

– «Μπα και γιατί παρακαλώ, φοβάσαι μη σου φάει το φαί;»

– «Μα δεν τρώω τόσο πολύ!» κλαψούρισε ο Σωτήρης.

– «Μητέρα ,είναι ένα αηδιαστικό μαμούνι με πόδια!» συνέχισε ο πατέρας μου.

– «Σώπα! Και εσύ είσαι ένας αγενής άνθρωπος, που δεν έχει μυαλό! »

– «Αν δεν σταματήσετε αμέσως, θα πάω στον κήπο να πριονίσω το ξύλο μου και φάτε μόνοι σας!» φώναξε αγανακτισμένος ο παππούς μου.

– «Μα. πατέρα…» προσπάθησε να πει ο μπαμπάς μου.

– «Έλα .Μαρία», τον διέκοψε ο παππούς μου, «πάρε το Σωτήρη και πάμε να πριονίσουμε το ξύλο».

– «Τι καλός άνθρωπος που είναι και ο παππούς σου Μαρία!» μου ψιθύρισε ο Σωτήρης συγκινημένος.

– «Γιώργο, άνοιξε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, για να καλωσορίσουμε το Σωτήρη και να του ζητήσουμε συγνώμη, για το φέρσιμο μας!» Αυτή ήταν η μαμά μου. που πήρε πάλι το νόμο στα χέρια της.

– «Κόκκινο είπες .καλή μου;» ρώτησε ευγενικά ο μπαμπάς μου, γιατί κατά βάθος είναι ευγενής.

– «Σωτήρη. αγόρι μου, θα φας εκεί που είσαι ή θα μας τιμήσεις με την παρουσία σου και θα καθίσεις μαζί μας στο τραπέζι;»

Είδατε τι γλυκιά γιαγιά έχω;

– «Μαρία .τι να κάνω; Να φύγω; Να μείνω; Μπερδεύτηκα!», απόρησε ο Σωτήρης.

– «Τόσο αγώνα κάναμε και εσύ θέλεις να φύγεις; Έλα .κατέβα και διάλεξε πού θα καθίσεις».

Ο Σωτήρης κατέβηκε δειλά δειλά από το πράσινο καπέλο μου.

to 3

Πάνω στο άσπρο τραπεζομάντηλο της μαμάς, έμοιαζε σαν μια μικρή μαύρη κουκίδα.

Όση ώρα τρώγαμε δεν ενοχλήθηκε και δεν αηδίασε κανείς μας.

Ο Σωτήρης έφαγε όλο το κρεμμύδι, που του έβαλε η μαμά, χωρίς να λερώσει κανέναν και τίποτα.

Μόνο που κάποια στιγμή είχε ένα ατύχημα.
Έπεσε μέσα στο καπάκι του κρασιού!

Ο μπαμπάς δεν τον είδε, πήρε το καπάκι να το βάλει στο μπουκάλι και ο Σωτήρης, βρέθηκε να κολυμπάει, μέσα στα θολά κόκκινα νερά του κρασιού.

Πέρασα μια αγωνία!

Ευτυχώς όμως ήξερε καλό κολύμπι και τα κατάφερε μια χαρά, μόνο που ήπιε λίγο κρασί παραπάνω και δεν μπορούσε μετά, να πάρει τα πόδια του.

Αχ ,αυτή η βόλτα στο δάσος, ήτανε η καλύτερη βόλτα, που είχα κάνει στη ζωή μου.

Ο Σωτήρης διάλεξε από μόνος του, το κρεβάτι του, το ζήτησε μάλιστα πολύ ευγενικά από τον μπαμπά μου.

– «Κύριε χικ… Κωστάκη μου χικ… με το μπαρδόν, μπορώ να ρωτήσω κούκλε μου χικ… τι θα κάνεις αυτό το άδειο χικ… μπουκάλι;»

– «Θα το πετάξω!»

– «Ολόκληρο;»

– «Ναι!»

– «Μπορώ χικ… να πάρω το καπακουλάκι;»

– «Το καπάκι θα εννοείς! Ναι, αλλά τι θα το κάνεις;»

– «Κρεβάτι χικ… είμαι συναισθηματικά χικ… δεμένος μαζί του και άμα το αποχωριστώ θα μελαγχολήσω χικ…»

Ακόμα και μέσα στη ζάλη του, ο Σωτήρης ήταν ευγενής και ας μπέρδευε τα λόγια του. Μία γλύκα! Παντεσπάνι σκέτο!

Ο Σωτήρης έγινε ο καλύτερος φίλος του μπαμπά μου, ναι, καλά ακούσατε, του μπαμπά μου!
Μαζί καθόταν και σχολίαζαν με τις ώρες τα άρθρα στις εφημερίδες.

Ο παππούς μου, δεν τον αποχωριζόταν ποτέ. Ο Σωτήρης του έδινε οδηγίες, πώς να πριονίσει εκείνο το ξύλο και ο παππούς μου τον άκουγε με ενδιαφέρον.

Με τη γιαγιά μου, μαζεύανε μαζί τα αυγά και έλεγαν ιστορίες.

Η μαμά μου τον έβαζε να της καθαρίζει τα κρεμμύδια και έτσι σταμάτησε επιτέλους να κλαίει.

Κι εγώ έπαψα να σιχαίνομαι τα μαμούνια.

Μάλιστα μου άρεσε πολύ να κάθομαι παρέα με το Σωτήρη και να τα παρακολουθούμε με τις ώρες.
Έμαθα τόσα πολλά για αυτά και για άλλα πολλά.

Α! ξέχασα να σας πω τι έγινε με την τσάντα!

Ο μπαμπάς μου, με τη βοήθεια του παππού και με τις συμβουλές του Σωτήρη άνοιξε την τσάντα.
Μείναμε όλοι με ανοιχτό το στόμα, γιατί η τσάντα, ήταν γεμάτη με ολοστρόγγυλα, ζουμερά καρύδια!

– «Και η κουβέρτα μου πού είναι;» ρώτησα με αγωνία, γιατί ήταν η αγαπημένη μου.

Βγάλαμε όλα τα καρύδια, όλα τα φύλλα, αδειάσαμε την τσάντα… πουθενά η κουβέρτα μου!
Στεναχωρήθηκα πολύ, αλλά ο καλός μου ο Σωτήρης, με παρηγόρησε με τον καλύτερο τρόπο.

– «Μαρία, μη σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου, η καρυδιά στο δάσος, έμεινε εξαιτίας σου, χωρίς καρύδια και φύλλα…»

– «Θέλω την κουβέρτα μου!»

– «… δεν έχει φίλους γιατί είναι λίγο παράξενη».

– «Θέλω την κουβέρτα μου είπα!»

– «Σκέψου το λίγο, είναι γυμνή, πρέπει να κρυώνει και να νιώθει μόνη».

– «Εξαιτίας μου, ε;»

– «Όχι, βοήθησα κι εγώ και ντρέπομαι πολύ για αυτό αλλά…»

– «Μήπως πρέπει να της πάμε μια καινούρια κουβέρτα, πιο μεγάλη, πιο ζεστή…»

– «Το ‘ξερα ότι είσαι ψυχούλα!»

– «Πιο απαλή ,με ωραία χρώματα…»

– «Τι παιδί είσαι εσύ;»

– «Και να πάρουμε πίσω τη δική μου;»

– «ΜΑΡΙΑ!»

– «Καλά ντε, πώς κάνεις έτσι; Μια κουβέντα είπα…»


Μέλια.

Παραμύθι για μικρά και μεγάλα παιδιά!

***Χίλια ευχαριστώ στους μικρούς μου φίλους – συνεργάτες, που με τις πανέμορφες ζωγραφιές τους ομόρφυναν κι αυτό το παραμύθι!!

 .