την 28η Οκτωβρίου, αγκαλιά, το λιτό κρεβάτι της χήρας, το μακρύ φαρδύ νυχτικό, το χάδι στις σφιχτές μου πλεξούδες.. Ακόμη θυμάμαι, γιαγιά μου, να μου μαθαίνεις πως οι πλεξούδες είναι όπλο και κρυφό σχολειό.

“Και τι; τι κάναμαν νομίζεις; ότι καναν όλοι. Μ είχ’ η μάνα μου από δίπλα, κι η πεθερά μου, μια την άλλη να ανεβούμε το βουνό.

Ο παππούς σου ήταν στο βουνό, ούτ’ ήξερα που’ταν, τι έκανε, ζούσε δε ζούσε, τα παιδιά είχα στο νου μου, δύο τότε, ποθάναν και τα δυό, ότι παιδί έπιασα στον πόλεμο το ΄χασα. Η μάνα σου ήταν το πρώτο ποζησε, φύγαμε στην Κέρκυρα, μας μάζεψε η νόνα σου, έδωκ΄ο Θεός.

Ο παππούς σου βγηκε από νωρίς στο βουνό. Τον μάθανε κι από την καλή κι από την ανάποδη οι γερμανοί. Δυό φορές ερήμην εις θάνατον τον καταδίκασαν. Ήξερε γράμματα, ήξερε γαλλικά, ιταλικά, αρβανίτικα, ήξερε τον τόπο όσο κανένας. Ήταν γενναίος ο παππούς σου. […]

Ο ιταλός διοικητής στην Παραμυθιά λεγότανε Ντούκα. Δούκας, έλεγε αυτός. Ότι ήταν από τους Δούκες του Βυζαντίου, έλεγε. Δεν τους χώνευε τους γερμανούς, ούτε τους αλβανοτσάμηδες. Ήτανε τίμιος άνθρωπος. Είχανε στήσει ολόκληρη μηχανή με τον παππού σου.

Ο Δούκας έκανε πως χαιρετούσε τη θεία τη Γεωργίτσα στο δρόμο, και της έχωνε σημειώματα στις πλεξούδες. Που θέλανε να χτυπήσουν οι αλβανοτσάμηδες, ποιές οικογένειες είχανε βάλει στο ματι οι γερμανοί…

Η θεία σου πήγαινε κι έβρισκε τον παππού, ή κατέβαινε αυτός, έπαιρνε τα μηνύματα από τις κοτσίδες κι ανάλογα άλλαζαν θέσεις οι αντάρτες, ειδοποιούσαν τις οικογένειες που κινδύνευαν, φρόντιζαν να σώσουν τους ανθρώπους…

Κείνοι που επράξαν το κακό – τους πήρε μαύρο σύννεφο

Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά

Μ’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο

Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο

Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα

Με πικραμένα μάτια

Τους πήρε μαύρο σύγνεφο – δεν είχαν πίσω τους αυτοί

Θειό μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή

Μάνα που να ‘χει σφάξει με τα χέρια της

Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό

Χορεύοντας να ‘ χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου![…]

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μέσ’ στο αίμα

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει :

Ελευθερία,

Έλληνες μέσ’ στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο :

Ε Λ Ε Y Θ Ε Ρ Ι Α

Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

.

οι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη. Τα λόγια της γιαγιάκας μου, του συνόρου και του κόσμου. Της γιαγιάς μου που δεν έχει δικό της όνομα πια. Ο Καργάκος θα έλεγε πως ονομάζεται “πατρίς”.

Πηγή: Locandiera

 

Advertisements