ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΟΧΙ2

Στὰ ξένα

Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1939 εἶναι ἀραγμένα στὸ μεγάλο λιμάνι τοῦ Μπουένος Ἄϋρες, τῆς πρωτεύουσας τῆς ᾽Αργεντινῆς, ἀρκετὰ ξένα πλοῖα περιμένοντας νὰ φορτώσουν.

῎Εξαφνα σὰν βόμβα ἦρθε ἡ τρομερὴ εἴδησις ποὺ ἀνεστάτωσε τὸν κόσμο : ῾Η Γερμανία ἐκήρυξε τὸν πόλεμο…

Τί θὰ γίνουν τώρα τὰ πλοῖα; Θὰ ταξιδεύσουν; Καὶ θὰ ἀψηφήσουν τὰ ὑποβρύχια, τὰ ἀεροπλάνα, τὶς νάρκες, τὶς νηοψίες;

Θὰ μείνουν δεμένα στοὺς μώλους; Πῶς θὰ ζήσουν τα πληρώματα; Πῶς θὰ ζήσῃ ἡ πατρίδα χωρὶς τρόφιμα, χωρὶς προϊόντα, χωρὶς πρῶτες ὗλες;

Μὲ τὶς ἀγωνιώδεις αὐτὲς σκέψεις ἀποσύρονται πλοίαρχοι καὶ ναῦτες, καθένας στὸ πλοῖό του, καὶ ἀναμένουν τὸν πρόξενο νὰ τοὺς δώσῃ ὁδηγίες.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα παίρνει κι ὁ δικός μας ὁ πρεσβευτὴς τὸ προσωπικὸ τοῦ προξενείου καὶ τῆς πρεσβείας καὶ ἀνεβαίνει στὰ ἑλληνικὰ πλοῖα. Στὸ πρῶτο ποὺ ἀνέβηκε ἐκάλεσε ὅλους, ἀξιωματικοὺς καὶ ναῦτες, καὶ τοὺς ὡμίλησε.

Ὡμίλησε γιὰ τὴν ῾Ελλάδα καὶ τὰ παιδιά της. Τοὺς ἔφερε παράδειγμα τὸν τετραπέρατο ὁμηρικὸ Ὀδυσσέα, γιὰ νὰ δείξῃ τὶς δύο μεγάλες ἀρετὲς τῆς φυλῆς μας : τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἐξυπνάδα καὶ ἐφευρετικότητα τῶν ῾Ελλήνων.

῾Ο ἴδιος ὡμολόγησε ὅτι θὰ εἶναι μεγάλες οἱ δυσκολίες, ποὺ θὰ εὕρουν οἱ ναυτικοὶ στὰ ταξίδιά των ἐξ αἰτίας του πολέμου.

«Ἀλλὰ τώρα θὰ δείξωμε τὶ ἀξίζομε· τοὺς εἶπε. Πρέπει νὰ βοηθήσωμε τὴν πατρίδα στὶς δύσκολες στιγμές˙ δὲν πρέπει νὰ τῆς λείψουν οὔτε τὰ τρόφιμα οὔτε οἱ πρῶτες ὗλες οὔτε τὸ κάθε τι ποὺ χρειάζεται. Καὶ αὐτὸ μόνο ἐσεῖς θὰ τὸ κατορθώσετε, νικῶντας μὲ τὸ θάρρος καὶ τὴν ἱκανότητά σας ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ ὅλους τοὺς κινδύνους…»

Τοὺς εὐχήθηνε τέλος καλὴ ἐπιτυχία κι ἀπεχώρησε, ἐνῷ τὸ πλήρωμα δακρυσμένο ἐχειροκροτοῦσε καὶ ἐζητωκραύγαζε.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΟΧΙ1

Γ.ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Δ.ΔΟΥΚΑ – Δ.ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ
Ν.ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ
Ε´ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ  1957

Αντιγραφὴ γιὰ τὸ “σπιτὰκι τὴς Μέλιας”