ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΑΙΔΙ

«…Ἐγεννήθηκα κοντὰ στὴ θάλασσα. Νά την, γαλαζοπράσινη ἐκεῖ μακριὰ στὰ βράχια. Σ’ αὐτὴ ἐπερπάτησα, ἐκολύμβησα, ἔκλαψα. Πῶς νὰ μὴ τὴν ἀγαπῶ;»

Κοντὰ σ’ αὐτὴ ζοῦν οἱ ἰδικοί μου: Ἡ μητέρα μου, ποὺ μοῦ ἔδωσε τὸ γάλα. Ὁ πατέρας μου μὲ τὸ χαμόγελο στὸ στόμα. Τ’ ἀδέλφιά μου μὲ τὶς τρέλλες καὶ οἱ φίλοι μου καὶ οὶ σύντροφοί μου στὸ παίξιμο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἐκεῖ κοντὰ στὴ θάλασσα εἶναι καὶ τὸ σχολεῖό μου ὅπου ἔμαθα τὰ πρῶτα γράμματα. Ἐκεῖ ἦτο ὁ σοφός μου διδάσκαλος. Τί μαθήματα! Τί παραμύθια! Τί τραγούδια μαζί του! Καὶ γέλια καὶ ἐκδρομὲς καὶ παιγνίδια. Δεύτερος πατέρας ἦταν γιὰ μᾶς.

Σ’ ἐκεῖνα τ’ ἀνοικτὰ παράθυρα ἐμαζευόμαστε στὸν χειμῶνα τὰ παιδιὰ καὶ ἐκοιτάζαμε τὴν βροχή, ποὺ ἐπλημμύριζε τὸ περιβόλι. Κι ἐκεῖνο τὸ περιβόλι τὸ εἴχαμε φυτέψει μὲ τὰ χέρια μας. Ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ παράθυρα ἔμπαινε τὴν ἄνοιξι ποτάμι ὁ ἥλιος καὶ ἔλουζε τὰ σγουρὰ κεφάλια τῶν παιδιῶν, τὰ θρανία, τὸν πίνακα, τὴν ἕδρα, ὅλη τὴν τάξι.

Πιὸ πέρα εἶναι ἡ ἐκκλησία. Ἐκεῖ ἐλειτουργοῦσε ὁ σεβάσμιος παπᾶς μὲ τὰ μακριὰ γένεια καὶ τὰ ἀγγελικὰ μάτια. Κάθε Κυριακὴ πηγαίναμε ὅλα τὰ παιδιὰ στὴν ἐκκλησία. Καὶ ἦσαν ἡμέρες, ποὺ τόσο γλυκὰ ἔψαλλαν οἱ ψάλτες, τόσον ἔλαμπε ὁ ἥλιος στὰ πολύχρωμα τζάμια τῆς ἐκκλησίας, τόσο ἐφεγγοβολοῦσαν τὰ χρυσᾶ κεράκια στὰ μανουάλια, ποὺ ἐνόμιζες, ὅτι εὑρίσκεσαι στὸν Παράδεισο.

Κάτω στὴν ἀγορὰ τῆς πόλεώς μας εἶναι ἕνα ὑψηλὸ σπίτι. Ἐκεῖ εἶναι τὸ γραφεῖο, ὅπου ἐργάζεται ὁ πατέρας μου μὲ τὸν μεγάλο ἀδελφό μου.

Καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι μας, ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουναλάκια, φαντάζει τὸ μικρὸ κοιμητήρι μας. Ἐκεῖ κοιμᾶται ὁ παπποῦς μου. Ὅταν ἀπέθανε, τὸν ἔκλαψα μ’ ὅλη μου τὴν καρδιά.

Ὁ τόπος, ὅπου ἐγεννήθηκαν οἱ γονεῖς μου, τὰ ἀδέλφιά μου καὶ οἱ φίλοι μου· τὸ σχολεῖο καὶ ὁ διδάσκαλος, ἡ ἐκκλησία καὶ ὁ παπᾶς, ὅλα αὐτὰ τὰ, λέγουν πατρίδα.

Τὰ ἀγαπᾷς αὐτά; Ἅμα τὰ ἀγαπᾷς αὐτά, ἀγαπᾷς τὴν πατρίδα σου.

Κάθε παιδὶ ἔχει τὴν ξεχωριστή, τὴν μικρή του πατρίδα. Κι ὅλες οἱ μικρὲς πατρίδες κάμνουν μιὰ μεγάλη, τὴν Τουρκία.

Καυχῶμαι γιὰ τοὺς προγόνους μου. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ εἶμαι καλός. Εἶμαι φρόνιμος. Καθαρός. Θέλω νὰ εἶμαι γερός γιὰ νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ κάμω στὴν ζωή μου κάτι. Μὰ καὶ τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸ ἄν δὲν μοῦ τύχῃ ἡ εὐκαιρία νὰ κάμω, θὰ εἶμαι εὐχαριστημένος νὰ περάσω τὴν ζωή μου μ’ ἐργασία, τιμὴ καὶ δικαιοσύνη.

Ἠξεύρω πὼς καὶ στὶς ἄλλες πατρίδες, τὶς ξένες, ἑκατομύρια ἄλλα παιδιά, ἀγόρια καὶ κορίτσια, εἶναι ὡσὰν καὶ μέ. Τ’ ἀγαπῶ καὶ εὔχομαι τὸ καλό των. Μὰ δὲν θέλω νὰ μ’ ἀδικήσουν. Ἡ πατρίδα μου χρειάζεται εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια.

Γνωρίζω, ὅτι ἡ Τουρκία πάντα ἐπολέμησε γιὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερη.

Δὲν ὀνειρεύομαι βέβαια πολέμους. Θὰ ὑπερασπισθῶ ὅμως μὲ τὸ αἷμά μου καὶ τὴν τελευταία σπιθαμὴ τοῦ τόπου μου, ποὺ μὲ ζῇ καὶ μὲ ἀνδρειεύει μὲ τὴν πολλή του δόξα.

Ὅλοι οἱ ξένοι, ποὺ κατοικοῦν πιὸ εὔφορους τόπους, ἐργάζοντα. Θὰ ἐργασθῶ γιὰ νὰ τοὺς φθάσω καὶ νὰ τοὺς περάσω, γιατὶ ἡ τουρκικὴ φυλὴ εἶναι πιὸ ἔξυπνη καὶ πιὸ ἐπιδέξια ἀπὸ τόσες ἄλλες φυλές. Μὲ τὴν ἐργασία μου θὰ κάμω πολλά· αὐτὸ τὸ ὑπόσχομαι στὸν ἑαυτό μου.

Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη: Γνωρίζω ἀπὸ μικρὸς τί εἶναι σεβασμὸς καὶ σέβομαι τοὺς ἀνθρώπους καὶ κάθε τὶ, ποὺ εἶναι καλύτερο ἀπὸ ἐμε.

Σέβομαι πιὸ πολὺ τοὺς γέρους. Ἄν εἰπῇς ἕνα πικρὸ λόγο σ’ ἕνα γέρο, εἶναι δυὸ φορὲς πικρός. Ἄν τοῦ κάμῃς ἕνα κακό, εἶναι δυὸ φορὲς κακό. Θέλω ἐγὼ νὰ πειράξῃ κανεὶς τὸν πατέρα μου; Θέλω νὰ τὸν πικράνῃ; Ἔτσι καὶ ἐγὼ δὲν θὰ πειράξω καὶ δὲν θὰ πικράνω τὸν πατέρα ἄλλου παιδιοῦ…».

Αὐτὰ ἔγραψε προχθὲς ὁ Κωστάκης στὴν ἔκθεσί του, ὅταν ὁ διδάσκαλός των ἐζήτησε κάθε παιδὶ νὰ γράψῃ κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.

Περιοδικὸν «Ἐρυθρὸς Σταυρὸς» Τέλλος Ἄγρας (Διασκευὴ)

.

Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ, Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ, Γ. ΜΕΓΑ

Νεοελληνική Λογοτεχνία
Τετάρτη Δημοτικού

1959

Γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»