ΤΟ ΟΡΓΩΜΑ

Ὁ ἥλιος λάμπει ἐπάνω ἀπὸ τὰ βρεγμένα χωράφια.

Χαμογελάει ὡσὰν βασιλεύς, εὐχαριστημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους του. Τὰ φρεσκοπλυμένα πεῦκα δέχονται τὸ φῶς του μὲ πολλὴ χαρά. Στὴν ἄκρη ἀπὸ κάθε φύλλο των λάμπει καὶ ἀπὸ μιὰ δροσοσῖαλιά. Ἀγνάντια ἡ θάλασσα στέλλει τὴ μυρωμένη ἁλμύρα της, νὰ ἀνταμώσῃ τὸ μύρο τοῦ θυμαριοῦ.

Μέσα στὴν ἀπέραντη γαλήνη φλώρια καὶ καρδερῖνες καὶ σπίνοι δοκιμάζουν τὶς φωνοῦλές των σὲ νέους κελαδισμούς.

Καὶ πέρα στὰ πλάγια τὸ τσοπανόπουλο ἔβγαλε τὰ πρόβατα στὴ βοσκὴ καὶ παίζει τὴ φλογέρα του.

Ὁ κυρ – Πανάγος φθάνει μὲ τὸν ψαρῆ καὶ τὸ ντορῆ καὶ μὲ τ’ ἀλέτρι. Κρεμάει στὸ μεγάλο πεῦκο τὸ ταγάρι του μὲ τὸ μαῦρο ψωμί, τὸ τυρὶ καὶ τὴ ντομάτα καὶ ἀκουμπάει στὴ ρίζα του τὸ σταμνὶ μὲ τὸ νερὸ καὶ ὅλα τὰ χρειαζούμενα.

Ψάχνει ὁ κυρ – Πανάγος γιὰ τὰ παλιά σημάδια τῶν αὐλακιῶν μεσ’ τὸ χωράφι. Μὰ πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἔργο του, βγάζει τὸ σκοῦφό του καὶ κοιτάζει πρὸς τὰ οὐράνια. Κοιτάζει θαρρετά, ὡσὰν κάποιο γνώριμο νὰ βλέπῃ ὑψηλὰ στὴ γαλάζια σκέπη τ’ οὐρανοῦ. Κάμνει τὸ σταυρό του τρεῖς φορές:

—Εὐλογημένη ἡ χρονιά!…

Καὶ βάζει πάλι τὸ σκοῦφό του στὴν ἀσημένια κορυφή του.

Φτύνει στὶς δυὸ παλάμες του τὶς ροζιασμένες ἀπὸ τὴ δουλειά, πιάνει γερὰ τ’ ἀλέτρι ἀπὸ τὴ χειρολάβα καὶ μιλάει φιλικὰ μὲ τοὺς συντρόφους του:

—Ἄϊντε, ψαρῆ μου. ῎Ελα, ντορῆ μου. Τράβα.

Ἀρχίζει τ’ ὄργωμα τῆς γῆς. Αὐλάκια βαθιὰ χαράζονται στὸ χῶμα. Σὲ λίγο λάμπει ἀπὸ τὴ χαρὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τὸ μέτωπο τοῦ κυρ Πανάγου· λάμπουν καὶ τῶν ἀλόγων τὰ καπούλια ὡσὰν ἀτσάλι καὶ ἐκεῖνα φιλότιμα προβαίνουν καὶ στ’ ὄργωμα ἐξοδεύουν ὅλὴ τὴ δύναμί των.

Ἀγναντεύω μὲ θαυμασμὸ τὸ γέρο ἐξωμάχο καὶ ὅλο τὸν βλέπω νὰ μεγαλώνῃ παράξενα στὰ μάτια μου. Ὅλα τὰ ἄλλα μοῦ φαίνοντα μικρὰ μπροστά του. Μικρή πολιτεία πέρα με τὴ μάταιη βουή της. Μικροὶ οἱ κύριοι καὶ οἱ κυράδες, ποὺ περνοῦν με χάχανα στὰ αὐτοκίνητα. Μικροὶ οἱ ἀκαμάτηδες, ποὺ βγαίνουν στὰ χωράφια γιὰ περίπατο. Μόνο ὁ γέρο ἐξωμάχος εἶναι ἀληθινὰ μεγάλος.

Ὁ ἥλιος χρυσώνει τὸ ψημένο μέτωπό του. Καὶ ὁ πρωϊνὸς ἀέρας μπαινει ἀπὸ τ’ ἀνοικτό του στῆθος καὶ χαϊδεύει τὸ κορμί του, κορμὶ σφικτὸ ὡσὰν τὸ πουρνάρι. Τὰ μάτια του ξεγελιούνται ἀπὸ τὴ χαρὰ καὶ βλέπουν ἀπὸ τώρα τα ὁλόξανθα στάχυα νὰ κυματίζουν, στολισμένα με πλῆθος παπαροῦνες ὁλοκόκκινες. Καὶ ὅλο μιλάει φιλικὰ μὲ τοὺς συντρόφους του:

—Ἄϊντε, ψαρῆ μου. Ἔλα, ντορῆ μου. Τράβα.

Στὴ μέση στὸ χωράφι ὑψώνεται τὸ γιγάντειο πεῦκο.

Τὸν καρτερεῖ γιὰ μεσημέρι. Στὸν ἥσκιό του θα ξεϊδρώσῃ, θὰ φάγῃ καὶ θὰ γείρῃ. Θὰ ἔχῃ γιὰ προσκέφαλο τὰ μυρωμένα χαμόκλαδα τοῦ σχίνου.

Στέκω καὶ τὸν θαυμάζω ἄλλη μιὰ φορά. Γυρίζει καὶ μὲ βλέπει. Βγάζω τὸ καπέλλο μου.

—Γεια σου, μοῦ λέγει, ἁπλᾶ, νομίζοντας πὼς τὸν καλημερίζω.

Μὰ δὲν ἦτο καλημέρισμα αὐτό, ποὺ ἔκαμα. Ἦτο κάτι ἀνώτερο· ἠθέλησα νὰ δείξω ὅλο τὸ σεβασμό μου στὸ γέρο ἐξωμάχο· καὶ ἔβγαλα τὸ καπέλλο μου, ὅπως τὸ βγάζουν στὴν ἐκκλησία.

 

Κατὰ Σπ. Μελᾶν

ΤΟ ΟΡΓΩΜΑ1


Γ. ΜΕΓΑ, Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ
Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ
Δ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ 1959


Γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»