Εικόνα από:eirinipax.files.wordpress.com

Το όνομα μου Λουλούδα Στεφανίδου. Οι γονείς μου Στέργιος και Φαρσώ Στεφανίδου. Γεννήθηκαν στην Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. Απέκτησαν 6 παιδιά.

Φερμένοι το 1914 στην Ελλάδα, πρόσφυγες, αποκτούν την πρώτη κόρη, Δουκένη (Ευδοκία) και τον Γρηγόρη που το 1940 υπηρετώντας την θητεία του στον στρατό σκοτώθηκε, στην Αλβανία στον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο. Το 1922 που ξαναήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα αποκτούν την Κυράνθη, εμένα, τον Κωνσταντίνο και τον Αποστόλη. Εκείνο που θυμάμαι από τους γονείς μου ήταν η αγάπη και η ομόνοια που είχαμε στο σπιτικό μας.

Γεωργοί στο επάγγελμα. Ο πατέρας μου ήταν άριστος οικογενειάρχης και “κουβαλητής”. Μερακλής στα τραγούδια και στους χορούς. Αυτοσχεδιάζαμε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και καταλήγαμε σε τρικούβερτα γλέντια. Έφτανε ν’ αρχίσει η Κυράνθη το τραγούδι και ο χορός άρχιζε.

Δεν θα ξεχάσω την φιλία με την οικογένεια του μπάρμπα Γιάννη του Ζαφειρίου, πατριώτες, γείτονες και φίλοι με τους γονείς μου από την πατρίδα τους. Μαζί στην προσφυγιά, μαζί στον πόνο και την χαρά. Φίλοι και εμείς τα παιδιά, τότε, κι ακόμη φίλοι και τα εγγόνια, κι ανίψια μέχρι σήμερα. Τρεις γενιές φιλία. Χαρά Θεού.

Και οι νύχτες:….. Όσο μεγάλες και να ήταν με το παρακάθ’ (νυχτέρια) γύρω στο τζάκι στην κάμαρα, με 5-6 παιδιά και πάντα φίλους για παρέα και τι δεν λέγαμε και τι δεν κάναμε. Το κέντημα, στων κοριτσιών τα χέρια και ποια θα κάνει περισσότερες βελονιές.

Οι μανάδες μας δε να πλέκουν τσουράπια (κάλτσες). Τ’ αγόρια να μιλούν για το χιόνι που ρίχνει έξω απ’ το παράθυρο και τι δουλειές θα κάνουν μόλις κοπάσει ο χειμώνας. Και αφού στρώναμε τα σοφρά (χαμηλό στρογγυλό τραπέζι) καθόμασταν ολόγυρα σταυροπόδι πάνω στα μαξιλάρια και άρχιζε το γλέντι και το φαγοπότι. Η μάνα μου πολλές φορές έκανε γκιουσλεμέδες.

Πώς να ξεχάσω τις ευχάριστες ώρες που περνούσαμε αυτά τα βράδια, μα και τον πατέρα μου γεμάτο παράπονα, για το κόσκινο, που το κάψαμε πάλι, πάνω στα κάρβουνα στο μαγκάλι, γιατί θέλαμε να ψήσουμε πατ – πάτια (παπαδούλες)

Πολύ λίγο θυμούμαι τον παππού μου , τον πατέρα της μητέρας μου Κωνσταντίνο Κουτούλη. Πέθανε λίγο μετά την γέννηση του αδελφού μου Κωνσταντίνου γύρω στο 1930, αφού άκουσε το όνομά του.

Πριν από το 1974 η αδελφή μου Ευδοκία πήγε εκδρομή στην πατρίδα και μπόρεσε να δει το σπίτι των γονέων μου, που με τόση νοσταλγία μιλούσε ο πατέρας μου. Τα χρόνια πέρασαν, οι γονείς έφυγαν από την ζωή. Γύρω στο 1985 έγινα μέλος της Θρακικής Εστίας Βεροίας.

Σαν φόρο τιμής αφιερώνω το κείμενο αυτό στους γονείς μου και στα αδέλφια μου Γρηγόρη και Κωνσταντίνο που τόσο νωρίς χάθηκαν άδικα από την ζωή.

 

 Της Λουλούδας Στεφανίδου
Από το (ΛΕΥΚΩΜΑ 1991)

Της Θρακικής Εστίας Βεροίας

.

Πηγή: ΘΡΑΚΙΚΗ ΕΣΤΙΑ ΒΕΡΟΙΑΣ