αφιερωμένο στη μητέρα μου

Πριν τρία χρόνια, στην καρδιά του καλοκαιριού, πήραμε αντάμα ένα άγνωστο ανηφόρι, εσύ μπροστά κι εγώ στο κατόπι σου ένα μαύρο χάλι, με σκυφτό το κεφάλι, να μετρώ με τα δάκρυά μου τις καυτές πέτρες, που μας οδηγούσαν στο στερνό σου αναπαυτήρι, στη μάνα γη.

Ούτε που θυμάμαι πόσο περπατήσαμε, αλλά δεν μπορώ να λησμονήσω, τη στιγμή που σήκωσα το κεφάλι μου για την τελευταία κλεφτή ματιά κι αντίκρισα το πανέμορφο και πόσο ήρεμο Θεέ μου πρόσωπό σου. Έλαμπες!

Η αγωνία, τα σημάδια της πάλης με το θάνατο, τα σφιγμένα χείλη και όλες οι βαθιές χαρακιές στο πονεμένο σου πρόσωπο, είχαν σβήσει. Ανάσανα, η ψυχούλα σου είχε βρει το δρόμο της και το κορμάκι σου επέστρεφε στο σπίτι του.

«Επιτέλους ξεκουράστηκες» σου ψιθύρισα, από μικρό παιδί ένας αγώνας ήταν η ζωή σου, θάνατος, πείνα, κατοχή και εσύ πεισματικά ολόρθη κόντρα στο κύμα, να προκαλείς το βάσανο. «Έλα, χτύπα, αντέχω κι αν πέσω θα ξανασταθώ» γιατί… …γιατί το «δικό μου θα γίνει».

 Κάθε φορά που  κρατώ στα χέρια μου ψωμί, σε βλέπω μπροστά μου να κάνεις το σταυρό σου, να φιλάς το ψωμί που τόσο στερήθηκες και να λες. : «σε ευχαριστώ, Θεέ μου».

Κι όταν κλείνω τα μάτια μου ακούω τη φωνή σου: «σε παρακαλώ ,Παναγία μου, σε παρακαλώ Κυρά μου, άσε με να ζήσω ακόμα λίγο, δεν θέλω πολύ, μόνο μέχρι να σταθεί στα πόδια του το παιδί μου και μετά ας κλείσω τα μάτια μου για πάντα».

Με είχες έννοια, μας είχες έννοια, μέχρι που βγήκε η ψυχή σου απ’ τα στήθη και πέταξε μακριά.

Και πού μας άφησες, μου λες;

Τρία χρόνια και το σαράκι της θλίψης δε λέει να καταλαγιάσει, ξέρω ότι εκεί που είσαι «έχεις βρει την υγειά σου» κι αυτό με παρηγορεί, ξέρω πως θα ανταμώσουμε κι αυτό με κρατά στα πόδια μου, νιώθω τη φροντίδα σου και παίρνω δύναμη κι αντέχω κι ας πέφτω… γιατί σηκώνομαι κάθε φορά και πιο δυνατή.

Ξέρω ξέρω, δεν σου παραπονιέμαι «μια ζωή είναι θα περάσει» .

Ναι, αλλά γιατί αργεί;

«Δεν τέλειωσε το λαδάκι σου» θα μου πεις. «έχεις ακόμα ανηφόρες να διαβείς. και βάσανα ν’ αντέξεις!»

Ήσουν αγράμματη, πόλεμος, δεν πρόκαμες, αλλά έγινε «το δικό σου» και μεγάλη πια, έμαθες από μόνη σου να διαβάζεις και να γράφεις… τα λόγια σου απλά, δωρικά, σημάδευαν όμως την καρδιά και τη λάβωναν!

 «Πόσο θα ζήσω πια;; σαν τα ψηλά βουνά;; κουράστηκα» ,μου έλεγες στα στερνά σου. και είχες δίκιο, αλλά εγώ εγωιστικά σε ήθελα κοντά μου για πάντα αν γινόταν.

Μου λείπεις, δεν βρίσκω μέτρο να σου πω πόσο πολύ!

 Εκείνη τη δύσκολη μέρα του αποχαιρετισμού, σε άφησα πίσω μου και πήρα το δρόμο της επιστροφής, χαρούμενη με τη χαρά σου και λυπημένη που δεν θα σε εύρισκα να με περιμένεις να γυρίσω στο σπίτι και να μου πεις: «πολύ δουλειά είχατε ε; είσαι κουρασμένο;»

«Να ’ξερες πόσο σε αγαπώ, μόνο να ξερες» συνήθιζες να μου λες και εγώ χαμογελούσα. βάλσαμο τα λόγια σου.

Την επόμενη μέρα (ξεχάστηκα) ήρθα να σε βρω να σε καλημερίσω, μα το κρεβάτι ήταν αδειανό και το δωμάτιο ξένο, παγερό, αφιλόξενο, γκρίζο και … δεν μύριζε μαμά.

Ήθελα να σου μιλήσω, είχα τόσα να σου πω. μα γιατί δεν πρόλαβα να στα πω όλα;

Μα αφού έτρεξα ξοπίσω σου σαν τρελή να σε προλάβω, να σε αγκαλιάσω για στερνή φορά και συ μου γλίστρησες και χάθηκες μπρος στα μάτια μου.. σχεδόν μέσα στα χέρια μου, είχε τελειώσει το λαδάκι σου. το μουρμούριζες λίγες μέρες πριν…  τότε που είχες ήδη πάρει το δρόμο του φευγιού.. και δεν το κατάλαβα.

 Μόνο τώρα, μετά από τρία χρόνια διαπεραστικής θλίψης, μου λύθηκαν όλες οι απορίες. Έπρεπε να καταλάβω ότι είχε έρθει η ώρα του αποχαιρετισμού όταν μου είπες: «κουράστηκα πια, τέλειωσε το λαδάκι μου, θέλω να πάω να ανταμώσω τη μάνα μου, τον πατέρα μου και τ’ αδέλφια μου, έχουμε τόσα να πούμε».

 Θυμάμαι πως μια εβδομάδα πριν το στερνό φευγιό σου, δεν σε κρατούσε η γη, έκανες σα λιοντάρι στο κλουβί, ήθελες να φύγεις, άνοιγες τις πόρτες και τα παράθυρα μες στη νύχτα, με ξυπνούσες και μου έλεγες:

Έλα,ξημέρωσε, σήκω ,πρέπει να φύγω!

Πού να πας, βρε μαμά, τέτοια ώρα;;

έλω να πάω σπίτι μου, με περιμένει μια κυρία…

Κι εγώ ξαναέκλεινα τις πόρτες και τα παράθυρα και κατάπινα την αβάστακτη πίκρα μου και αντί να διαβάσω τα σημάδια σου, σκεφτόμουν : «Τα χασε τα λογικά της η μανούλα μου και τυραννιέται», και πλάνταζα στο κλάμα.

Ένα απόγευμα, ήθελες να πάρεις τηλέφωνο κάποιον Μιχάλη, για να έρθει να σε πάρει με το ταξί του και να σε πάει στο σπίτι σου.

οιος είναι ο Μιχάλης, μαμά, σε ρώτησα με αγωνία, απογοητευμένη γιατί πίστευα ότι το μυαλό σου έπαιζε κρυφτούλι.

Μιχάλης είναι ένα εξαιρετικό παιδί, που μου είπε: «όταν θα είσαι έτοιμη, πάρε με τηλέφωνο κι εγώ θaρθω αμέσως να σε πάρω».

Kαι που τον γνώρισες, μαμά,τον Μιχάλη;

εν θυμάμαι, αλλά πρέπει να τον πάρω. περιμένει τηλέφωνό μου.. και έπαιρνες επίμονα έναν αριθμό στα τυφλά.

Η ψυχή σου μαμά φτερούγιζε, ήθελε να πετάξει στον Δημιουργό της, σε περίμενε η γιαγιά, ο παππούς και τα αδέλφια σου, ο Άγγελος που θα σου έδειχνε το δρόμο της επιστροφής είχε όνομα, Μιχαήλ και η κυρία που σε περίμενε και βιαζόσουν να συναντήσεις στο Σπίτι σου ήταν η Παναγιά, το στήριγμά σου, που όλη σου τη ζωή, μιλούσες μαζί της.

Μαμά συγχώραμε μην κλάψεις» μου είπες, «είναι αμαρτία», κι εγώ έκλαψα.

«Μη φορέσεις μαύρα και μαυρίσει η ψυχή σου», κι εγώ φόρεσα.

«Όλα εδώ θα μείνουν», κι είχες δίκιο για άλλη μια φορά!

Γιατί μαμά τίποτα δεν φέραμε στον κόσμο αυτόν και τίποτα δεν θα πάρουμε μαζί μας!

Περαστικοί είμαστε. και όλοι θα ανταμώσουμε!

Ντύθηκα και βγήκα στο δρόμο, πήρα το δικό μου στρατί, με τις ανηφόρες του αλλά και με τις κατηφόρες του, με τα μπουρίνια του αλλά και με τα δροσερά μελτεμάκια του. Mαμά δεν ξέρω πότε, αλλά έρχομαι, στρώσε το τραπέζι…σα να μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή σου:

«είσαι κουρασμένο;»

Όμως μαμά έχε το νου σου, να’ρχεσαι συχνά στον ύπνο μου και να με κανακεύεις!

Κάθε βράδυ. μπορείς;

Μέλια.

Εικόνα: ««Moondrops» του Christian Schloe από:favim

Κείμενα αφιερωμένα στην μητέρα μου ΕΔΩ